Παρίσι, Παραμονή Χριστουγέννων 2011
- Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε, απάντησε ευθαρσώς η Μαρί και τράβηξε τη μαύρη τούφα των μαλλιών της μακριά από τα μάτια της τοποθετώντας τη με αργή κίνηση πίσω από τα αυτί της και αφήνοντας να φανεί το πανάκριβο μαργαριταρένιο σκουλαρίκι της με τα ροζ διαμαντάκια που της είχε χαρίσει ο πατέρας της στα 15α γενέθλια της.
- Δεν καταλαβαίνετε δεσποινίς μου στη δεινή θέση την οποία βρίσκεστε, συνέχισε ο ντετέκτιβ Περνό πλησιάζοντας το πρόσωπο του πολύ κοντά στο δικό της αναγκάζοντας την να το απομακρύνει με ένα μορφασμό αηδίας. Δεσποινίς Σολιέ, συνέχισε ο ντετέκτιβ, η φίλη σας βρέθηκε νεκρή μέσα στη σοφίτα σας και κατηγορείστε για τη δολοφονία της. Το φονικό όπλο είχε πάνω τα αποτυπώματα σας και ήταν πεταμένο στην όχθη του Σηκουάνα, κάτω ακριβώς από το παράθυρο του διαμερίσματος σας. Βρεθήκατε να τριγυρνάτε στη Μοντμάρτη λίγες ώρες μετά τη δολοφονία με τα ρούχα σας ματωμένα και μόλις είχατε ποζάρει σε έναν υπαίθριο ζωγράφο στην κεντρική πλατεία. Και είναι ολοφάνερο ότι δεν συνεργάζεστε μαζί μας. Δεν έχετε να πείτε τίποτε για όλα αυτά;
- Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε, συνέχισε η Μαρί ατάραχη.
- Πάρτε την!, διέταξε ο ντετέκτιβ Περνό και ένας νεαρός αστυνομικός μπήκε μέσα στην αίθουσα ανακρίσεων και την άρπαξε από το μπράτσο.
Η Μαρί, φανερά ενοχλημένη, τράβηξε το χέρι της, ίσιωσε το λευκό ματωμένο παλτό της, τέντωσε το γιακά της, διόρθωσε τον κότσο της και προχώρησε μπροστά από τον νεαρό που της έδειχνε το δρόμο για το κρατητήριο με ίσια πλάτη και απαλό αλλά αποφασιστικό βήμα σαν τίγρης που πλησιάζει αργά το θύμα της πριν το κατασπαράξει.
- Δεσποινίς Σολιέ, θα πρέπει να αφήσετε εδώ το παλτό σας προκειμένου να εξετάσουμε το αίμα που βρίσκεται πάνω του.
Η Μαρί κοντοστάθηκε και ο αστυνόμος τη βοήθησε να το βγάλει από πάνω της και να φανεί ένα υπέροχο μακρύ φόρεμα από αέρινη λιλά οργαντίνα. Διόρθωσε το φόρεμα της με μια κίνηση λες και πήγαινε σε επίδειξη μόδας και συνέχισε το δρόμο της προς το κρατητήριο.
Ο χτύπος από τις μωβ ψηλοτάκουνες γόβες της με τη χαρακτηριστική κόκκινη σόλα πάνω στα πλακάκια του πατώματος αντηχούσε σε ολόκληρο το αστυνομικό τμήμα και για μερικά δευτερόλεπτα ο κόσμος που ήταν εκεί μέσα σιώπησε προκειμένου να την κοιτάξει και να τη θαυμάσει. Φυσικά, όλοι την γνώριζαν. Μαρί Σολιέ. Απόγονος της γνωστής γαλλικής οικογενείας με αμύθητη περιουσία σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Από αδαμαντωρυχεία στην Αφρική μέχρι εργοστάσια στην Κίνα και φυτείες καφέ στη Βραζιλία. Η Μαρί Σολιέ ήταν μια νεαρή γυναίκα καταδικασμένη να ζει στα πλούτη και την καλοπέραση.
Οι γονείς της δεν ήταν η κλασική περίπτωση των ανθρώπων που είχαν παλέψει σκληρά στη ζωή τους για να τα καταφέρουν ώσπου κάποια απροσδόκητη τύχη τους χαμογέλασε και έγιναν πλούσιοι. Όχι, οι γονείς της Μαρί ήταν ανέκαθεν πλούσιοι και ανέκαθεν ισχυροί. Ένας ισχυρός κρίκος στην αλυσίδα των πιο πλούσιων οικογενειών της Γαλλίας και μία από τις πλουσιότερες και πιο αναγνωρίσιμες επιχειρηματικές οικογένειες σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Μαρί, η μοναχοκόρη τους, ακολουθούσε την πεπατημένη της οικογενείας. Καλή ανατροφή, ισχυρός οικογενειακός και φιλικός κύκλος, σπουδές στα καλύτερα ιδιωτικά σχολεία και κολλέγια, περιουσία, παιδαγωγοί.
Η Μαρί κατέβηκε δίχως δισταγμό τα σκαλιά για το κρατητήριο και βρέθηκε σε ένα υγρό και βρώμικο κελί του υπογείου μαζί με μερικά αποβράσματα της γαλλικής κοινωνίας αφήνοντας εμβρόντητους τους αστυνομικούς για την απάθεια της στα όσα την κατηγορούσαν. Κοίταξε γύρω της διερευνητικά προσπαθώντας να βρει το πιο καθαρό μέρος για να κάτσει ενώ κάμποσα θολά ζευγάρια μάτια στο μισοσκόταδο την έγδυναν από την κορφή μέχρι τα νύχια αφήνοντας να τους ξεφύγουν άλλοτε επιφωνήματα θαυμασμού και άλλοτε περιφρόνησης.
Σκούπισε με τα ακροδάχτυλα της το πάγκο, μόνο το μέρος που της αρκούσε για να κάτσει, μάζεψε προσεκτικά το φόρεμα της, έκατσε απαλά, σταύρωσε τα πόδια της και τα χέρια της γύρω από τα γόνατα και κάρφωσε τα μάτια της στο κενό αγνοώντας επιδεικτικά τους συγκρατούμενους της δίχως ίχνος απαξίωσης στη στάση της. Αυτό τους ενόχλησε ακόμα περισσότερο αναγκάζοντας τους να στρέψουν το βλέμμα τους αλλού και να συνεχίσουν να κάνουν ό,τι αδιάφορα έκαναν μέχρι τη στιγμή της προσέλευσης της στο υγρό υπόγειο.
Ο ντετέκτιβ Ανρί Περνό, που προηγουμένως την είχε ανακρίνει χωρίς κανένα αποτέλεσμα, πηγαινοερχόταν στο γραφείο του σκεφτικός τρίβοντας τα κίτρινα από το τσιγάρο μουστάκια του και κοιτώντας που και που έξω από το παράθυρο του το πυκνό χιόνι πάνω στις στέγες των σπιτιών του Χριστουγεννιάτικου Παρισιού. Βρισκόταν στο τέλος των επαγγελματικών του ημερών, σε λίγες μέρες θα έπαιρνε σύνταξη, και σε όλη του την αξιέπαινη καριέρα φανταζόταν ότι οι τελευταίες μέρες του στο Τμήμα θα ήταν οι καλύτερες της ζωής του. Τέρμα πια η αγωνία για το αύριο, για την επίλυση υποθέσεων, ο κίνδυνος για τη ζωή του, η στέρηση της οικογένειας και των παιδιών του και οι υποθέσεις που αναζητώντας τη λύση τους τον κρατούσαν μακριά κάθε εορταστική περίοδο λες και συνέβαινε επίτηδες. Αυτά τα Χριστούγεννα θα τα περνούσε μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, μαζί με αγαπημένους του φίλους και συγγενείς και πάνω από όλα θα ήταν πλέον αυτοί.
Στάθηκε μπροστά στον πίνακα δεδομένων όπου ήταν ανηρτημένες όλες οι φωτογραφίες από το έγκλημα και κοιτάζοντας τον με απορία άναψε ακόμα ένα τσιγάρο. Κοίταξε την καύτρα του, που καιγόταν αργά, και τράβηξε μια γερή ρουφηξιά που την ένιωσε να κατρακυλά από τον οισοφάγο μέχρι βαθιά στο στομάχι του και να καίει τα πάντα στο δρόμο της. Φύσηξε τον καπνό του και ένα σύννεφο δημιουργήθηκε ανάμεσα σε αυτόν και τις φωτογραφίες του εγκλήματος θολώνοντας στιγμιαία το οπτικό του πεδίο. Δεν έκανε καμία κίνηση να το διώξει από μπροστά του αλλά περίμενε στωικά να διαλυθεί από μόνο του δίνοντας του περισσότερο χρόνο να τακτοποιήσει τη σκέψη του. Είχε υποσχεθεί στη γυναίκα του ότι με το τέλος της καριέρας του θα το έκοβε το ρημάδι αλλά δεν είχε κάνει καμία προσπάθεια για να το επιτύχει εγκαίρως κι όπως φαινόταν αυτή η τελευταία υπόθεση δεν θα τον βοηθούσε ιδιαίτερα να το πετύχει.
Ψηλά στον πίνακα και αριστερά βρισκόταν η φωτογραφία της Ζουλιέτ να κείτεται νεκρή στο πάτωμα του διαμερίσματος της Μαρί, πάνω στο πανάκριβο χαλί, αλλάζοντας το χρώμα του με το αίμα της σε σκούρο πορφυρό κόκκινο. Δίπλα της, καρφιτσωμένη η φωτογραφία του φονικού όπλου, ενός μαχαιριού με στίγματα αίματος στη λεπίδα του, και, παραδίπλα, η φωτογραφία της Μαρί με το ματωμένο λευκό παλτό της. Ανάμεσα σε όλες αυτές τις φωτογραφίες το σχεδιάγραμμα του χρονικού της δολοφονίας με πολλά κενά που έπρεπε να συμπληρωθούν από τον έμπειρο ντετέκτιβ. Πληροφορίες, γεγονότα, επισημάνσεις προς αξιοποίηση προκειμένου για να επιλυθεί άλλος ένας φόνος στο απόγειο της καριέρας του ντετέκτιβ Περνό, ο τελευταίος του φόνος.
- Δεν μπορώ να καταλάβω αυτή τη γυναίκα, είπε και έξυσε το γκρίζο κεφάλι του απαλά. Είναι μόλις 23 χρόνων, απόγονος μιας από τις καλύτερες οικογένειες της γαλλικής ελίτ και διαλέγει να ζει μια μποέμ αλλά κατά τα άλλα ελιτίστικη ζωή. Με διαμέρισμα στην ακριβότερη συνοικία του Παρισιού άψογα επιπλωμένο, λιμουζίνα με προσωπικό σοφέρ, πανάκριβα σικάτα ρούχα από τους μεγαλύτερους οίκους μόδας, ενώ από την άλλη συχνάζει σε καταγώγια αμφιβόλου ηθικής, συναναστρέφεται με περιθωριακούς τύπους, ηθοποιούς, συγγραφείς και καλλιτέχνες. Ειδοποιήσαμε τους γονείς της για το γεγονός; απευθύνθηκε ο ντετέκτιβ Περνό στο συνάδελφο του ενώ ο δεύτερος φυσούσε τη μύτη του δυνατά με πλήρη έλλειψη τακτ.
- Προσπαθήσαμε να τους βρούμε αλλά βρίσκονται σε σαφάρι στη Ζανζιβάρη και δεν μπορούμε να τους εντοπίσουμε μέσα στη ζούγκλα όπου βρίσκονται. Θα επιστρέψουν σε δέκα ημέρες μας ενημέρωσαν από το γραφείο τους, του απάντησε αποτελειώνοντας το σκούπισμα της ενοχλητικά μεγάλης και καθόλου γαλλικής μύτης του.
- Μάλιστα. Πολύ ωραία, λοιπόν. Θα τους περιμένουμε με μεγάλη αγωνία, είπε ο ντετέκτιβ και ήπιε λίγο ακόμα από τον καφέ του, ο οποίος είχε πια κρυώσει. Τα αποδεικτικά στοιχεία έως τώρα είναι επαρκή για την προσαγωγή της Μαρί στο δικαστήριο; Ρώτησε τον αστυνομικό πετώντας με ευστοχία το πλαστικό ποτήρι του καφέ στο γωνιακό κάδο του γραφείου του.
- Δυστυχώς, πάνω στο φονικό όπλο βρέθηκαν τα αποτυπώματα και ενός άλλου προσώπου που δεν είναι καταχωρημένο στα αρχεία της αστυνομίας. Όσο κι αν ψάξαμε δεν βρήκαμε τίποτα γι’αυτό. Το συνδυάσαμε και με στοιχεία παλαιότερων ανεξιχνίαστων υποθέσεων αλλά και πάλι χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Μπορεί να ήταν κάποιος από τους περιθωριακούς τύπους που συναναστρέφεται, οι οποίοι συνηθίζουν να παραμένουν άφαντοι στα αρχεία μας, αλλά αυτό δεν το ξέρουμε στα σίγουρα. Πώς να εμπλέκεται όμως αυτό το άτομο στην όλη υπόθεση, ντετέκτιβ; διερωτήθηκε ο νεαρός αστυνομικός περιμένοντας εναγωνίως μια κάποια απάντηση από τον προϊστάμενο του τον οποίο θαύμαζε ιδιαιτέρως.
- Για πήγαινε να φέρεις πάλι τη Μαρί επάνω να δούμε τι ψάρια θα πιάσουμε αυτή τη φορά, είπε ο ντετέκτιβ και κοντοστάθηκε κοιτάζοντας διερευνητικά τη φωτογραφία της Μαρί στον πίνακα. Αλλά… για μια στιγμή, αστυνόμε… όχι αμέσως… άσε την λίγο ακόμα να δει που πάει να μπλέξει μπας και λυγίσει και ομολογήσει. Αυτό το παγωμένο βλέμμα κάτι κρύβει! Πετάξου να μου φέρεις κάτι να φάω, μια κρέπα καλύτερα με βούτυρο και ζάχαρη από το μαγαζί της γωνίας και ετοιμάσου να βγούμε, αστυνομικέ. Πες του να βάλει μπόλικη ζάχαρη, μαύρη, μετά από τόσα χρόνια θα έπρεπε να έχει μάθει την αδυναμία μου.
Ο ντετέκτιβ Περνό χαϊδεύοντας την κοιλιά του για το γλυκάκι που τον περίμενε κοίταξε επίμονα το ταμπλό με τις φωτογραφίες της υπόθεσης προσπαθώντας να καταστρώσει κάποιο σχέδιο στο δαιμόνιο μυαλό του για την εξιχνίαση της δολοφονίας της Ζουλιέτ στην εκπνοή του 2011.
Στο υπόγειο της αστυνομίας, η Μαρί συνέχισε να κάθεται ατάραχη στον ξύλινο πάγκο μέσα στο κελί ανάμεσα σε λευκές και έγχρωμες γυναίκες, όπου πολλές από αυτές μιλούσαν γλώσσες ανοίκειες για την ίδια. Τόση ώρα δεν είχε κουνηθεί από τη θέση της ούτε εκατοστό. Πήγε να βγάλει τη χρυσή ταμπακιέρα της με το χαραγμένο μονόγραμμα της στο καπάκι μέσα από την τσέπη του παλτού της αλλά θυμήθηκε ότι της την είχαν πάρει νωρίτερα κατά την είσοδο της στο Τμήμα. Χρειαζόταν ένα τσιγάρο. Ένα από εκείνα τα μακριά, λεπτά τσιγάρα με άρωμα βανίλιας που δεν αποχωριζόταν ποτέ. Σηκώθηκε και πλησίασε τα κάγκελα για να μυρίσει μήπως της ερχόταν κάποια μυρωδιά τσιγάρου από πουθενά αλλά και για να ξεσκονίσει το Channel φόρεμα της από την υγρασία του κελιού.
Στο μυαλό της μπήκε η Ζουλιέτ. Η γλυκιά Ζουλιέτ της με τα μακριά, ξέπλεκα, ξανθά μαλλιά της, το μόνιμα αμακιγιάριστο, αλαβάστρινο πρόσωπο της και την αέρινη, λεπτή, σχεδόν διάφανη παρουσία της. Το βλέμμα της ήταν πάντα σκοτεινό και μυστηριώδες, σαν κάτι να έκρυβε με τόση παιδική αθωότητα και αφέλεια που δεν μπορούσες να της θυμώσεις με τίποτα. Οι κινήσεις των χεριών της και του σώματος της θύμιζαν εκείνο το ποίημα του Louis Aragon που η Μαρί είχε λατρέψει, από την πρώτη στιγμή που το άκουσε, από το στόμα ενός πλανόδιου μικροπωλητή παλαιών βιβλίων στη Saint Germain κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών της γνωριμίας της με τη Ζουλιέτ.
«Σταματά στην όχθη των ρυακιών. Τραγουδά
Τρέχει. Βγάζει μια κραυγή διαρκείας προς τον ουρανό
Το φουστάνι της είναι ανοιχτό πάνω στον παράδεισο
Είναι απόλυτα γοητευτική
Ταρακουνά ένα κλαδί πάνω από τα κυματάκια
Περνά με βραδύτητα το λευκό της χέρι στο καθαρό της μέτωπο
Ανάμεσα στα πόδια της τρέχουν οι νυφίτσες
Μες στο καπέλο της κάθεται το κυανό.*»
* Οι προσεγγίσεις της αγάπης και του φιλιού, Louis Aragon, Η αέναη κίνηση, 1925
Η Μαρί μύρισε στιγμιαία την εκνευριστική μυρωδιά του φρέσκου καπνού πίπας που συνήθιζε να καπνίζει εκείνη και η ανάμνηση της Ζουλιέτ την επισκέφτηκε ξανά με περισσότερη ένταση και πάθος.
«Τι τη θες και την καπνίζεις αυτή την αηδία;» συνήθιζε να της λέει καθισμένη γυμνή, οκλαδόν, πάνω στο λευκό δερμάτινο καναπέ του διαμερίσματος της Μαρί, με ένα φλυτζάνι μαύρο τσάι στο ένα χέρι και αγκαλιά το μαξιλαράκι του καναπέ στο άλλο. Μας βλέπουν όλοι στο Κλισύ και μας κοροϊδεύουν. Μα, βανίλια; Πφφφ! Τουλάχιστον να κάπνιζες μια πίπα σαν κι αυτή, θα φαινόταν αλλιώς». Ανακάθισε στον καναπέ, ακούμπησε το τσάι της στο πάτωμα πριν συνεχίσει και άρχισε να παίζει με τα μαλλιά της. Πάντα το έκανε αυτό όταν ήθελε να πει κάτι σοβαρό. «Και δεν γίνεται να ερχόμαστε εδώ πέρα με τη λιμουζίνα και τον σοφέρ. Την επόμενη φορά θα πάρουμε το Μετρό. Εδώ παρακάτω είναι η στάση. Δεν είναι δα και μακριά για να περπατήσεις με τα 12ποντα Manolo Blahnik σου. Δεν θα πάθεις και τίποτα να κουνηθείς λιγάκι. Κι αυτά τα ρούχα, πια. Είναι ανάγκη να φοράς πάντα τα πιο ακριβά σου ρούχα όταν συναντιόμαστε και να μας κοιτάζουν όλοι σαν εξωγήινοι; Την Κυριακή θα σε πάω για ψώνια στην υπαίθρια αγορά στην Ανατολική πλευρά του Παρισιού, εντάξει μον σερί;», της έλεγε χαμογελώντας τρεμοπαίζοντας τα μακριά της βλέφαρα.
Όλες της οι φράσεις τελείωναν έτσι, «Μον σερί», και η Μαρί δεν μπορούσε να της θυμώσει. Πώς να της θυμώσει άλλωστε αφού είχε δίκιο; Πόσο πολύ ήθελε να της μοιάζει η Μαρί αλλά της ήταν αδύνατο. Δεν μπορούσε καν να προσπαθήσει να της μοιάσει και να απαρνηθεί όλα όσα με τα οποία είχε μεγαλώσει από μικρή, έτσι απλά την κοιτούσε με θαυμασμό και αδυναμία να της αντισταθεί σε ο,τιδήποτε.
Έπειτα, η Ζουλιέτ σηκωνόταν από τον καναπέ και περπατούσε με τις μύτες των ποδιών της, λες και όλη της τη ζωή ήταν μπαλαρίνα, της έσκαγε ένα φιλί στο μάγουλο και πήγαινε και στεκόταν μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο αγγίζοντας με τις ρώγες της το κρύο τζάμι του. Από εκεί θαύμαζε την πόλη αδιαφορώντας για τα αδιάκριτα βλέμματα των κατοίκων των γειτονικών διαμερισμάτων που επικεντρώνονταν στο αδέσμευτο στήθος της και στις προτεταμένες ρώγες της. Δεν είχε τίποτα να φοβηθεί και τίποτα να κρύψει από κανέναν. Αισθανόταν απόλυτα και μοναδικά ελεύθερη από όλους και από όλα… από δεσμεύσεις, ηθική, υποχρεώσεις και τυπικότητες. Η Ζουλιέτ ήταν υπεράνω όλων αυτών με ένα μοναδικό τρόπο που ό,τι κι αν έκανε, όσο προκλητικό κι αν ήταν, το παρουσίαζε σαν κάτι απόλυτα φυσικό και φυσιολογικό!
Η Ζουλιέτ ήταν πνεύμα ελεύθερο. Ήταν έξυπνη, ατίθαση, εύστροφη, ετοιμόλογη και όλοι στην παρέα της ήταν ερωτευμένοι μαζί της, άντρες και γυναίκες. Εκείνη πάλι δεν ήταν ερωτευμένη με κανέναν. Ή μάλλον ήταν, ερωτευμένη με τον έρωτα, το συναίσθημα, την ιδέα. Απεχθανόταν τις δεσμεύσεις, τις υποσχέσεις, τα πρέπει και τα μη και όλα αυτά που προσγείωναν τον έρωτα σε μια αμοιβαία πράξη δοσοληψίας. Έτσι, κοιμόταν με όποιον ή όποια ήθελε, όποτε ήθελε και εφόσον ήθελε. Είχε καταφέρει να πετάξει από πάνω της κάθε έννοια καθωσπρεπισμού κι όμως είχε μια πηγαία, πρωτόγνωρη αρχοντιά που σπάνια συναντούσες σε άνθρωπο.
Η Μαρί την είχε συναντήσει τυχαία ένα βράδυ, σε ένα ύποπτο σκοτεινό μπαρ στην περιοχή της Μοντμάρτης. Δεν θυμόταν καν πως είχε βρεθεί εκεί πέρα και ποια δύναμη ήταν αυτή που την είχε ωθήσει να κατέβει τα σκαλοπάτια και να χαθεί μέσα στον καπνό του στενάχωρου υπογείου μπαρ. Ένα πιανίστας έπαιζε μελωδίες που ακούγονταν από κάποια γωνιά του μαγαζιού, μια γυναικεία φωνή τον ακολουθούσε ψιθυρίζοντας τους στίχους ενώ ζευγάρια και μικρές παρέες κάθονταν στα μικρά στρογγυλά τραπεζάκια γεμάτα με ποτήρια κρασιού ή μπίρας και ποικιλίες τυριών.
Η Μαρί δεν ήξερε προς τα πού να κατευθυνθεί, δεν ήταν κάποιος εκεί μέσα που προσδοκούσε να δει, και έτσι έκαστε σε ένα από τα ψηλά σκαμπό του μπαρ. Γύρισε το βλέμμα της και διαπίστωσε πως η άγνωστη της μέχρι τότε Ζουλιέτ είχε καρφώσει το βλέμμα της στις γάμπες της, στο πρόσωπο της και, στη συνέχεια, στα χέρια της.
Η Ζουλιέτ σηκώθηκε από τη θέση που καθόταν αφήνοντας μετέωρη την κουβέντα του διπλανού της και προσέγγισε τη Μαρί με τρυφερότητα. Έκατσε δίπλα της και την κέρασε ένα ποτό παρότι ήταν ολοφάνερο ότι η οικονομική επιφάνεια της Μαρί ήταν πολύ μεγαλύτερη από τη δική της. Κουβέντιαζαν μέχρι που έκλεισε το μαγαζί. Φαινομενικά ήταν τόσο διαφορετικές αλλά και συνάμα τόσο ίδιες. Με μια σιωπηλή συμφωνία, έφυγαν μαζί από το μπαρ και κατέληξαν στο διαμέρισμα της Ζουλιέτ όπου έκαναν πρωτόγνωρο έρωτα για τα δεδομένα της Μαρί που ποτέ στο παρελθόν δεν είχε επιχειρήσει ξανά κάτι τέτοιο. Μονάχα αποτυχημένες ερωτικές σχέσεις με άντρες είχαν καταγραφεί στις λιγοστές ερωτικές της εμπειρίες.
Η Μαρί και η Ζουλιέτ από εκείνο το βράδυ και για τους επόμενους οχτώ μήνες έγιναν ζευγάρι. Τόσο άντεξε η σχέση τους. Για τη Ζουλιέτ άντεξε περισσότερο από όσο έπρεπε και για τη Μαρί δεν ήταν ποτέ αρκετό. Παρ’όλ’αυτά, δεν απαρνήθηκε η μία την άλλη και η Μαρί ήταν ικανοποιημένη να μπορεί και μόνο να βρίσκεται γύρω της και να ρουφάει τη δύναμη για ζωή που έρρεε άφθονη από τη Ζουλιέτ. Από την άλλη, η Ζουλιέτ, έχοντας κερδίσει πλέον την ελευθερία της από τη Μαρί, δεχόταν να συναναστρέφεται μαζί της διότι πίστευε ότι της έκανε καλό να τη βγάζει από τη μιζέρια της τέλειας και αψεγάδιαστης ζωής της. Δεν ήταν όμως μόνο αυτός ο λόγος που η Ζουλιέτ έκανε παρέα με τη Μαρί.
Όσο ιδεαλίστρια και αλτρουϊστρια κι αν ήταν η Ζουλιέτ, όσων αφορούσε τις ξεχωριστές φιλικές και ερωτικές σχέσεις της, ήταν ιδιαίτερα προσεκτική και επιφυλακτική. Έτσι, η Μαρί, αν και είχε εισβάλλει απότομα στον κόσμο της, είχε κερδίσει εξέχουσα θέση στην καρδιά και στη ζωή της για κάποιο λόγο που η Ζουλιέτ δεν ήταν σε θέση ακόμα να αποσαφηνίσει. Σαφώς και δεν είχε τίποτα να κάνει η οικονομική επιφάνεια της Μαρί και ο κοινωνικός της κύκλος με την προτίμηση της Ζουλιέτ στο πρόσωπο της καθώς, όλα αυτά τα σνόμπαρε και τα αποδοκίμαζε χαρακτηρίζοντας τα μάταια και ως αιτίες που σε παρεκτρέπουν από τις πραγματικές απολαύσεις της ζωής. Μια αόρατη κλωστή έδενε την καρδιά της Ζουλιέτ με την καρδιά της Μαρί από τη στιγμή που συναντήθηκαν σαν ένα ερώτημα που βρήκε την απάντηση του, ένα πρόβλημα που βρήκε τη λύση του, ένας άστεγος που βρήκε θαλπωρή. Η Ζουλιέτ δεν συνήθιζε να φιλοσοφεί πράγματα και καταστάσεις οπότε αποδέχτηκε αυτή την έλξη και αυτή τη φιλία ως κάτι απόλυτα φυσικό και αναγκαίο για την ίδια αλλά πάντα με τους δικούς της όρους.
Μια φορά, θυμόταν η Μαρί καθισμένη στον υγρό πάγκο του κρατητηρίου, πολύ παλιά, σχεδόν μόλις είχαν πρωτογνωριστεί με τη Ζουλιέτ, έπιναν τον καφέ τους στο La Duree και απολάμβαναν μια από εκείνες τις θαυμάσιες πάστες του με μακαρόν πρωτότυπα διακοσμημένη με φύλλα χρυσού.
- Θέλεις να δοκιμάσεις; Ρώτησε η Ζουλιέτ τη Μαρί
- Φαίνεται εκπληκτική πράγματι αλλά θα προτιμούσα να μη φάω άλλο, έχω ήδη φάει τη δική μου και νομίζω ότι άλλη μια μπουκιά θα ήταν υπερβολή, δεν νομίζεις; Απάντησε η Μαρί γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι η απάντηση της ήταν παντελώς άστοχη για τα δεδομένα της Ζουλιέτ.
- Όχι, δεν νομίζω. Νομίζω ότι εάν θέλεις να τη δοκιμάσεις, τότε θα πρέπει να τη δοκιμάσεις! Απάντησε η Ζουλιέτ και, πριν προλάβει καν να το αντιληφθεί η Μαρί, της έτεινε μια κουταλιά στο στόμα για να την ταϊσει. Έλα, έλα, μην ντρέπεσαι, άνοιξε το στοματάκι… μπράβο! Είδες; Δεν ήταν δύσκολο! είπε η Ζουλιέτ γελώντας.
Η Μαρί άνοιξε το στόμα της και γεύτηκε την υπέροχα αρωματισμένη κρέμα ζαμπαγιόν με πορτοκάλι χωρίς μεγάλο δισταγμό ενώ στη συνέχεια η Ζουλιέτ έσκυψε και έγλυψε από την άκρη των χειλιών της Μαρί ένα κομμάτι φύλλο χρυσού που είχε περισσέψει.
- Γιατί το έκανες αυτό; τη ρώτησε έκπληκτη η Μαρί ανοίγοντας διάπλατα τα γκριζοπράσινα μάτια της
- Δεν θα ήθελες να κυκλοφορείς στο δρόμο με ένα κομμάτι χρυσό πάνω στα χείλη σου και να σε κοιτάνε οι περαστικοί με περιέργεια, έτσι δεν είναι; Της απάντησε η Ζουλιέτ και συνέχισε να τρώει ατάραχη.
Η Μαρί, έσκασε στα γέλια, ενώ οι γύρω πελάτες τις κοιτούσαν με περιέργεια, περισσότερο για τα γέλια που τάραξαν την ησυχία τους παρά για το τρυφερό φιλί μεταξύ των δύο γυναικών. Έπειτα από αυτό, η Μαρί ήταν πεπεισμένη ότι η Ζουλιέτ ήταν ένα πλάσμα εντελώς διαφορετικό από τα άλλα.
Ο ντετέκτιβ Περνό, τσάκισε το κουτί της κρέπας με φανερή ευδαιμονία και το πέταξε με αστοχία αυτή τη φορά στο καλάθι της γωνίας. Αδιαφόρησε και δεν έσκυψε να το πιάσει υποχρεώνοντας ασυνείδητα τον αστυνόμο που στεκόταν στην πόρτα του γραφείου του να το μαζέψει από κάτω. Πήρε το κινητό του και τα κλειδιά του στο χέρι και βγήκε από το Τμήμα ενώ ο νεαρός αστυνόμος τον ακολούθησε δίχως να τον ρωτήσει που πάνε.
Το χιόνι έπεφτε ακόμα ασταμάτητα και οι δρόμοι είχαν γίνει επικίνδυνοι παρά τις προσπάθειες του Δήμου για να το καθαρίσουν από το οδόστρωμα. Ένας άλλο συνάδελφος τους τους περίμενε ήδη μέσα στο περιπολικό με τη μηχανή αναμμένη και το καλοριφέρ να δουλεύει στο φουλ. Ο νεαρός έτρεξε να ανοίξει την πόρτα του συνοδηγού για να περάσει ο ντετέκτιβ, ο οποίος τον ακολουθούσε κρατώντας σηκωμένο το γιακά του γύρω από το λαιμό προκειμένου να προστατευτεί από το τσουχτερό κρύο που ερχόταν σε αντίθεση με την πνιγηρή ζέστη που επικρατούσε στο γραφείο του. Μπήκε γρήγορα μέσα στο αμάξι τρίβοντας και φυσώντας τα χέρια του να ζεσταθούν και ο αστυνόμος πέρασε και έκατσε στο πίσω κάθισμα.
- Που πάμε ντετέκτιβ; Τον ρώτησε δισταχτικά
- Επιστροφή στον τόπο του εγκλήματος. Όλες οι δολοφονίες έχουν κάποιο σημείο που δεν έχει προβλέψει ο δολοφόνος. Κάτι μας διαφεύγει αλλά τι άραγε; Απάντησε ο ντετέκτιβ Περνό και έκανε νόημα στον οδηγό να ξεκινήσει.
Ο οδηγός του περιπολικού πάτησε το γκάζι απαλά για να αποφύγει κάποιο γλίστρημα του αυτοκινήτου στον πάγο που είχε αρχίσει να σχηματίζεται στην επιφάνεια της ασφάλτου και σε λίγα λεπτά βρίσκονταν κάτω από το διαμέρισμα της Μαρί.
Κατέβηκαν από το αυτοκίνητο, πάτησαν τον κωδικό εισόδου και η πόρτα άνοιξε αυτόματα. Πέρασαν μέσα στην πολυκατοικία και προχώρησαν προς το τέλος του εξαιρετικά διακοσμημένου διαδρόμου στην πόρτα του ασανσέρ όπου τους οδήγησε στον τέταρτο όροφο, ακριβώς απέναντι από την πόρτα του διαμερίσματος της Μαρί.
Η γνωστή κιτρινόμαυρη κορδέλα της αστυνομίας που απαγόρευε τη διέλευση του κοινού στον τόπο του εγκλήματος ήταν κολλημένη πάνω στην κάσα της πόρτας. Ο ντετέκτιβ Περνό την παραμέρισε διακριτικά και άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος που ήταν ξεκλείδωτη. Μέσα στο διαμέρισμα, όλα τα πράγματα ήταν σε απόλυτη τάξη και μονάχα η κιμωλία στο πάτωμα του διαμερίσματος και κάμποσες κηλίδες αίμα στο μεταξωτό χαλί Μπουχάρα μαρτυρούσαν ότι είχε διαπραχθεί κάποιο έγκλημα εκεί μέσα.
- Δεν σε παραξενεύει αυτό; Ρώτησε ο ντετέκτιβ καθώς περιεργαζόταν ακίνητος, με το βλέμμα του μόνο, ένα ένα τα αντικείμενα του σπιτιού.
- Ποιο; Ρώτησε ο αστυνόμος και έβγαλε το μικρό μπλοκάκι του και ένα στυλό από τη μέσα τσέπη του χοντρού μπουφάν του έτοιμος να σημειώσει κάθε σκέψη του ντετέκτιβ.
- Ένας άνθρωπος πέθανε εδώ μέσα και όμως όλα είναι στη θέση τους. Τα μαξιλάρια του καναπέ στοιχισμένα και το γυάλινο τραπεζάκι του σαλονιού άψογα τακτοποιημένο. Ούτε μια δαχτυλιά δεν έχει επάνω! Δεν πάλεψαν, δεν θύμωσαν, τίποτα; Είπε με απορία.
Ο ντετέκτιβ Περνό προχώρησε στο μικρό χώρο της κουζίνας, ο οποίος δεν έδειχνε να έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ, ούτε μια μυρωδιά δεν έβγαινε από τα συρτάρια και τα ντουλάπια. Στο πρώτο συρτάρι βρισκόταν ένα τιρμπουσόν, δύο κουτάλια του γλυκού, δύο πιρούνια, δύο μαχαίρια για το τραπέζι και μία κενή πλαστική θήκη για το μαχαίρι - φονικό όπλο. Στο μοναδικό ντουλάπι βρίσκονταν δύο μεγάλα πιάτα, δύο μικρά, δύο ποτήρια κόκκινου κρασιού και δύο ποτήρια σαμπάνιας. Όλα για δύο. Αλλά η Μαρί ζούσε μόνη της. Πόσο αλήθεια να ήταν αυτό;
Ο ντετέκτιβ τώρα άνοιγε το μικρό ψυγείο διαπιστώνοντας ότι μέσα δεν είχε τίποτε άλλο παρά ένα μπουκάλι πανάκριβο κόκκινο κρασί, ένα μπουκάλι σαμπάνιας Moet και κλειστό συσκευασμένο ροκφόρ.
- Τελικά, μόνο το χαλί του σαλονιού είναι λερωμένο, είπε ο ντετέκτιβ Περνό βγαίνοντας και από το μπάνιο. Δεν υπάρχει ούτε ένα άπλυτο ρούχο στο καλάθι και κανένα ασιδέρωτο ρούχο στην ντουλάπα. Σαν να μην ζούσε κανείς εδώ. Σαν να ήρθε κάποιος και να μετέφερε το πτώμα σε αυτό ακριβώς το σημείο χωρίς να στάξει σταγόνα αίματος πουθενά αλλού. Είναι εξωφρενικό. Δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο ποτέ. Και από την άλλη, η Μαρί να μη μαρτυρά αλλά ούτε και να αρνείται τίποτα. «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε» είναι η μοναδική της απάντηση είπε κοροϊδευτικά ο ντετέκτιβ Περνό προς έκπληξη του νεαρού αστυνόμου για το χιούμορ του. Σαν να θέλει να κατηγορηθεί γι’αυτό το έγκλημα!, συνέχισε, και πλησίασε σκεφτικός το παράθυρο.
Τώρα, το χιόνι έπεφτε ακόμα πιο πυκνό και το στολισμένο Παρίσι λαμπίριζε στο σκοτεινό ουρανό. Σίγουρα εκεί κάτω ο περισσότερος κόσμος πηγαινοερχόταν χαρούμενος, τουρίστες συνέχιζαν τα εορταστικά ψώνια τους στην πιο ακριβή πρωτεύουσα της Ευρώπης ενώ άλλοι περαστικοί, κουρασμένοι από τα ψώνια και το κρύο, σταματούσαν σε διάφορες brasserie για να γευτούν την εξαιρετική γαλλική κρεμμυδόσουπα με το ψωμάκι να κολυμπάει στο ζουμί της και το λιωμένο τυρί να τυλίγεται σφιχτά σαν χταπόδι γύρω από το κουτάλι τους.
Η σύζυγος του ντετέκτιβ Περνό θα ετοίμαζε σήμερα, παραμονή των Χριστουγέννω, ένα προεόρτιο δείπνο με θαλασσινά, γαρίδες κοκτέιλ και αρωματικά μύδια σούπα με μπέικον και ελιές, το αγαπημένο του ντετέκτιβ, και θαρρείς ότι η μυρωδιά τους είχε ήδη εισχωρήσει στα ρουθούνια του και τα γαργαλούσε χαριτωμένα. «Εκεί θα έπρεπε να ήμουν», σκεφτόταν ο ντετέκτιβ Περνό σιωπηλά, «στο σπίτι μου, να γεύομαι το κρασάκι μου και το τυράκι μου, αραχτός στην καρό μπερζέρα μου αλλά, αντ’αυτού, βρίσκομαι σε ένα κατά τα άλλα ωραιότατο αλλά κρύο και αδιάφορο διαμέρισμα προκειμένου να λύσω ένα φόνο τελευταίες μέρες πριν από τη σύνταξη μου μέσα στα Χριστούγεννα».
- Dejole*, αναφώνισε ο αστυνόμος. Δεν νομίζω να καταφέρετε να φτάσετε εγκαίρως στο σπίτι σας για το τραπέζι, είναι ήδη 6 η ώρα, του είπε δείχνοντας του το ρολόι του διαδρόμου. Ξεφύλλισε για λίγο το μπλοκάκι του και συνέχισε. Είπαμε ότι υπάρχουν και τα δακτυλικά αποτυπώματα ενός άλλου ατόμου στο φονικό μαχαίρι, τα οποία πιθανόν να ανήκουν και στο δράστη της δολοφονίας μας. Πως εξηγείται όμως την ύπαρξη των δαχτυλικών αποτυπωμάτων της Μαρί πάνω στο μαχαίρι και τι σας κάνει να πιστεύετε ότι δεν είναι αυτή ο δράστης; Ρώτησε ο νεαρός και κοίταξε τον ντετέκτιβ με φανερή απορία λόγω απειρίας.
*Dejole (ντεζολέ) σημαίνει λυπάμαι
- Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να φανταστώ μια κοπέλα με τέτοιο επίπεδο και τέτοιες προοπτικές να διαπράττει ένα έγκλημα. Έχω δει πολλούς δολοφόνους στην καριέρα μου και η Μαρί Σολιέ δεν είναι ένας από αυτούς. Αλήθεια, η καθαρίστρια πότε είχε έρθει τελευταία φορά; Την ανακρίναμε; Τι μας απάντησε; Ρώτησε ο ντετέκτιβ τον αστυνόμο περισσότερο για να βρει χρόνο να συγκεντρώσει τη σκέψη του παρά περιμένοντας κάποια σημαντική απάντηση στις ερωτήσεις του την οποία δεν γνώριζε ήδη.
- Η καθαρίστρια είχε έρθει χτες το πρωί, την ημέρα του φόνου, για να καθαρίσει το σπίτι. Στην ανάκριση είπε ότι όλη την ώρα ήταν μόνη της στο διαμέρισμα μέχρι την ώρα που έφυγε. Εκτός, φυσικά, από εκείνο το μισάωρο που πέρασε η Μαρί από το διαμέρισμα για να αλλάξει ρούχα.
- Και τι ώρα έφυγε η καθαρίστρια;
- Στις 2 το μεσημέρι. Κλείδωσε την πόρτα και αποχώρησε ακριβώς όπως κάνει κάθε φορά. Δεν παρατήρησε τίποτα το διαφορετικό μας είπε.
- Κλείδωσε, ε; Και τα κλειδιά του διαμερίσματος τότε που είναι, αστυνόμε; Σας τα παρέδωσε; Ρώτησε ο ντετέκτιβ πιστεύοντας ότι σε αυτή τη λεπτομέρεια θα έβρισκε κάποια χρήσιμη απάντηση.
- Τα είχε αφήσει στο γραμματοκιβώτιο μέσα, μας είπε. Τα έριξε από τη χαραμάδα των γραμμάτων. Δεν ήταν εκεί όμως όταν το ανοίξαμε. Αλλά στο διαμέρισμα της Μαρί, στην κλειδοθήκη της εισόδου, βρήκαμε ένα ζευγάρι κλειδιά τα οποία είναι πιθανότατα δικά της. Μάλλον θα τα είχε πάρει η Μαρί όταν επέστρεψε στο διαμέρισμα μετά την καθαρίστρια.
- Μάλλον. Πιθανότατα. Δεν είναι αυτές κουβέντες για έναν αστυνομικό που θέλει απαντήσεις. Τη ρωτήσαμε την καθαρίστρια, αστυνόμε, εάν αναγνωρίζει τα κλειδιά της κλειδοθήκης; Και γιατί να τα πάρει η Μαρί αφού έχει δικά της κλειδιά ή μήπως δεν υπάρχουν άλλα κλειδιά; Βρήκαμε άλλα κλειδιά πάνω στη Μαρί όταν τη φέραμε στο Τμήμα;
Ο νεαρός αστυνόμος είχε λουφάξει στη θέση του και δεν τολμούσε να ξεστομίσει άλλη λέξη. Είχε την αίσθηση ότι ό,τι και αν έλεγε από εδώ και πέρα θα ήταν σίγουρα εναντίον του.
- Ε, όχι ακόμα, τόλμησε να απαντήσει ο νεαρός διστακτικά επιβεβαιώνοντας ότι είχε ξεχάσει κάτι φανερά σημαντικό για την έκβαση της υπόθεσης. Η αλήθεια είναι ότι δεν τα δείξαμε τα κλειδιά στην καθαρίστρια.
- Να την πάρεις αμέσως να πάει στο Τμήμα και να επιβεβαιώσει σε ποιόν ανήκουν τα κλειδιά! είπε επιτακτικά ο ντετέκτιβ Περνό. Και να την ρωτήσεις εάν η Μαρί είχε δικά της κλειδιά γιατί εάν περιμένουμε από αυτήν, τη Μαρί εννοώ, να μας απαντήσει... τότε σωθήκαμε. Θα μας ταράξει πάλι στο «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε»! Α, επιβεβαίωσε και με το Τμήμα ότι δεν βρήκαν άλλα κλειδιά πάνω της κατά την προσαγωγή της. Άντε, κουνήσου, πάρε τηλέφωνο! Είπε θυμωμένα ο ντετέκτιβ και κούνησε το χέρι του λες και με αυτό τον τρόπο θα ξεκουνούσε τον αστυνόμο από τη θέση του μια ώρα γρηγορότερα.
- Μα, είναι παραμονή Χριστουγέννων, ντετέκτιβ, θα είναι δύσκολο… τόλμησε να εκφράσει άποψη ο αστυνόμος.
- Κάνε αυτό που σου λέω, αστυνόμε, εδώ έχουμε μια υπόθεση να λύσουμε, δεν παίζουμε Cluedo*!
«Μμμμ, συνεπώς», συνέχισε ο ντετέκτιβ να μονολογεί γυρίζοντας την πλάτη του στο νεαρό αστυνομικό, «η Ζουλιέτ είτε είχε δικά της κλειδιά για να μπει στο διαμέρισμα, είτε χρησιμοποίησε τα κλειδιά της καθαρίστριας, είτε μπήκε στο διαμέρισμα μαζί με το δολοφόνο ή τη Μαρί.»
- Δεν υπάρχουν ίχνη παραβίασης του διαμερίσματος, έτσι δεν είναι;, είπε ο ντετέκτιβ Περνό εκφράζοντας δυνατά τη σκέψη του και αποστρέφοντας ενοχλημένος το βλέμμα του από το παράθυρο ενώ πλησίασε την πόρτα της εισόδου αυτή τη φορά εξετάζοντας την όσο πιο προσεκτικά μπορούσε με τον ειδικό φακό του.
Η εικόνα του φωταγωγημένου Πύργου του Άιφελ του έφερνε θυμό και θλίψη από τη στιγμή που ακόμα δεν μπορούσε να επιστρέψει στο σπίτι του. Από την άλλη, η ευσυνειδησία και η αφοσίωση στη δουλειά του χτυπούσε κόκκινο κι ακόμα περισσότερο τη στιγμή που η καριέρα του έφτανε στο τέλος της και θα ήταν άδικο για έναν ντετέκτιβ του κύρους του να φύγει από την υπηρεσία του με μια άλυτη υπόθεση φορτωμένη στην πλάτη του.
Χτύπησε το κινητό του τηλέφωνο και η γυναίκα του από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής ακούστηκε να τον ρωτάει τι ώρα θα επιστρέψει στο σπίτι για το τραπέζι της παραμονής των Χριστουγέννων. Δεν της ήταν ευχάριστο έλεγε να προσπαθεί να βρει δικαιολογίες για μια ακόμα αργοπορία του ούτε μπορούσε να μιλάει στους καλεσμένους της για δολοφονίες, πτώματα και φονικά όπλα. Η κατανόηση της είχε εξαντληθεί.
- Καλά θα κάνεις να έρθεις το γρηγορότερο δυνατό! Δεν μπορώ να τα καταφέρω μόνη μου. Τα πτώματα δεν θα ζωντανέψουν και θα φύγουν από τη θέση τους! Και αύριο εκεί θα είναι! Vite*! Του φώναξε και του έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα.
Οι καλεσμένοι του είχαν αρχίσει να έρχονται κι εκείνος αισθανόταν εγκλωβισμένος στο διαμέρισμα της Μαρί με το πνεύμα της Ζουλιέτ να αιωρείται πάνω από το κεφάλι του και να ζητάει δικαίωση. Τουλάχιστον έτσι του φάνηκε και κοίταξε ασυναίσθητα το ταβάνι ψάχνοντας να βρει τη μορφή της. Κενό. Βλέμμα στο κενό και οι σκέψεις του να ακολουθούν η μία την άλλη σαν τρελές πεταλούδες στη γαλλική ύπαιθρο ανάμεσα σε μπάλες από σανό και χοντρές ασπρόμαυρες αγελάδες.
Κούνησε το κεφάλι του για να επανέρθει η σκέψη του στο περιβάλλον του διαμερίσματος. «Η παραμονή των Χριστουγέννων, μια δολοφονία, υπερβολικό κρύο και μια γυναίκα εξοργισμένη να σε περιμένει στο σπίτι. Νομίζω, ότι είναι πολλά για έναν άντρα της ηλικίας μου» σκέφτηκε και πλησίασε τον νεαρό αστυνομικό μήπως έβρισκε λίγη σιωπηλή συμπαράσταση.
* Cluedo είναι επιτραπέζιο παιχνίδι με αντικείμενο την επίλυση αστείων αστυνομικών υποθέσεων
*Vite (βιτ) σημαίνει γρήγορα
Και πότε είπαμε ότι εμφανίστηκε η Μαρί στο σπίτι την ώρα που ήταν εδώ η καθαρίστρια; ρώτησε ο ντετέκτιβ τον αστυνόμο, ενώ φαινόταν ξεκάθαρα ότι ήταν η σειρά του αστυνόμου να έχει αφαιρεθεί τελείως από την υπόθεση και να ακολουθεί την εορταστική παρόρμηση της ημέρας σιγοτραγουδώντας τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.
- Εεε, πέρασε για μια στιγμή μόνο να πάρει ένα λιλά μεταξωτό φόρεμα σε διάφανη προστατευτική θήκη, όπως μας είπε η καθαρίστρια, και έφυγε για το γυμναστήριο, απάντησε ο αστυνόμος σταματώντας απότομα το τραγούδι σαν μικρό παιδί που το έπιασαν στα πράσα την ώρα που έκανε μια σκανταλιά. Δεν έμεινε πάνω από μισή ώρα. Ήταν γύρω στις 12.
- Μάλιστα. Η Μαρί φορούσε το ίδιο φόρεμα στην εκδήλωση και στη δολοφονία. Και σε τι κατάσταση ήταν; Η Μαρί εννοώ, όχι η καθαρίστρια, διευκρίνισε ο ντετέκτιβ, γιατί ακόμα και τώρα ο αστυνόμος δεν είχε συνέλθει από το τραγούδι του.
- Εεεε, … χαρούμενη σύμφωνα με την καθαρίστρια, απάντησε ταραγμένος και φάνηκε ότι μια μόνο σκέψη τυραννούσε πλέον το μυαλό του κι αυτή δεν αφορούσε σίγουρα την υπόθεση. «Τι ώρα θα τελειώσουμε επιτέλους; Είναι Χριστούγεννα» σκεφτόταν σιωπηλά ο νεαρός και έριξε μια κλεφτή ματιά στο ρολόι του ενώ ο ντετέκτιβ τον αγριοκοίταξε.
- Μάλιστα. Και πότε υπολογίζουμε ότι έγινε το έγκλημα; Τον ρώτησε έντονα ο ντετέκτιβ ενοχλημένος για τη στάση του. Συγκεντρώσου λίγο για να τελειώνουμε, επιτέλους! Του είπε με ένταση καρφώνοντας τον με τα θολά γαλάζια μάτια του.
Ο νεαρός αστυνόμος καθάρισε το λαιμό του δήθεν ότι κάτι είχε, ίσα ίσα για να κερδίσει χρόνο, και ξεφύλλισε το μπλοκάκι του ξαναψάχνοντας τις σημειώσεις του.
- Στις 7 με 9 το απόγευμα, προπαραμονή Χριστουγέννων, σύμφωνα με την κατάσταση του πτώματος και την ώρα που βρέθηκε η Μαρί, απάντησε επιβεβαιώνοντας τα λεγόμενα του κοιτάζοντας τις σημειώσεις του για πολλοστή φορά. Από τις 2 η ώρα που έφυγε η καθαρίστρια και μετά δεν γνωρίζουμε τι συνέβη μέσα στο διαμέρισμα. Κανείς από τους κατοίκους της πολυκατοικίας δεν είδε κάποιον άγνωστο να μπαίνει στην πολυκατοικία και κανείς δεν είδε ή άκουσε κάποιον να μπαίνει στο διαμέρισμα.
- Συνεπώς, από τις 2 και μετά που έφυγε η καθαρίστρια δεν γνωρίζουμε τι έγινε εδώ μέσα, έτσι δεν είναι; Τον ξαναρώτησε ο ντετέκτιβ περισσότερο για να ενεργοποιήσει τη σκέψη του παρά περιμένοντας κάποια αξιόλογη απάντηση από μέρους του.
- Ντετέκτιβ, πρέπει να λάβετε υπόψη σας ότι η Μαρί ήταν προσκαλεσμένη σε ένα γκαλά στις 5 το απόγευμα, στον οίκο μόδας του Luis Vuitton στη Champs Elysee, στο οποίο και εμφανίστηκε άψογη. Αποχώρησε από την εκδήλωση, μόνη της, γύρω στις 6, δηλαδή μία ώρα αργότερα, όπου μπήκε στη λιμουζίνα της με το σοφέρ της. Νωρίτερα, γύρω στις 3, είχε επισκεφτεί το κομμωτήριο της για να φροντίσει τα μαλλιά και τα νύχια της για να ντυθεί για την εκδήλωση σύμφωνα με το προγραμματισμένο ραντεβού της. Στο κομμωτήριο είχε πάει κατευθείαν μετά τη γυμναστική της καθώς αποτελεί υπηρεσία του γυμναστηρίου και βρίσκεται στον ίδιο χώρο. Αυτά μας τα επιβεβαίωσαν και ο προσωπικός γυμναστής της και η γραμματέας της. Δεν φαίνεται να είχε υπάρξει κάποια παρέκκλιση στο ημερήσιο πρόγραμμα της μέχρι τη στιγμή της δολοφονίας της Ζουλιέτ.
- Πολύ ωραία! Και μετά το κομμωτήριο ντύθηκε, ετοιμάστηκε και ο σοφέρ της την πήγε στην εκδήλωση. Και γνωρίζουμε που την πήγε ο σοφέρ της μετά την εκδήλωση αστυνόμε; Ρώτησε ο ντετέκτιβ την ώρα που περιεργαζόταν την διακόσμηση του διαμερίσματος δίνοντας μεγάλη προσοχή στη λεπτομέρεια.
«Περίεργο», σκεφτόταν ο ντετέκτιβ, «δεν υπάρχει ούτε μια φωτογραφία σε ολόκληρο το διαμέρισμα, ούτε μια φωτογραφία της Μαρί, των γονιών της, φίλων της ή της Ζουλιέτ ακόμα. Πόσο ιδιόρρυθμοι στ’αλήθεια είναι αυτοί οι πλούσιοι! Τόσο ενδιαφέρουσα ζωή και κανένα στιγμιότυπο. Σαν να μη θέλει να θυμάται τίποτα, σαν να μην έχει τίποτα για να θυμάται. Μήπως είχε κάτι που τη βασάνιζε και ήθελε να το κρατήσει μακριά και γι’αυτό το λόγο είχε υιοθετήσει αυτή την περίεργη συμπεριφορά τώρα τελευταία σύμφωνα με τον περίγυρο της; Από την άλλη, δεν είναι ότι είχε απαρνηθεί το παρελθόν της, συνέχιζε να συναναστρέφεται με άτομα του κύκλου της και να απασχολείται στις επιχειρήσεις της οικογένειας της. Ποιος ξέρει; Και να μη λέει κουβέντα, πανάθεμα την! Λες να ήξερε κάτι η Ζουλιέτ και γι’αυτό να τη σκότωσε; Και γιατί εμφανίζονταν παντού αγαπημένες και γελαστές σύμφωνα με τις μαρτυρίες της μποέμ παρέας της;».
Σαν να εισακούστηκαν οι σκέψεις του ντετέκτιβ Περνό και εμφανίστηκε ο αστυνόμος δίπλα του κρατώντας μια φωτογραφία τοποθετημένη μέσα σε ένα σακουλάκι από αυτά που χρησιμοποιούν οι αστυνομικοί για να βάζουν τα αποδεικτικά στοιχεία. Η φωτογραφία απεικόνιζε τη Μαρί και τη Ζουλιέτ, χαμογελαστές, αγκαλιά κάτω από τον Πύργο του Άιφελ φωτογραφισμένες από έναν πλανόδιο φωτογράφο. Η Μαρί φορούσε μια γκρι φόρμα με αστραφτερές λεπτομέρειες και μοδάτα αθλητικά παπούτσια ενώ η Ζουλιέτ φορούσε μια στενή λευκή μπλούζα πάνω από ένα μαύρο σαλβάρι και μαύρα ψηλά στρατιωτικά μποτάκια. Η ημερομηνία ήταν χτεσινή. Το πρόσωπο του ντετέκτιβ Περνό φωτίστηκε σαν να ήταν έτοιμος να λύσει το γρίφο της δολοφονίας ακριβώς εκείνη τη στιγμή!
- Άρα, η Μαρί και η Ζουλιέτ είχαν συναντηθεί το πρωί της ημέρας της δολοφονίας, κάποια στιγμή, αναφώνησε ο ντετέκτιβ. Λίγο πριν πάει η Μαρί γυμναστήριο σύμφωνα με την αμφίεση της. Αστυνόμε, να ψάξεις να βρεις αμέσως το φωτογράφο και να τον ρωτήσεις τι ώρα ήταν που τραβήχτηκε η φωτογραφία και πως ήταν η συμπεριφορά των δύο κοριτσιών, αν και μου φαίνονται ιδιαίτερα χαρούμενες και άνετες μεταξύ τους. Δεν φαίνεται να είχε προηγηθεί κάτι δυσάρεστο. Που ακριβώς βρήκες τη φωτογραφία αστυνόμε;
- Ήταν κάτω από το χαλί. Στην ουσία ήταν κάτω από τη θέση που βρέθηκε το πτώμα της Ζουλιέτ. Μια ακρούλα της φαινόταν μόνο. Την τράβηξα με το τσιμπιδάκι και την τοποθέτησα στο ειδικό σακουλάκι δίχως να αφήσω τα αποτυπώματα μου, εξήγησε ο νεαρός περήφανος για το κατόρθωμα του περιμένοντας να τον ενθαρρύνει ο ντετέκτιβ για την πράξη του.
Ο ντετέκτιβ Περνό δεν έδωσε καμία σημασία στα σχόλια του αστυνομικού προς απογοήτευση του δευτέρου και απορροφημένος στις σκέψεις του αναφώνησε.
- Αχά, κάτω από το πτώμα, ε; Σύμφωνα με το ένστικτο μου, η φωτογραφία είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη δολοφονία, κάποια σχέση έχει σίγουρα αλλά ποιά; Κάποια συζήτηση θα έγινε σχετικά με αυτήν ή με τη σχέση των δύο κοριτσιών. Ποιος να ξέρει; Η Μαρί άραγε;
- Ντετέκτιβ Περνό, είστε μια ιδιοφυία! Τον διέκοψε ο νεαρός αστυνόμος κατενθουσιασμένος για το συνειρμό του ντετέκτιβ.
Ο ντετέκτιβ Περνό αγνοώντας τον παντελώς συνέχισε τις σκέψεις του δίνοντας του οδηγίες για το τι έπρεπε να κάνει από εδώ και πέρα.
- Λοιπόν, αστυνόμε, θυμάσαι τι σου είπα; Θα πας αύριο κιόλας στο ίδιο μέρος και θα ψάξεις να βρεις το φωτογράφο. Να πας με πολιτικά ρούχα για να μην φοβηθεί και φύγει, αν και δεν έχει τίποτα να φοβηθεί. Ποτέ δεν ξέρεις όμως. Από τη φωτεινότητα της φωτογραφίας πάντως εκτιμώ ότι θα έπρεπε να είναι γύρω στις 10 με 12 το μεσημέρι. Φρόντισε να πας νωρίτερα, είπε ο ντετέκτιβ και δεν χωρούσε καμία αμφισβήτηση στα λόγια του.
- Ναι, αλλά αύριο είναι Χριστούγεννα, ντετέκτιβ, πως είμαστε σίγουροι ότι θα είναι εκεί και δεν θα βρίσκεται με την οικογένεια του να απολαμβάνει το εορταστικό δείπνο; Ρώτησε ο αστυνόμος, ο οποίος περίμενε ότι τουλάχιστον αύριο θα βρισκόταν στο σπιτάκι του και θα πήγαινε εκείνη τη βόλτα που είχε κανονίσει με την κοπέλα του. Κρίμα!
- Αύριο είναι Χριστούγεννα, ο κόσμος πάει ρομαντικές βόλτες στον Πύργο του Άιφελ, το ίδιο και οι τουρίστες. Είναι ευκαιρία για το φωτογράφο μας να βγάλει μερικά ευρώ παραπάνω. Αποκλείεται να μείνει στο σπίτι του, αστυνόμε, και μην ψάχνεις για δικαιολογίες για να μην κάνεις τη δουλειά σου. Α, και τελικά δεν μου απάντησες, που την πήγε ο σοφέρ τη Μαρί μετά την εκδήλωση; Έλα, αστυνόμε, απάντησε μου, δεν βρισκόμαστε εδώ πέρα παραμονές Χριστουγέννων για να κοροϊδευόμαστε! Κάποια στιγμή πρέπει να τελειώνουμε με όλο αυτό, τον παρατήρησε έντονα ο ντετέκτιβ Περνό περισσότερο γιατί ήθελε και ο ίδιος να φεύγει μια ώρα γρηγορότερα από εκεί μέσα.
- Κανείς δεν γνωρίζει ντετέκτιβ. Την άφησε στη στάση του Μετρό κοντά στο Μουσείο του Λούβρου και του έδωσε άδεια για την υπόλοιπη μέρα. Δεν βρήκαμε κάποιο εισιτήριο πάνω της που να πιστοποιεί εάν πράγματι μπήκε στο Μετρό κι εκείνη αρνείται να απαντήσει. Επιπλέον, κανείς από τους υπαλλήλους που είχαν βάρδια εκείνη την ώρα δεν μπορεί να την θυμηθεί.
- Καλά, μια τέτοια διάσημη παρουσία του Παρισιού και κανένας δεν γύρισε να την κοιτάξει σε ολόκληρο Μετρό! Τι αδιάφοροι άνθρωποι υπάρχουν εκεί έξω! Αστυνόμε, πρέπει οπωσδήποτε να βρούμε τι έκανε η Μαρί μεταξύ 7 και 9 το απόγευμα την προπαραμονή των Χριστουγέννων. Και η Ζουλιέτ που βρισκόταν αυτό το διάστημα;
- Κανείς δεν είχε δει τη Ζουλιέτ από το προηγούμενο βράδυ της προπαραμονής των Χριστουγέννων και μετά. Αργά το βράδυ βρισκόταν με μεγάλη παρέα στο Μαύρο Γάτο στο Κλισύ αλλά έφυγε μόνη της από το μπαρ γύρω στα μεσάνυχτα, νωρίτερα από άλλες φορές. Δικαιολογήθηκε ότι, την επόμενη μέρα, έπρεπε να πάει νωρίς το πρωί στο κεντρικό δημόσιο νοσοκομείο για να παραλάβει τα αποτελέσματα των εξετάσεων της και έτσι θα πήγαινε στο σπίτι της να κοιμηθεί και να ξεκουραστεί λίγο από την τρέλα των ημερών. Οι εξετάσεις ήταν κάτι που επαναλάμβανε τακτικά, σε μηνιαία βάση, λόγω κάποιου προβλήματος υγείας που είχε αλλά δεν είχε πει σε κανέναν τι ακριβώς ήταν και οι ίδιοι οι φίλοι της δεν είχαν ενδιαφερθεί ποτέ να την ρωτήσουν.
- Ωραίοι, φίλοι! Τι, μποέμ, υπεράνω και αηδίες! Δεν λες αδιάφοροι καλύτερα;
- Συμπέραναν πάντως ότι η Μαρί θα έπρεπε να ξέρει κάτι γι’αυτό διότι την τελευταία φορά, πριν από ένα μήνα περίπου, την είχε συνοδέψει εκείνη στο νοσοκομείο σε πολύ άσχημη κατάσταση.
- Οι γείτονες επιβεβαιώνουν ότι η Ζουλιέτ επέστρεψε εκείνο το βράδυ στο σπίτι της μετά το Μαύρο Γάτο; Ναι, το επιβεβαίωσαν. Την επόμενη μέρα έφυγε από το σπίτι της λίγο μετά τις 10, αυτό μας το επιβεβαίωσε η γειτόνισσα της που βγάζει το πεκινουά της για βόλτα στο πάρκο κάθε μέρα στις 10 ακριβώς, είναι Αγγλίδα. Από εκείνη την ώρα και μετά κανείς δεν είδε τη Ζουλιέτ ή την άκουσε να επιστρέφει στο σπίτι της μέχρι την ώρα που διαπράχθηκε το έγκλημα.
Η ώρα είχε περάσει για τα καλά και ο ντετέκτιβ Περνό είχε αρχίσει να εκνευρίζεται που ακόμα δεν είχε καταφέρει να φτάσει στο σπίτι του. Από τη μια, η περιέργεια του μαζί με την ευσυνειδησία του έστηναν τρελό χορό μέσα στο κεφάλι του και τον κρατούσαν κολλημένο στο ψυχρό διαμέρισμα της Μαρί που έκρυβε τόσα μυστικά αλλά για κακή του τύχη δεν φανέρωνε κανένα. Από την άλλη σκεφτόταν τη δόλια τη γυναίκα του που έκανε τόσες ετοιμασίες από το πρωί για να τον ευχαριστήσει για την επικείμενη συνταξιοδότηση του που ποιος την άκουγε για την απουσία του από το τραπέζι όταν θα επέστρεφε στο σπίτι!
Εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν η γυναίκα του στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Δεν ήταν να σκεφτόταν τίποτε άλλο;
- Τουλάχιστον θα καταφέρεις να έρθεις για το γλυκό; Έφτιαξα το αγαπημένο σου! Σοκολατένια τούρτα με καραμελωμένα αχλάδια καψαλισμένα και μαρέγκες πορτοκαλιού! του είπε για να τον δελεάσει και αισθάνθηκε τη μυρωδιά της καμένης καραμέλας και τη γεύση της μαρέγκας να σπάει στον ουρανίσκο του.
- Έρχομαι, γλυκιά μου, σε μισή ώρα θα είμαι εκεί!
Έκλεισε το τηλέφωνο και έστρεψε το βλέμμα του στον αστυνόμο που μόλις είχε ολοκληρώσει την κουβέντα του με το Τμήμα.
- Τι σου είπε ο αστυνόμος βάρδιας;
- Επικοινώνησαν με την καθαρίστρια και αύριο το πρωί θα είναι στο Τμήμα. Της περιέγραψαν το μπρελόκ των κλειδιών που βρέθηκε στην κλειδοθήκη του διαμερίσματος και είπε ότι ήταν το δικό της αλλά θα περάσει κι αύριο από το Τμήμα για μεγαλύτερη σιγουριά. Σε καμία περίπτωση όμως δεν ανήκει στη Μαρί διότι είχε δικά της κλειδιά, όπως μας είπε, τα οποία φέρουν τα αρχικά ΜΖ.
- Μάλιστα, πολύ ωραία. Λοιπόν, αστυνόμε, νομίζω ότι τελειώσαμε από εδώ, επιστροφή στο τμήμα για ανακεφαλαίωση και ανασύνταξη δυνάμεων και, φυσικά, για μια καινούρια κουβεντούλα με τη δεσποινίδα Σολιέ.
- Μα, τώρα δεν είπατε ότι θα επιστρέψετε στο σπίτι σας;
- Αλήθεια, έτσι είπα; Δεν το κατάλαβα. Επιστροφή στο Τμήμα αστυνόμε χωρίς πολλές κουβέντες, τον έκοψε ο ντετέκτιβ απότομα και προχώρησε με γρήγορα βήματα έξω από το διαμέρισμα.
Η Μαρί στο κελί της είχε αρχίσει από ώρα να νιώθει άβολα. Πίστευε ότι όλο αυτό θα είχε κρατήσει πολύ λιγότερο, όπως στις ταινίες, αλλά όπως φαινόταν στην πραγματικότητα διαρκούσε πολύ περισσότερο. Χιλιάδες σκέψεις περνούσαν τώρα από το μυαλό της. Έχοντας συνέλθει από το πρώτο σοκ του θανάτου της Ζουλιέτ σκεφτόταν μήπως έπρεπε να ειδοποιήσει τους γονείς της ή εάν κάποιος τους είχε ειδοποιήσει ήδη. Μήπως είχαν καταλήξει ποιος είναι ο δράστης της ιστορίας; Μήπως είχαν βρει την αλήθεια πίσω από όλα αυτά; Μήπως ήταν ανώφελο να μην απαντά στις ερωτήσεις του ντετέκτιβ Περνό και να αρκείται σε ένα απλό «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε»; Μήπως κάποιος από την παρέα της Ζουλιέτ ήξερε κάτι περισσότερο για τη σχέση της μαζί της; Μήπως η Ζουλιέτ είχε μιλήσει σε κάποιον πριν τη βρει στο σπίτι της εκείνο το μοιραίο βράδυ;
«Η Ζουλιέτ είναι νεκρή!» έκραξε η Μαρί κάτω από το δέρμα της με όλα τα κύτταρα της τεντωμένα. Άρχισε να περπατά πάνω κάτω στον περιορισμένο χώρο του κελιού που της αντιστοιχούσε. Δεν ήταν μαθημένη σε τόσο μικροσκοπικά και βρώμικα δωμάτια κι όλο αυτό είχε αρχίσει να ενοχλεί την αισθητική της.
«Αχ, Ζουλιέτ, γιατί; Γιατί το έκανες αυτό;» φαινόταν η Μαρί σαν να παραμιλούσε και κατέβασε τον ήχο της σκέψης της πίσω στο λάρυγγα της μέχρι βαθιά στην κοιλιά της. Δεν είχε έρθει ακόμα η στιγμή για να καμφθεί και να αρχίσει τις δηλώσεις και τις παραδοχές. Είχε ώρα για αυτό όταν θα εμφανίζονταν και οι γονείς της στο Παρίσι και, από όσο θυμόταν το πρόγραμμα τους, η επιστροφή τους θα καθυστερούσε για μερικές μέρες ακόμα.
Από την άλλη πλευρά, τι θα μπορούσαν να πουν στ’αλήθεια οι γονείς της για το θάνατο της Ζουλιέτ; Δεν είχαν προλάβει καν να την γνωρίσουν, αγνοούσαν την ύπαρξη της σαν να μην γεννήθηκε ποτέ. Η Μαρί δεν είχε τολμήσει να τους ενημερώσει για τη γνωριμία της με τη Ζουλιέτ. Και τι θα μπορούσε να τους πει άλλωστε; Ότι είχε συνάψει ερωτικές σχέσεις με μια κοπέλα και για το λόγο αυτό διατηρούσε δικό της διαμέρισμα στο κέντρο του Παρισιού εν αγνοία τους; Για να μπορεί να τη συναντά; Ακόμα κι αν η ερωτική τους σχέση είχε τελειώσει, ο ερωτισμός που εκδηλωνόταν όταν βρισκόντουσαν στον ίδιο χώρο δεν είχε πάψει ούτε για μια στιγμή. Κι έπειτα; Δεν ήταν δα και τόσο πρωτόγνωρο στον κύκλο τους, δύο κυρίες της καλής κοινωνίας να έχουν συνάψει σχέσεις μεταξύ τους. Όχι, βέβαια, ότι ήταν και κάτι ανακοινώσιμο και επιβραβεύσιμο. Από την άλλη πλευρά, η Ζουλιέτ δεν ήταν μέρος αυτής της «καλής κοινωνίας» για να δικαιολογηθεί και ως εκ τούτου η Μαρί δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να τους τη γνωρίσει ως φίλη της. Η Ζουλιέτ ανήκε στη μερίδα των ανθρώπων που οι γονείς της απαξιούσαν παντελώς να ασχοληθούν μαζί τους και τους θεωρούσαν τεμπέληδες και καιροσκόπους.
Η Μαρί, έκανε μερικά βήματα ακόμα προς τα κάγκελα λες και θα άνοιγε η πόρτα ξαφνικά και θα βρισκόταν έξω από το κελί. Τελευταία στιγμή κατάφερε στρέφοντας τους ώμους της να αποφύγει τη σωματική επαφή με μια «κυρία» αμφιβόλου ηθικής και προέλευσης, η οποία φορούσε απαράμιλλα βρώμικα και αταίριαστα ρούχα. Πλησίασε τα κάγκελα και τα κράτησε με προσοχή. Ήταν κρύα, ψυχρά και άγρια στην υφή. Δεν αισθανόταν ότι άνηκε σε εκείνο το χώρο. Πως είχε βρεθεί εκεί μέσα;
Η προϊσταμένη του νοσοκομείου που συνήθιζε να επισκέπτεται τη Ζουλιέτ της είχε δώσει άθελα της μια πολύ σημαντική πληροφορία για τη Ζουλιέτ και εκείνη. Μια πληροφορία που της είχε ανατρέψει όλα όσα πίστευε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Μα, πως θα μπορούσε να είναι αλήθεια; Ποιος να το φανταζόταν ότι θα άκουγε ποτέ στη ζωή της κάτι τέτοιο; Μήπως δεν έπρεπε να της το είχε κρύψει και να το είχε πει στη Ζουλιέτ αμέσως μόλις το είχε μάθει; Μήπως έτσι θα είχε καταφέρει να αποφύγει όλη αυτή τη βιαιότητα και τώρα η Ζουλιέτ θα ήταν ακόμα δίπλα της αντί να βρίσκεται στο ψυχρό κρεβάτι του νεκροτομείου; «Ήθελα το χρόνο μου!» έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό της προσπαθώντας να του βρει μια δικαιολογία για την αντιμετώπιση ενός τόσο σοβαρού θέματος. Πώς να πεις κάτι τόσο σοβαρό σε έναν άνθρωπο που θεωρείς τόσο δικό σου!
- Ήταν αδύνατον!, φώναξε κατά λάθος και όλες οι γυναίκες στο κρατητήριο γύρισαν και την κοίταξαν. Πρώτη φορά άκουγαν τη φωνή της, πρώτη φορά την έβλεπαν να αντιδρά σε κάτι, να παίρνει έκφραση το πρόσωπο και το σώμα της.
- Mademoiselle*, συμβαίνει κάτι; της απεύθυνε το λόγο μια ηλικιωμένη γυναίκα για την οποία η Μαρί δεν μπορούσε να φανταστεί καν για ποιο λόγο θα μπορούσε να βρίσκεται εκεί μέσα στην ηλικία που βρισκόταν. Μην αναρωτιέσαι και πολύ, παράνομος τζόγος, όλοι έχουν τις αδυναμίες τους. Εσύ; Απάντησε η ηλικιωμένη αντιλαμβανόμενη το περιπαιχτικό της βλέμμα και θέλοντας να της δείξει ότι δε διαφέρουν και πολύ
Ήταν η πρώτη φορά που της μιλούσε κάποιος μετά από τόση ώρα. Η Μαρί φάνηκε για δευτερόλεπτα να λυγίζει αλλά ασυναίσθητα ίσιωσε την πλάτη της και έκατσε πάλι στη θέση της στον πάγκο χωρίς μιλιά με το κεφάλι κατεβασμένο και εστιασμένο στις γόβες της. Μια στάλα αίμα είχε ξεφύγει από τις φλέβες της Ζουλιέτ και τώρα την έβλεπε πάνω στο λουστρίνι των παπουτσιών της.
- Μην ανησυχείς, συνέχισε η ηλικιωμένη γυναίκα, έχουν τον τρόπο τους και τα βρίσκουν όλα αυτοί εκεί έξω, γι’αυτό τους πληρώνουμε. Ακόμα κι αν δεν μιλήσεις, αργά ή γρήγορα θα τη βρουν τη λύση, πριν ακόμα να μπορέσεις να τη βρεις εσύ. Ακόμα και φόνο να έχεις κάνει, της είπε κοιτώντας τη βαθιά μέσα στα μάτια για να κλέψει μια αντίδραση ή περιμένοντας μια απάντηση που δεν ήρθε ποτέ. Δύσκολο το κοριτσάκι, συνέχισε απευθυνόμενη στη διπλανή της, αλλά θα λυγίσει, δεν είναι μαθημένη σε αυτά. Φαίνεται από μακριά και αυτοί εκεί έξω το ξέρουν καλά. Απλά παίρνουν το χρόνο τους μαζί της, είπε και ξέσπασε σε ένα εκνευριστικό γέλιο.
*Mademoiselle σημαίνει δεσποινίς
Η Μαρί καθισμένη έκρυψε το πρόσωπο της με τα χέρια της πασαλείφοντας ασυναίσθητα το μακιγιάζ της. Η άψογη αλλά παγωμένη μέχρι τώρα εικόνα της είχε αρχίσει να αλλοιώνεται δίνοντας τη θέση της σε έναν ευάλωτο συναισθηματικά χαρακτήρα. Έκανε ένα μορφασμό σαν να της ήρθαν δάκρυα στα μάτια αλλά γρήγορα τα στέγνωσε στη γωνία των ματιών της. Πόσο θα άντεχε ακόμα να τα κρατάει όλα μέσα της; Μυστικά, αποκαλύψεις, παρελθόν και μέλλον.
Ήθελε να κάνει ένα μπάνιο, να αλλάξει ρούχα, να ξεκουράσει τα πόδια της από τις ψιλοτάκουνες γόβες της. Κι αυτά τα ρούχα την ενοχλούσαν αφόρητα. Ρούχα χαράς, εορταστικά ρούχα φορεμένα σε ένα τόσο δυσάρεστο γεγονός. Ήθελε να τα βγάλει από πάνω της, να τα κάψει, να τα πετάξει στο Σηκουάνα να χαθούν. Δεν τα ήθελε πια. Δεν ήθελε τίποτα πια από τη ζωή της. Ποια ζωή; Ποια ήταν στ’αλήθεια η ζωή της; Έσκυψε κι αγκάλιασε τα πόδια της φέρνοντας τα χέρια της πίσω από τα γόνατα της. Κουλουριάστηκε σαν μικρό παιδί που θέλει να προστατευτεί, να καταλάβει όσο μικρότερο χώρο μπορεί σε αυτό τον κόσμο, σε αυτό το δωμάτιο, να κλάψει. Δεν θα μπορούσε όμως να το κάνει αυτό εκεί, ανάμεσα σε αυτούς, όχι αυτή, όχι η Μαρί Σολιέ.
Την επόμενη μέρα, ο νεαρός αστυνόμος μπήκε στο γραφείο του ντετέκτιβ Περνό ιδιαίτερα φουριόζος. Ήταν Χριστούγεννα αλλά ο ντετέκτιβ το αγνοούσε όσο πιο επιδεικτικά μπορούσε διαφορετικά θα έπεφτε σε βαθιά κατάθλιψη. Λίγες μέρες έμεναν πριν από την αλλαγή του χρόνου, λίγες μέρες πριν να καταθέσει το σήμα και την άδεια του και για λίγες μέρες ακόμα θα έπρεπε να βασανιστεί πίσω από το γραφείο του κι ανάμεσα στους φακέλους με τις υποθέσεις που είχε διαλευκάνει. Κι εκεί, ο γκρι φάκελος της υπόθεσης της Μαρί του έκλεινε το μάτι περιπαιχτικά και του κέντριζε την περιέργεια και το ενδιαφέρον να τον κλείσει μια και καλή πριν φύγει από την υπηρεσία.
- Λοιπόν, αστυνόμε, τι έχουμε που δεν κρατιέστε να το ξεστομίσετε;
- Βρήκα το φωτογράφο. Πράγματι η φωτογραφία τραβήχτηκε την ημέρα του θανάτου της Ζουλιέτ. Τα δυο κορίτσια ήταν ιδιαίτερα εύθυμα και χαρούμενα. Πριν χωριστούν, ο φωτογράφος άκουσε την Ζουλιέτ να λέει στη Μαρί ότι θα πήγαινε στο κεντρικό δημόσιο νοσοκομείο να παραλάβει τα αποτελέσματα των ιατρικών της εξετάσεων. Τη φίλησε στο στόμα πεταχτά και έφυγε προς το Μετρό ενώ η Μαρί μπήκε στη λιμουζίνα της που την περίμενε αρκετά μέτρα παρακάτω.
- Πολύ ωραία. Όλα καλά μέχρις εδώ. Με την καθαρίστρια τι έγινε;
- Μας επιβεβαίωσε ότι τα κλειδιά στην κλειδοθήκη ανήκαν στην ίδια.
- Της έδειξες τη φωτογραφία της Ζουλιέτ;
- Ναι. Δεν την είχε δει να έρχεται ποτέ στο διαμέρισμα όση ώρα ήταν αυτή εκεί αλλά θυμήθηκε ότι την είχε συναντήσει κάποια φορά στο διάδρομο της πολυκατοικίας.
- Συνεπώς, η Μαρί κρατούσε κρυφή τη σχέση της με τη Ζουλιέτ και από το σωφέρ και από την καθαρίστρια. Ίσως, να έχει να κάνει με τη φύση της σχέσης τους. Ερωτική, ίσως; Να ήταν ζευγάρι; Γιατί να την κρύβει αν απλά ήταν δυο καλές φίλες; Εξαιτίας της εμφάνισης της και του τρόπου ζωής της; Εντάξει, να το κάνει αυτό απέναντι στους γονείς της αλλά στους άλλους… γιατί έπρεπε να λογοδοτήσει; Τι φοβόταν; Ότι θα το μαρτυρούσαν στους γονείς της και θα την επέπλητταν; Αποκλείεται! Μήπως η Μαρί και η Ζουλιέτ δεν ήταν μόνο φίλες αλλά υπάρχει και κάτι άλλο που της συνδέει;
- Τι παραμιλάτε, ντετέκτιβ;
- Τα γράφεις αυτά που λέω αστυνόμε ή έχεις όρεξη για παρατηρήσεις Χριστουγεννιάτικα;
- Μάλιστα, αμέσως.
- Οι γονείς της είχαν επαφή με την καθαρίστρια;
- Ο, όχι, δεν τους ήξερε καν ποιοι ήταν. Ούτε για τη Μαρί ήξερε ποια ακριβώς ήταν.
- Πολύ ωραία, λοιπόν. Στο νοσοκομείο πήγαμε να δούμε τι σόι εξετάσεις ήταν αυτές που έκανε η Ζουλιέτ και τι πρόβλημα υγείας είχε επιτέλους;
- Μάλιστα. Έστειλα έναν αστυνόμο να παραλάβει το φάκελο της Ζουλιέτ. Πριν από λίγο μου έστειλε με φαξ τα αποτελέσματα των τελευταίων εξετάσεων της. Ορίστε!
Ο ντετέκτιβ Περνό πήρε τα χαρτιά στα χέρια του και άρχισε να τα περιεργάζεται με μεγάλη περιέργεια.
- Τα διάβασες εσύ;
- Μάλιστα, ντετέκτιβ, εξονυχιστικά.
- Εδώ λέει ότι η Ζουλιέτ πάσχει από μεσογειακή αναιμία και χρειάζεται τακτική μηνιαία παρακολούθηση. Ο γιατρός Βαριόν υπογράφει ως υπεύθυνος για τη Ζουλιέτ και θα πρέπει να του μιλήσουμε άμεσα. Πάρε τηλέφωνο στο νοσοκομείο να σου πουν που βρίσκεται αυτή τη στιγμή και να σου δώσουν τα στοιχεία επικοινωνίας του και όπου κι αν είναι θα πάμε να τον βρούμε, τώρα κιόλας.
Ο ντετέκτιβ Περνό αισθανόταν ότι αυτή η υπόθεση έφτανε στο τέλος της. Δεν περίμενε ότι θα ήταν ποτέ δυνατόν ένα άτομο σαν τη Μαρί να εμπλέκεται σε έναν πολύ καλά προμελετημένο φόνο ή να τον έχει διαπράξει ακόμα με τόση ακρίβεια ώστε να είναι αδύνατον να βρεθεί η λύση του.
Έριξε κλεφτές ματιές στο σαντουιτσάκι που του είχε φτιάξει η γυναίκα του με τα υπόλοιπα του φαγητού της προηγούμενης μέρας, μαύρη μπαγκέτα με ψητή γαλοπούλα, emmental, φρέσκο μαρούλι, πλούσια μαγιονέζα και μουστάρδα Dijon, και αποφάσισε να το φάει όσο προλάβαινε πριν να αρχίσει πάλι να παίρνει τους δρόμους. Άναψε το τσιγάρο του, ήπιε λίγο από τον καφέ του μηχανήματος και αισθάνθηκε πολύ καλύτερα.
- Ντετέκτιβ Περνό, ο γιατρός βρίσκεται στο νοσοκομείο αυτή τη στιγμή. Έχει βάρδια μέχρι της 2 το μεσημέρι, τον διέκοψε ο αστυνόμος αλλά προς μεγάλη του έκπληξη ο ντετέκτιβ δεν έδειξε καμία δυσαρέσκεια.
- Φύγαμε αστυνόμε. Πες το περιπολικό να ζεστάνει τη μηχανή, μάζεψε τα χαρτιά σου και πάμε αμέσως.
Ο γιατρός Βαριόν ήταν σαφέστατος. Η Ζουλιέτ έπασχε από μεσογειακή αναιμία.
- Είναι μια εκ γενετής πάθηση η οποία με τη σωστή παρακολούθηση δεν δημιουργεί μεγάλα προβλήματα στον πάσχοντα, τους εξήγησε. Την παρακολουθούσα τον τελευταίο χρόνο μονάχα διότι ο προκάτοχος μου συνταξιοδοτήθηκε και μετακόμισε στη νότια γαλλική ύπαιθρο. Διαθέτει έναν αμπελώνα εκεί. Δεν τη γνώριζα πολύ καλά, τους είπε ενώ σημείωνε στα χαρτιά του τη διάγνωση του ασθενούς που είχε μόλις εξετάσει. Πέθανε είπατε; Δολοφονήθηκε;
- Δεν γνωρίζουμε ακόμα, γιατρέ, αυτό ψάχνουμε να βρούμε, του απάντησε ο ντετέκτιβ Περνό.
- Συμπαθέστατη κοπέλα η Ζουλιέτ, πάντα με το χαμόγελο. Ιδιόρρυθμη αλλά εμένα δεν μου πέφτει λόγος. Ήταν πολύ συνεπής με τις εξετάσεις της και πολύ ευγενική και με εμένα και με το προσωπικό. Ουδέποτε δεν είχε υποπέσει κάτι δυσάρεστο στην αντίληψη μου.
- Αυτή την κοπέλα την ξέρετε, γιατρέ; Ρώτησε ο ντετέκτιβ και του έδειξε τη φωτογραφία της Μαρί.
- Φυσικά, μια φορά, νομίζω πριν από ένα μήνα, είχε μεταφέρει η ίδια τη Ζουλιέτ στο νοσοκομείο γιατί είχε προκύψει μια επιπλοκή με την υγεία της. Ενδιαφερόταν πολύ γι’αυτήν αν και την γνώριζε λίγο από ό,τι μου είχε πει. Μακάρι όλοι να έχουν τέτοιους φίλους. Τρομερή αφοσίωση. Τρεις μέρες ξημεροβραδιαζόταν εδώ μέσα μέχρι να συνέλθει η Ζουλιέτ. Λεπτό δεν έφευγε από το δωμάτιο της. Φοβερός άνθρωπος, με εξαίρετους τρόπους και απαράμιλλη ηθική και σθένος. Σου έδινε την εντύπωση ότι ήταν λίγο απόμακρη αλλά αν τις άκουγες πως χαχάνιζαν οι δυο τους όταν συνήλθε πια η Ζουλιέτ θα νόμιζες ότι γνωρίζονταν από μωρά παιδιά. Ίσως να φταίει κι αυτή η διαολεμένη σύμπτωση, κατέληξε ο γιατρός.
- Τι εννοείτε, γιατρέ, ποια σύμπτωση; ξεστόμισε ο αστυνόμος πριν τον ντετέκτιβ παρακάμπτοντας την ιεραρχία αλλά με τρομερή αγωνία και απορία για τα λόγια του γιατρού.
- Η Μαρί και η Ζουλιέτ έχουν απόλυτα συμβατό αίμα. Τον προηγούμενο μήνα που η Μαρί έφερε τη Ζουλιέτ στο νοσκομείο μας σε πολύ κακή κατάσταση, η Ζουλιέτ χρειαζόταν επειγόντως μετάγγιση αίματος. Δυστυχώς, δεν είχαμε άμεσα φιάλη αίμα στο νοσοκομείο για τη Ζουλιέτ και χρειάστηκε να ζητήσουμε από ένα άλλο κοντινό μας κέντρο. Η ώρα περνούσε και το αίμα αργούσε να έρθει και η Ζουλιέτ βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση. Τότε, η Μαρί μας ζήτησε να εξετάσουμε εάν το δικό της αίμα ήταν κατάλληλο να χρησιμοποιηθεί. Σπάνια συμβαίνει αυτό αλλά καμιά φορά συμβαίνει. Επέμενε κιόλας οπότε το δοκιμάσαμε, δεν είχαμε και άλλη επιλογή στην κατάσταση που βρισκόταν.
- Και λοιπόν; Ρώτησε ο ντετέκτιβ Περνό αυτή τη φορά.
- Το αίμα της Μαρί ήταν απόλυτα συμβατό με της Ζουλιέτ κι έτσι το άτυχο κορίτσι σώθηκε ως εκ θαύματος. Το αίμα από το άλλο νοσοκομείο τελικά δεν ήρθε ποτέ. Γραφειοκρατία και ολιγωρία στις μέρες μας ενώ υπάρχουν άνθρωποι που κινδυνεύουν. Απαράδεκτο!
- Και η Ζουλιέτ τι είπε για όλο αυτό όταν συνήλθε, γιατρέ;
- Α, δεν γνωρίζω, δεν νομίζω ότι αναφέρθηκε ποτέ κάτι, τουλάχιστον όχι από μένα. Είχε αλλάξει η βάρδια μου και δεν ενημερώθηκα για τίποτε παραπάνω. Μου έφτανε που το κορίτσι ήταν καλά. Μάλιστα, προχτές, την προπαραμονή των Χριστουγέννων, που είχε έρθει να παραλάβει τα αποτελέσματα των εξετάσεων της, την είδα πολύ καλύτερα από ποτέ. Όταν το αίμα είναι καλό φαίνεται στο πρόσωπο του ασθενούς.
- Και σε τι κατάσταση έφυγε από εδώ γιατρέ η Ζουλιέτ την προπαραμονή των Χριστουγέννων; Ρώτησε ο αστυνόμος με δική του πρωτοβουλία και ο ντετέκτιβ Περνό τον κατακεραύνωσε με το βλέμμα του και μαζεύτηκε.
- Α, λυπάμαι, δεν την είδα όταν έφευγε. Είχα πάει να επισκεφτώ το θάλαμο ενός άλλου ασθενούς. Η δεσποινίς Κοτιγιάρ ήταν υπεύθυνη του ορόφου εκείνη την ώρα, μπορείτε να ρωτήσετε την ίδια.
- Και που θα τη βρούμε; Ρώτησε ο ντετέκτιβ και ο αστυνόμος έβγαλε το μπλοκάκι του για να σημειώσει.
- Θα σας τη στείλω εγώ εδώ. Περιμένετε και θα την ειδοποιήσω, σε λίγα λεπτά θα είναι μαζί σας, είναι η ώρα του διαλείμματος της άλλωστε.
Ο συμπαθέστατος γιατρός χάθηκε στους διαδρόμους του νοσοκομείου αλλά σε λίγα λεπτά η δεσποινίς Κοτιγιάρ βρισκόταν ενώπιον του ντετέκτιβ και του αστυνόμου.
- Παρακαλώ, με ζητήσατε; Ο γιατρός μου είπε ότι με ζητήσατε. Μόνο σας παρακαλώ μπορούμε να κάνουμε λίγο σύντομα γιατί έχω ασθενείς που με περιμένουν και ένα επείγον περιστατικό; είπε η προϊσταμένη κοιτάζοντας το ρολόι και το μπίπερ της.
- Μην ανησυχείτε, δεσποινίς μου, δεν θα σας καθυστερήσουμε πολύ, Δυο κουβέντες μόνο θέλουμε από εσάς. Τη Ζουλιέτ Ροντιέ, την κοπέλα που έρχεται για τις μεταγγίσεις…
- Ναι, ξέρω, ξέρω, πολύ καλή κοπέλα αλλά άτυχη.
- Ναι, πριν από δυο - τρεις μέρες είχε έρθει για να παραλάβει τα αποτελέσματα των εξετάσεων της που είχε κάνει πριν από ένα μήνα, σε τι κατάσταση έφυγε;
- Όχι και πολύ καλή ομολογουμένως.
- Γιατί αυτό; Δεν ήταν καλές οι εξετάσεις της;
- Όχι, ίσα ίσα που ήταν εξαιρετικές, ειδικά μετά την μετάγγιση αίματος από την αδερφή της, ήταν εξαιρετικές.
- Ποια αδερφή της; Δεν έχει αδερφή!
- Περίεργο, το ίδιο είπε κι αυτή αλλά το αίμα που έδωσε η αδερφή της την τελευταία φορά…
- Μήπως αυτή η κοπέλα; Τη ρώτησε ο ντετέκτιβ δείχνοντας της τη φωτογραφία της Μαρί. Η δεσποινίς Σολιέ;
- Ναι, η δεσποινίς Σολιέ, έδειξε στην ανάλυση ολοκάθαρα ότι είναι αδερφή της. Αποκλείεται να κάνουν λάθος τα μηχανήματα μας! Είμαι κάθετη σε αυτό! Δεν υπάρχουν περιθώρια λάθους.
- Δηλαδή η Ζουλιέτ και η Μαρί είναι αδερφές; Διερωτήθηκε ο ντετέκτιβ Περνό απευθυνόμενος στον νεαρό αστυνόμο, ο οποίος κόντευε να χάσει το στυλό και το μπλοκάκι από τα χέρια του. Γι’αυτό το λόγο η Ζουλιέτ ήταν σαν χαμένη εκείνη τη μέρα; Δεν ήξερε ότι η Μαρί ήταν αδερφή της;
- Και η Μαρί γνώριζε ότι ήταν αδερφή της Ζουλιέτ, δεσποινίς μου;
- Φυσικά, της το είχε πει εγώ η ίδια πριν από ένα μήνα όταν είχε εισαχθεί η δεσποινίς Ροντιέ ως επείγον περιστατικό στο νοσοκομείο μας και χρειάστηκε η δεσποινίς Σολιέ να δώσει αίμα γιατί...
- Ναι, ξέρουμε, ξέρουμε, συνεχίστε …
- Τότε παρατήρησα την ομοιότητα στους δύο τύπους αίματος και έκανα ένα επιπλέον έλεγχο. Ελπίζω, αυτό να μην είναι το πρόβλημα, είπε η προϊσταμένη και μαζεύτηκε.
- Όχι, δεσποινίς μου, δεν είναι αυτός ο λόγος που βρισκόμαστε εδώ, συνεχίστε, της είπε ο ντετέκτιβ με χαμόγελο για να την καθησυχάσει.
- Η Μαρί γνώριζε τα αποτελέσματα των εξετάσεων από εμένα αλλά μου ζήτησε να μην αναφέρω τίποτα στη Ζουλιέτ. Είπε ότι θα της το έλεγε η ίδια, προφανώς δεν της το είχε πει μέχρι τη στιγμή που ήρθε να παραλάβει τις εξετάσεις της.
- Και πως σας δικαιολογήθηκε η Μαρί ότι δεν ήξερε ότι η Ζουλιέτ ήταν αδερφή της;
- Δεν τη ρώτησα, περισσότερο από τακτ αλλά και επειδή ήταν τόσο χαρούμενη και συνάμα σκεφτική που δεν ήθελα να την ενοχλήσω.
Ο ντετέκτιβ και ο αστυνόμος κοιτιόντουσαν σαν χαμένοι. Αυτό δεν το είχαν υπολογίσει. Η Ζουλιέτ και η Μαρί αδερφές; Και τι ρόλο έπαιζαν οι γονείς της Μαρί σε όλη αυτή την υπόθεση; Ήξεραν ή δεν ήξεραν για το δεύτερο παιδί, τη Ζουλιέτ; Είναι δικό τους παιδί η Ζουλιέτ ή μήπως είναι από άλλο πατέρα ή από άλλη μητέρα; Τι σάλος, Θεέ μου θα προκληθεί στη γαλλική κοινωνία μόλις μαθευτεί το γεγονός. Τι φοβερό μπέρδεμα για όλους. Καημένη Ζουλιέτ, Θα μπορούσε να ζει μέσα στα πλούτη, να έχει αμύθητη περιουσία, να κουράρεται από τους καλύτερους γιατρούς και αντ’αυτού χαροπάλευε μέρα με τη μέρα να επιβιώσει τόσο οικονομικά όσο και για την υγεία της.
- Με συγχωρείτε, πρέπει να φύγω, με θέλετε κάτι άλλο; Τους ρώτησε η προϊσταμένη με ανυπομονησία.
- Όχι, δεσποινίς σας ευχαριστούμε, ήσασταν πολύ κατατοπιστική και πέραν του δεόντως χρήσιμη.
- Στη διάθεση σας, είπε η προϊσταμένη και έφυγε με γοργό βήμα ενώ το μπίπερ της δεν είχε σταματήσει να χτυπάει εδώ και ώρα.
Ο ντετέκτιβ Περνό και ο αστυνόμος κατέβηκαν τις σκάλες του νοσοκομείου προς την έξοδο αντί να πάρουν το ασανσέρ. Χρειάζονταν και οι δύο χρόνο για να σκεφτούν και να ολοκληρώσουν το συλλογισμό τους μετά από τις τελευταίες αποκαλύψεις.
- Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί, αστυνόμε, είπε ο ντετέκτιβ. Πρέπει να καταφέρουμε τη Μαρί να μας ομολογήσει τι στα κομμάτια συμβαίνει στ’αλήθεια με τη Ζουλιέτ πριν έρθουν οι γονείς της και χωρίς να βγει τίποτα παραέξω από το Τμήμα. Έτσι και μας πάρουν χαμπάρι οι δημοσιογράφοι, την πατήσαμε. Και εμείς και αυτή. Μα, το φαντάζεσαι ποτέ ότι είναι αδερφές; Και είχαν ερωτικές σχέσεις δίχως να το γνωρίζουν; Που ξανακούστηκε; Σίγουρα, η Μαρί όταν το έμαθε, πριν από ένα μήνα, δεν θα είχε ιδέα πώς να το διαχειριστεί. Μπράβο της πάντως για την υπομονή της και την ακεραιότητα του χαρακτήρα της να μην αποκαλύψει τίποτα εν βρασμώ ψυχής.
- Έτσι λέτε, ντετέκτιβ; Μήπως της το έκρυψε εσκεμμένα, όμως;
- Αποκλείεται, η Μαρί είναι άνθρωπος των τύπων και της τυπικότητας. Έτσι έχει μεγαλώσει. Σε αντίθεση με την παρορμητικότητα που χαρακτηρίζει τη Ζουλιέτ, η Μαρί χαρακτηρίζεται από μεθοδικότητα στις πράξεις και στα λόγια της. Για σκέψου, εκεί που περίμενες ότι η Ζουλιέτ είναι ο πιο δυνατός χαρακτήρας και η Μαρί ο αδύναμος έρχεται και αποδεικνύεται το αντίθετο. Τι σου είναι η ανατροφή… και ο χαρακτήρας, φυσικά.
- Έτσι όπως τα λέτε είναι ντετέκτιβ, κούνησε το κεφάλι καταφατικά ο αστυνόμος. Και που πάμε τώρα ντετέκτιβ; Στο Τμήμα;
- Στο Τμήμα και να ανακρίνουμε εκ νέου τη Μαρί! Είπε και έφυγαν πολύ προβληματισμένοι.
- Αστυνόμε, φέρε τη δεσποινίς Σολιέ μέσα, απενεργοποίησε τα μικρόφωνα της αίθουσας και κλείσε την πόρτα. Ό,τι πούμε μέσα σε αυτό το δωμάτιο πρέπει να μείνει μεταξύ μας.
- Αμέσως, απάντησε ο αστυνόμος και εξαφανίστηκε από μπροστά του στο λεπτό.
Στην αίθουσα ανακρίσεων βρισκόταν τώρα ο ντετέκτιβ Περνό, ο νεαρός αστυνόμος και η Μαρί. Είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά αλλά ακόμα διατηρούσε την ψυχραιμία της. Η διαίσθηση της της χτυπούσε το καμπανάκι ότι κάτι δυσάρεστο θα ακούσει, ότι η αποκάλυψη της όλης αλήθειας ήταν κοντά και εκείνη δεν θα μπορούσε με τίποτα πλέον να την αποτρέψει. Η έκφραση «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε» της ακουγόταν πιο αστεία από ποτέ. Αν και η ζέστη μέσα στην αίθουσα ήταν αφόρητη αφού τα καλοριφέρ λειτουργούσαν από το πρωί μέχρι το βράδυ, μια ψύχρα απλώθηκε στο κορμί της και την έκανε να τουρτουρίσει ασυναίσθητα.
- Δεσποινίς Σολιέ, Μαρί, της είπε ο ντετέκτιβ, μπορείτε να χαλαρώσετε. Δεν χρειάζεται να μας ομολογήσετε τίποτα πια. Έχουμε συλλέξει πλήρως τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία και το μόνο που δεν μπορώ να σας πω με βεβαιότητα είναι την ημερομηνία της καταδίκης σας.
- Μπορώ να έχω τώρα ένα τσιγάρο; Ρώτησε η Μαρί απαθέστατη για τις δηλώσεις του ντετέκτιβ αποφεύγοντας παράλληλα να τον κοιτάξει ίσια στα μάτια.
Το αισθανόταν ότι η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει, τι νόημα είχε να αντιστέκεται; Τι θα άκουγε; Τι περίμενε να ακούσει; Ούτε κι αυτή δεν ήταν σίγουρη πια. Ήθελε μόνο να τελειώνουν όλα εδώ. Ήθελε να μπορέσει να θάψει τη Ζουλιέτ, να της εξασφαλίσει έναν όμορφο χώρο στο κοιμητήριο, με έναν μαρμάρινο λευκό άγγελο με τη μορφή της να στέκεται από πάνω της για να μπορέσει να ησυχάσει το ανήσυχο πνεύμα της και να βρει επιτέλους τη γαλήνη που έψαχνε πάντα και που είχε στερηθεί για μια απερισκεψία και μια αλαζονεία. Το νεκροτομείο δεν ήταν ένας χώρος που της ταίριαζε. Τόση ακαμψία, τόση μοναξιά, τόση αφόρητη ησυχία, τόση ανυπαρξία, τόση ψυχρότητα. Καμία Ζουλιέτ δεν θα έπρεπε να βρισκόταν εκεί πέρα και ειδικά η δική της.
Ο ντετέκτιβ της έδειξε το πακέτο τα τσιγάρα του αλλά η Μαρί αρνήθηκε με μια κίνηση απαξίωσης του χεριού της.
- Λυπάμαι, δεν είναι η μάρκα μου.
Ο ντετέκτιβ Περνό μάζεψε το χέρι του φανερά προσβεβλημένος και απογοητευμένος από την απόρριψη που έλαβε από τη νεαρή δεσποινίδα.
- Θα πρέπει να καλέσετε το δικηγόρο σας για να σας απαγγείλουμε τις κατηγορίες. Μήπως θέλετε να τον καλέσουμε εμείς αντί για εσάς;
- Δεν χρειάζεται. Δεν θα χρειαστώ δικηγόρο. Συνεχίστε, παρακαλώ.
- Πολύ ωραία, λοιπόν. Βρήκαμε που ανήκει και το δεύτερο αποτύπωμα πάνω στο φονικό όπλο.
- …
- Δεν φαίνεστε να ταράζεστε.
- Για ποιο λόγο;
- Για το συνεργό σας.
- Δεν είχα συνεργό, ούτε συνένοχο.
- Δηλαδή διαπράξατε μόνη σας τη δολοφονία;
- Δολοφονία; Συνέβη κάποια δολοφονία;
- Δεν νομίζετε ότι υπήρξε;
- Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε, του απευθύνθηκε και έστρεψε το βλέμμα της στο πάτωμα αυτή τη φορά ενώ έτριψε τα μπράτσα της με τα χέρια της να ζεσταθεί.
- Κρυώνετε; Να σας φέρουμε μια ζακέτα; Αστυνόμε, βρες μια ζακέτα για τη δεσποινίδα Σολιέ.
- Δεν χρειάζεται, δεν είναι απαραίτητο. Μπορούμε να τελειώνουμε με όλη αυτή την ιστορία;
Ο ντετέκτιβ ένιωσε τη Μαρί να σπάει για μια στιγμή. Αυτή ήταν η ευκαιρία του. Έσβησε το τσιγάρο του μπροστά της φυσώντας τον καπνό του μακριά από το πρόσωπο της. Δεν ήθελε να την εκνευρίσει. Φαινόταν ταλαιπωρημένη. Η δροσιά του προσώπου της όταν είχε πρωτοέρθει στο Τμήμα είχε δώσει τώρα τη θέση της σε μια χλομάδα ίδια με το χρώμα των τοίχων του κρατητηρίου. Μαύροι κύκλοι είχαν σχηματιστεί κάτω από τα μάτια της και το μακιγιάζ της είχε εξαφανιστεί. Τα δάχτυλα της τα είχε σφιχτά πλεγμένα μεταξύ τους σε μια προσπάθεια αυτοπροστασίας, η οποία ήξερε ότι ήταν μάταιη. Η Μαρί έβλεπε στον απέναντι τοίχο το τελευταίο βλέμμα της Ζουλιέτ, την ώρα που η ανάσα της έβγαινε παγωμένη και ανέβαινε ψηλά. Τώρα στη θέση του έβλεπε τους γονείς της και προσπαθούσε να μαντέψει τις αντιδράσεις τους όταν η αλήθεια θα τους χτυπούσε τη συνείδηση τους. Είχαν τελικά συνείδηση για το τι είχαν διαπράξει; Η πορεία και η θέση της Μαρί μετά το τέλος της δίκης ήταν προδιαγεγραμμένη;
Η πόρτα χτύπησε χωρίς να καταφέρει να διακόψει τις σκέψεις της και ο νεαρός αστυνόμος μπήκε μέσα κρατώντας ένα μεγάλο χάρτινο φάκελο στα χέρια του.
- Συγνώμη που σας διακόπτω.
- Βρήκες κάτι; τον ρώτησε ο ντετέκτιβ
- Κάτι νομίζω ότι βρήκα, του απάντησε και χαμογέλασε ικανοποιημένος.
- Πάμε έξω να μου πεις, αστυνόμε.
Οι δύο αστυνομικοί βγήκαν έξω αφήνοντας τη Μαρί μόνη της μέσα στο δωμάτιο ανάκρισης. Πίσω από το διπλό τζάμι δεν μπορούσε να τους δει να συνομιλούν ενώ αυτοί μπορούσαν να δουν όλες της τις αντιδράσεις. Καθόταν απόλυτα ακίνητη με τα μάτια στιλωμένα πάνω στον αόρατο καθρέφτη.
- Λοιπόν, αστυνόμε;
- Τελικά, την ημέρα της δολοφονίας, η Ζουλιέτ επέστρεψε στο σπίτι της μετά το νοσοκομείο αλλά ήταν σε πολύ άσχημη ψυχολογία. Την άκουσαν από το διπλανό διαμέρισμα να μιλάει στο τηλέφωνο και να κλαίει. Οι ενοικιαστές έλειπαν σε εκδρομή και γύρισαν μόλις σήμερα. Μόλις έμαθαν για την υπόθεση έσπευσαν να μας ενημερώσουν για το τι είχαν ακούσει. Σύμφωνα με το αρχείο τηλεφωνημάτων της, το τηλεφώνημα έγινε στο κινητό της Μαρί και κράτησε περίπου ένα λεπτό. Την είδαν να βγαίνει από το κτίριο του διαμερίσματος της σε άσχημη ψυχολογία γύρω στις 4 και να κατευθύνεται στην απέναντι brasserie. Επίσης, το πρωί μετά το νοσοκομείο είχε ένα ραντεβού για δουλειά αλλά δεν εμφανίστηκε, ούτε καν ειδοποίησε ότι δεν θα πάει.
- Και που πήγε μετά τη brasserie;
- Στη brasserie έμεινε για περίπου μία ώρα. Δεν έφαγε τίποτα. Παρήγγειλε έναν καφέ, τον οποίον δεν ήπιε, και έφυγε γύρω στις 5 όπου και πήρε το Μετρό για…
- Τι;
- … το διαμέρισμα της Μαρί. Την είδε ο θυρωρός της απέναντι πολυκατοικίας. Την είδε να ανοίγει το γραμματοκιβώτιο και να παίρνει τα κλειδιά της καθαρίστριας από μέσα. Η Ζουλιέτ είχε κλειδί για το γραμματοκιβώτιο, ντετέκτιβ! Τα κλειδιά της Μαρί βρέθηκαν σε κάποιο σημείο κοντά εκεί που βρέθηκε και το φονικό όπλο. Όποιος κι αν τα πέταξε δεν ήθελε φαίνεται να επιστρέψει ξανά στο διαμέρισμα της Μαρί.
- Γι’αυτό δεν υπήρχαν ίχνη παραβίασης, λοιπόν, γιατί η Ζουλιέτ και η Μαρί είχαν τα δικά τους κλειδιά για το διαμέρισμα. Καλά, η Ζουλιέτ δεν έφαγε και δεν ήπιε τίποτα όση ώρα περίμενε τη Μαρί να επιστρέψει; Δεν ακούμπησε πουθενά;
- Ίσως και να αποκοιμήθηκε μέχρι που επέστρεψε η Μαρί στο σπίτι της λόγω της φαρμακευτικής αγωγής που λαμβάνει για την κατάσταση της υγείας της.
- Πήγαινε την πάλι κάτω και πες της ότι θα την ξαναφωνάξουμε σε λίγο
- Μάλιστα, ντετέκτιβ, απάντησε ο αστυνόμος και μπήκε μέσα στην αίθουσα ανακρίσεων και έπιασε τη Μαρί από το χέρι για να την κατεβάσει στο υπόγειο.
Αυτή τη φορά, η Μαρί δεν αντιστάθηκε, είχε μάθει το δρόμο και τον τρόπο του αστυνόμου και δέχτηκε το άγγιγμα του χωρίς αίσθημα περιφρόνησης.
Εκείνη τη στιγμή ένας άλλος αστυνομικός παραδίδει κάτι έγγραφα στον ντετέκτιβ Περνό. Ο ντετέκτιβ τα διαβάζει προσεκτικά, γουρλώνει τα μάτια, τρώει μια γενναία μπουκιά από την κρέπα μερέντα που κρατάει. Ένα κομμάτι μπανάνας του πέφτει στο πάτωμα ενώ το πλούσιο, τριμμένο μπισκότο βουτύρου στολίζει τώρα τα μουστάκια του.
- Αυτό είναι! Τώρα τα κατάλαβα όλα!
- Παρακαλώ, ντετέκτιβ, τι συμβαίνει; Πείτε μου.
- Τα αποτελέσματα της εξέτασης DNA των αποτυπωμάτων που βρέθηκαν πάνω στο φονικό όπλο, αστυνόμε.
- Ταυτοποιήθηκε και το δεύτερο αποτύπωμα;
- Ταυτοποιήθηκε αστυνόμε. Το δεύτερο αποτύπωμα ανήκει στη Ζουλιέτ! Αυτά είναι τα έγγραφα από την ολοκληρωμένη νεκροψία της Ζουλιέτ.
- Μα, πως; Κι από τη στιγμή που η Ζουλιέτ είναι νεκρή τότε … αυτό σημαίνει … ότι η Μαρί είναι τελικά η δολοφόνος που ψάχνουμε; Είναι ντετέκτιβ;
- Αυτό δεν μπορώ να στο πω με βεβαιότητα ακόμα. Αλλά για μια στιγμή. Τι γράφει εδώ; Κατόπιν … εξέτασης του DNA … Δεν είναι δυνατόν; Για διάβασε και εσύ αστυνόμε; Γράφει εδώ αυτό που διαβάζω στ’αλήθεια;
- Η Μαρί και η Ζουλιέτ δίδυμες αδερφές; Δηλαδή δεν είναι μόνο αδερφές αλλά είναι και δίδυμες; Μα, πως; Αφού δεν έχουν την ίδια ημερομηνία γέννησης! Η ημερομηνία γέννησης τους είναι με διαφορά … ολίγων ημερών, ντετέκτιβ! Έπρεπε να το είχα προσέξει από την αρχή. Πως μου ξέφυγε;
- Αστυνόμε; Χάνουμε το χρόνο μας εδώ πέρα; Μήπως πρέπει να ξαναπάς στη σχολή για να μάθεις τα βασικά;
- Κάποια πλαστογράφηση έχει γίνει στα στοιχεία ταυτότητας της Ζουλιέτ. Από τη μια το ανύπαρκτο δαχτυλικό της αποτύπωμα, από την άλλη η παραποίηση της ημερομηνίας γέννησης της, κάτι βρωμάει και σίγουρα δεν είναι τα σκουπίδια σας, ντετέκτιβ, είπε ο αστυνόμος προσπαθώντας να ελαφρύνει λίγο την κατάσταση, μάταια όμως.
- Ψάξε να βρεις τα πάντα για τη Ζουλιέτ, αστυνόμε. Η υπόθεση γίνεται τώρα περισσότερο σοβαρή από ποτέ. Φέρε μου πάλι επάνω τη Μαρί και ψάξε τα πάντα για τη Ζουλιέτ τώρα. Δεν έχουμε μονάχα μια υπόθεση δολοφονίας να εξιχνιάσουμε εδώ! Έχουμε και μια υπόθεση πλαστογραφίας!
Η Μαρί αυτή τη φορά εμφανίστηκε περισσότερο κατάκοπη από όλες τις μέρες που βρίσκεται στο Τμήμα. Άυπνη τόσες ατελείωτες ώρες εκεί μέσα, τα μάτια της είχαν κοκκινίσει, φαινόταν αδυνατισμένη και ο άλλοτε σφιχτοδεμένος κότσος της είχε λυθεί και είχε αφήσει τα πλούσια μαύρα μαλλιά της να πέσουν ανάλαφρα κι αχτένιστα στους ώμους της. Το βερνίκι από τα νύχια των δαχτύλων της είχε αρχίσει να ξεφτίζει από την αγωνία και το τρίψιμο ενώ η μυρωδιά που ανέδυε έμοιαζε περισσότερο με τη μυρωδιά ενός φοβισμένου, πληγωμένου ζώου παρά με το Cherie του Christian Dior που σκόρπιζε γύρω της όταν πρωτομπήκε στο Τμήμα.
Πέρασε στην αίθουσα της ανάκρισης για άλλη μια φορά και κάθισε στην καρέκλα πριν της το ζητήσουν. Τέντωσε την πλάτη και τα πόδια της και τα μάζεψε πάλι πίσω παίρνοντας θέση άμυνας.
- Λοιπόν, τι έχετε να μου ανακοινώσετε αυτή τη φορά; Ρώτησε η Μαρί προς έκπληξη του ντετέκτιβ που άνοιξε πρώτη το στόμα της.
- Χαίρομαι που ρωτάτε, δεσποινίς. Η αλήθεια είναι ότι έχουμε καταλήξει σε ορισμένα πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα για εσάς και την αδερφή σας, είπε ο ντετέκτιβ και την κεραυνοβόλησε με το βλέμμα του.
Η Μαρί δεν κουνήθηκε από τη θέση της αλλά ανακάθισε ελαφρά και περίμενε τον ντετέκτιβ να συνεχίσει τη θεωρία του για τη σχέση της με τη Μαρί και για το τι συνέβη εκείνο το βράδυ στο διαμέρισμα της.
- Και μάλιστα, είναι η δίδυμη αδερφή σας, αν και αυτό το γνωρίζετε ήδη, έτσι δεν είναι;
- Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε, απάντησε χαμογελαστά η Μαρί ξεκινώντας πάλι το παιχνιδάκι της.
- Αρχίσαμεεεε, έκανε ο ντετέκτιβ ενοχλημένος. Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι αν είστε ο θύτης ή το θύμα εκείνης τη βραδιάς. Προσωπικά πιστεύω ότι είστε το θύμα.
- Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε, του απάντησε και έκλεισε τα μάτια της σαν να ταξίδευε νοερά αλλού.
- Δηλαδή, η Ζουλιέτ επιδίωξε να σας σκοτώσει κι εσείς αμυνθήκατε; Η Ζουλιέτ ήταν ο επίδοξος δολοφόνος σας και εσείς καταφέρατε να γλιτώσετε; Η Ζουλιέτ ήθελε να σας σκοτώσει για να σας πάρει την περιουσία σας και όσα νόμιμα δικαιούνταν αλλά στερήθηκε όλα αυτά τα χρόνια που η οικογένεια σας δεν την αποδεχόταν εξαιτίας της αρρώστιας της; ρωτούσε απανωτά ο ντετέκτιβ Περνό κάνοντας υποθέσεις και προσπαθώντας να βγάλει μια αντίδραση από τη Μαρί. Προς στιγμήν το πετύχαινε!
- Πάψτε, πάψτε, πάψτε! Φώναξε η Μαρί και σηκώθηκε από τη θέση της έτοιμη να χιμήξει στο ντετέκτιβ που τόλμησε να βεβηλώσει το όνομα του πιο αγαπημένου της προσώπου που είχε τόσο πρόωρα και άσκοπα χαθεί. Δεν έχετε ιδέα ποια ήταν η Ζουλιέτ και δεν έχετε ιδέα τι ήταν η Ζουλιέτ για μένα! Δεν έχετε ιδέα τι έκανα εγώ για τη Ζουλιέτ! Κανείς δεν έχει ιδέα. Ούτε καν οι γονείς μου. Αλλά αν αυτό σας εξυπηρετεί, έτσι είναι αν έτσι νομίζετε. Σας λέω όμως ότι κάνετε λάθος. Μεγάλο λάθος να ταλαιπωρείτε το όνομα μιας νεκρής, ολοκλήρωσε και ξεψυχισμένα σωριάστηκε στην καρέκλα της.
- Πολύ ωραία, Μαρί. Ας μην ταλαιπωρήσουμε άλλο το όνομα της νεκρής Ζουλιέτ. Γιατί δεν μας λύνετε εσείς όλες μας τις απορίες;
- Είναι αδύνατον. Δεν μπορώ.
- Γνωρίζετε ότι αργά ή γρήγορα όλα τα στοιχεία θα βρίσκονται στα χέρια μας σχετικά με τη σχέση που έχει η Ζουλιέτ με εσάς και την οικογένεια σας. Δεν θα θέλατε να βγουν όλα αυτά στον Τύπο με λάθος τρόπο. Τι θα πει ο κύκλος σας; Οι επενδυτές σας; Γιατί δεν μας βοηθάτε για να σας βοηθήσουμε; Το μόνο κομμάτι που λείπει στο πάζλ είναι ποιος έστρεψε το μαχαίρι στην καρδιά της Ζουλιέτ. Ακόμα κι αν δεν το μοιραστείτε εδώ μαζί μας, θα αναγκαστείτε να το μοιραστείτε με ολόκληρη τη γαλλική κοινωνία στο δικαστήριο. Σας παρακαλώ, της είπε ο ντετέκτιβ Περνό και κοιτάζοντας τη τρυφερά την ακούμπησε απαλά στο χέρι σαν πληγωμένο πουλί, συνεργαστείτε μαζί μας.
Αυτό το άγγιγμα, εκείνη τη στιγμή κατάφερε να κάμψει όλες τις άμυνες που διατηρούσε η Μαρί με τόση επιμέλεια. Ξέσπασε σε λυγμούς και, έπειτα οι λυγμοί, έγιναν γοερά κλάματα. Ο ντετέκτιβ Περνό απομακρύνθηκε και την άφησε να θρηνήσει για πρώτη φορά μετά από τόσες ώρες από το θάνατο της Ζουλιέτ.
Η Ζουλιέτ εμφανίστηκε μπροστά στη Μαρί και την παρακαλούσε να τη σκοτώσει. Δεν άντεχε στην σκέψη ότι είχε κάνει έρωτα με την αδερφή της. Δεν άντεχε στη σκέψη ότι είχε ανακαλύψει με αυτό τον τραγικό τρόπο ότι έχει αδερφή ενώ τόσα χρόνια ζούσε και ένιωθε μόνη κι εγκαταλελειμμένη. Δεν άντεχε στη σκέψη ότι οι άνθρωποι που την έφεραν στον κόσμο την εγκατέλειψαν σαν το σκυλί εξαιτίας μιας ασθένειας που έφερε και ήταν υπαίτιοι οι ίδιοι. Δεν άντεχε να παλεύει κάθε μέρα για τα αυτονόητα κι εκείνοι, οι γονείς της, η αδερφή της, να βρίσκονται ασφαλείς και αδιάφοροι πέρα από όλα αυτά που της συνέβαιναν.
- Σκότωσε με, Μαρί. Σκότωσε με, της είπε και της πέταξε μπροστά στα πόδια της το μαχαίρι που κρατούσε στα χέρια. Δεν θέλω να υπάρχω. Δεν πρέπει να υπάρχω. Ούτε οι ίδιοι μου οι γονείς δεν με ήθελαν τότε. Πως το έκανα αυτό Μαρί; Πως μπόρεσα να σε κάνω να με ερωτευτείς; Τι είμαστε Μαρί; Αδερφές ή εραστές; Τι;
- Σ’αγαπάω Ζουλιέτ. Σ’αγαπάω. Σαν φίλη, σαν ερωμένη, σαν αδερφή, δεν έχει σημασία, δεν με νοιάζει. Εγώ είμαι εδώ για σένα και εσύ για μένα. Αρκεί να είμαστε μαζί. Κάποιος Θεός με έστειλε σε σένα και εσένα σε μένα. Δεν ήθελε να χαθείς, ήθελε να βρεθούμε. Τίποτα δεν γίνεται τυχαία. Τίποτα αν δεν το θέλουμε πολύ. Τι σημασία έχει τι συνέβη μεταξύ μας στο παρελθόν; Δεν με νοιάζει τίποτα, με νοιάζει μόνο ότι σε έχω δίπλα μου κι αυτό με κάνει πολύ χαρούμενη. Όλα τα χρόνια μεγάλωνα με την αίσθηση ότι ένα κομμάτι μου λείπει και βρίσκεται κάπου εκεί έξω. Ήσουν εσύ Ζουλιέτ, εσύ! Εσένα έψαχνα να βρω για να νιώσω ολόκληρη. Εσένα έψαχνα να βρω εκείνο το βράδυ στο μπαρ και για σένα μπήκα μέσα. Για εμάς.
- Ναι, αλλά εγώ τώρα νιώθω μισή. Μισή! Όσα πίστευα, όσα πάλευα γκρεμίστηκαν. Δεν είμαι εγώ η Ζουλιέτ το ελεύθερο πνεύμα, η ατρόμητη. Είμαι μια ψυχή που πληγώθηκε από το πρώτο λεπτό που είδε το φως του κόσμου έξω από τη μήτρα της μάνας του. Που ένιωσε την απόρριψη πριν νιώσει την αγάπη.
- Ναι, αλλά όλα αυτά θα αλλάξουν. Τώρα είμαι εγώ εδώ για σένα.
- Δεν μπορώ να σε ξανακοιτάξω στα μάτια Μαρί δίχως να σε βλέπω γυμνή και παθιασμένη να τρέμεις στα χέρια μου. Δεν μπορώ να κοιτάξω στα μάτια δυο γονείς που αδιαφόρησαν για μένα με το χειρότερο τρόπο. Σκότωσε με Μαρί να τελειώνουμε μια ιστορία που δεν έπρεπε καν να αρχίσει. Από τη στιγμή της γέννησης μου με ήθελαν νεκρή, άργησαν καμιά 20αριά χρόνια αλλά τώρα το κατάφεραν.
- Όχι, απάντησε η Μαρί και έσκυψε να πάρει το μαχαίρι από το πάτωμα.
Εκείνη τη στιγμή, η Ζουλιέτ έπεσε πάνω της και πάνω στη λάμα του μαχαιριού που την καλούσε. Η Μαρί τρόμαξε, δεν είχε καταλάβει τι είχε συμβεί. Νόμιζε ότι ήταν ένα κόψιμο, μια γρατζουνιά ώσπου η αιμορραγία άρχισε να αυξάνεται και το αίμα να ρέει στο πάτωμα όλο και πιο πολύ, πιο πηχτό, πιο ζεστό.
- Εσύ κι εγώ μαζί, μέχρι το τέλος, αυτό δεν ήθελες; Αλλά το τέλος το ορίζω εγώ πρόλαβε να ξεστομίσει η Ζουλιέτ και η Μαρί σαν χαμένη άπλωσε τα χέρια να αγκαλιάσει το κορμί της πριν πέσει χαλαρό δίχως αντίσταση στο πάτωμα.
Το αίμα από την πληγωμένη καρδιά της Ζουλιέτ συνέχισε να ρέει πάνω στα χέρια της, στο χαλί, στο παλτό της. Η Μαρί ακούμπησε απαλά τη Ζουλιέτ στο πάτωμα, σηκώθηκε ασυναίσθητα, άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος και βγήκε έξω σαν υπνωτισμένη. Περπατούσε με βήμα χαλαρό. Στάθηκε στην όχθη του Σηκουάνα και άνοιξε την παλάμη της που κρατούσε σφιχτά ακόμα το μαχαίρι. Το μαχαίρι κατρακύλησε από το χέρι της και έπεσε πάνω στα υγρά πλακάκια. Έβαλε το χέρι της στην άλλη τσέπη και έβγαλε τα κλειδιά του διαμερίσματος από μέσα. Τα πέταξε με δύναμη μακριά. Τι νόημα είχαν πλέον όλα αυτά; Η Ζουλιέτ χάθηκε. Ο λόγος ύπαρξης της Μαρί χάθηκε. Το άλλο της μισό χάθηκε. Το μέλλον της χάθηκε. Τα πάντα χάθηκαν. Το μόνο που έμενε ήταν να χαθεί και η ίδια.
Συνέχισε να περπατά σα χαμένη φορώντας το ματωμένο παλτό της και τις ψηλοτάκουνες γόβες της. Βρέθηκε στη Μοντμάρτη και ένας πλανόδιος ζωγράφος προσφέρθηκε να τη φωτογραφίσει. Η Μαρί δεν μπόρεσε να αρνηθεί. Έκατσε στην καρέκλα που της υπέδειξε, ακίνητη και ανέκφραστη. Όταν τελείωσε το πορτραίτο της της ζήτησε να πληρωθεί αλλά εκείνη του έδειξε τις άδειες τσέπες της και τον έσπρωξε μακριά. Τότε, ο ζωγράφος φώναξε την αστυνομία και τη συνέλαβαν. Βρέθηκε στο Τμήμα να απολογείται γιατί δεν πλήρωσε το ζωγράφο ενώ το πτώμα της αδερφής, φίλης και ερωμένης της βρισκόταν μέσα σε μια λίμνη αίματος στο διαμέρισμα της. Τι ειρωνεία!
Ο ντετέκτιβ και ο αστυνόμος είχαν βγει από την αίθουσα ανακρίσεων αφήνοντας τη Μαρί μόνη της για λίγη ώρα. Εξάλλου ήταν σε τέτοια ψυχολογική κατάσταση όπου το μόνο που έκανε ήταν να κλαίει ασταμάτητα δίχως να είναι σε θέση να τους μιλήσει.
- Κι αν η Ζουλιέτ επιτέθηκε στη Μαρί με σκοπό να τη σκοτώσει και η Μαρί προκειμένου να σωθεί έστρεψε το μαχαίρι καταπάνω της για αυτοάμυνα; Τότε η Ζουλιέτ είναι ο αυτόχειρας και επίδοξος δολοφόνος της Μαρί, ρώτησε ο αστυνόμος τον ντετέκτιβ.
- Ναι, αλλά δεν υπάρχει ίχνος βίας μέσα στο σπίτι.
- Κι αν η Μαρί ήταν αποφασισμένη να τη σκοτώσει και η Ζουλιέτ προσπάθησε να αμυνθεί χωρίς αποτέλεσμα; Τότε η Μαρί είναι ο δολοφόνος της Ζουλιέτ, ντετέκτιβ, απεφάνθη ο αστυνόμος.
- Μην παιδεύεσαι αστυνόμε. Καμία από τις δύο κοπέλες δεν επιζητούσε το θάνατο της άλλης γιατί ο δεσμός τους ήταν μοναδικός. Η Μαρί κατόπιν του τηλεφωνήματος της Ζουλιέτ, έψαξε να τη βρει αμέσως μετά το γκαλά και να τη συναντήσει χρησιμοποιώντας το Μετρό και πηγαίνοντας στα γνωστά τους στέκια. Δεν ήθελε να ξέρει ο σωφέρ της που πάει και γι’αυτό του έδωσε άδεια για την υπόλοιπη μέρα. Κατέληξε στο σπίτι της όπου βρήκε μέσα τη Ζουλιέτ να την περιμένει μισοκοιμισμένη. Η Ζουλιέτ ξύπνησε, διαπληκτίστηκε με τη Μαρί και επήλθε το μοιραίο γεγονός. Τον κρίκο της αλυσίδας που μας λείπει και ψάχνουμε τον κρατάει η Μαρί. Με ποιο τρόπο πέθανε η Ζουλιέτ.
Η Μαρί ζήτησε από τον ντετέκτιβ Περνό να μπει μέσα στην αίθουσα ανακρίσεων. Περιέγραψε στον ντετέκτιβ με κάθε λεπτομέρεια, από όσο μπορούσε να θυμηθεί εξαιτίας της δεινής ψυχολογικής κατάστασης στην οποία βρισκόταν, τι συνέβη το βράδυ της προπαραμονής των Χριστουγέννων στο διαμέρισμα της.
- Ποτέ δεν θα ήθελα να σκοτώσει τη Ζουλιέτ, ντετέκτιβ. Ούτε εκείνη εμένα. Είμαστε αδερφές, δίδυμες, αυτό δεν το κάνουν τα αδέρφια!
Ο ντετέκτιβ δεν θέλησε να τη διακόψει και να της θυμίσει τις ερωτικές σχέσεις της. Την άφησε να συνεχίσει την ομολογία της, η οποία έμοιαζε περισσότερο με εξομολόγηση.
- Το δεύτερο αποτύπωμα στο μαχαίρι ανήκει στη Ζουλιέτ. Έχετε δίκιο. Δεν ήταν καταγεγραμμένο πουθενά διότι η Ζουλιέτ δεν είχε δηλωθεί ποτέ όταν γεννήθηκε από τους γονείς μου. Ήταν ένα άρρωστο παιδί στα αζήτητα και υιοθετήθηκε παράνομα από μια άτεκνη αλλά σχετικά άπορη οικογένεια.
- Πως γίνεται αυτό; Πως τα γνωρίζετε όλα αυτά, ρώτησε ο ντετέκτιβ.
- Μόλις έμαθα ότι είμαστε αδερφές, πριν από ένα μήνα περίπου, έψαξα πάρα πολύ για να βρω την άκρη πριν την παρουσιάσω στη Ζουλιέτ. Ήθελα να είμαι σίγουρη και να έχω όλη την απαιτούμενη πληροφορία πριν της φανερώσω κάτι τόσο σημαντικό. Επίσης, ήθελα να είμαι προετοιμασμένη να αντιμετωπίσω και τους γονείς μου γιατί δεν μπορούσα να προβλέψω τις αντιδράσεις των γονιών μου.
- Ναι, αλλά πως και οι θετοί γονείς της Ζουλιέτ δεν της είχε πει ποτέ τίποτα;
- Οι θετοί γονείς της Ζουλιέτ πέθαναν ξαφνικά σε αυτοκινητιστικό ατύχημα πριν από μερικά χρόνια πριν προλάβουν να της πουν την αλήθεια. Αλλά, σας παρακαλώ, ντετέκτιβ, αφήστε με να τελειώσω, είμαι πολύ κουρασμένη.
- Παρακαλώ, Μαρί, συνεχίστε.
- Η πραγματική μητέρα της Ζουλιέτ, η μητέρα μου, γέννησε δύο παιδιά, δύο δίδυμα κορίτσια. Το ένα από τα δύο όμως δεν ήταν πολύ καλά στην υγεία του, είχε μεσογειακή αναιμία, και κινδύνευε να πεθάνει. Αυτή ήταν η Ζουλιέτ. Οι γονείς μου μην αντέχοντας να βρεθούν με ένα άρρωστο παιδί στην υψηλή κοινωνία το απαρνήθηκαν και δεν δέχτηκαν να το πάρουν ποτέ μαζί τους φεύγοντας από το μαιευτήριο. Έτσι, έφυγαν μονάχα με το ένα παιδί, το υγιές, εμένα. Μεταξύ άλλων ήθελαν να κάνουν κι ένα πείραμα. Θα ήταν αρκετός ένας ισχυρός δίδυμος αδερφικός δεσμός να φέρει κοντά τα δύο κορίτσια; Θα κατάφερναν δύο εντελώς διαφορετικά αναθρεμμένοι άνθρωποι αλλά με κοινό αίμα να συναντηθούν σε μια μεγαλούπολη; Θα μπορούσε η καταγωγή τους να παίξει ρόλο στο χαρακτήρα και στο ήθος που θα διαμόρφωναν ανεξάρτητα από το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα μεγάλωναν; Όλα αυτά τα γνωρίζω από το δικηγόρο της οικογένειας μας που γνώριζε την ύπαρξη της Μαρί. Ευτυχώς, το απόρρητο μεταξύ πελάτου και δικηγόρου με προστάτευσε προκειμένου να μην υποπτευθούν κάτι οι γονείς μου. Η Ζουλιέτ, λοιπόν, ξεπέρασε στο νοσοκομείο τον άμεσο κίνδυνο της αρρώστιας της και υιοθετήθηκε, παράνομα όπως είπαμε, και ανατράφηκε από ένα ζευγάρι, οι οποίοι είχαν την ατυχία να πεθάνουν νωρίς. Έτσι, πρακτικά, η Ζουλιέτ βρέθηκε και πάλι μόνη της, σε μια δύσκολη εφηβική ηλικία, πράγμα το οποίο σε συνδυασμό με την αρρώστια της, την έφερε πιο κοντά στην επιλογή ενός μποέμικου τρόπου ζωής. Ήθελε να τα ζήσει όλα στο έπακρο χωρίς φραγμούς και πρέπει καθώς, αντιλαμβανόταν καλύτερα από τον καθένα μας ότι αξία έχει μόνο να είσαι ζωντανός και υγιής.
- Και εσείς πως αποφασίζετε να εμπλακείτε με ένα άτομο το οοίο δεν ταιριάζει καθόλου με την ιδιοσυγκρασία σας;
- Αν και λάτρευα τη ζωή που ζούσεα, ντετέκτιβ, και δεν θα την αντάλλασα με καμία άλλα, κάποια στιγμή θέλησα να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό. Έτσι, σε μια από τις πρώτες βραδινές περιπλανήσεις μου, σε στέκια διαφορετικά από τα συνηθισμένα, είχα την τύχη να γνωρίσω τη Ζουλιέτ.
Η Μαρί πήρε μια βαθιά ανάσα και ζήτησε να πιει λίγο νερό πριν συνεχίσει.
- Τσιγάρο; Της πρότεινε ο ντετέκτιβ και εκείνη το απέρριψε ξανά.
- Ναι, την ερωτεύτηκα παράφορα τη Ζουλιέτ αλλά αδερφικά, χωρίς να το ξέρω. Την αγάπησα πολύ μη γνωρίζοντας ότι ήταν ο δεσμός των διδύμων που μας κρατούσε ενωμένες. Γίναμε ζευγάρι αλλά η σχέση δεν διήρκεσε πολύ από τηνπλευρά της Ζουλιέτ. Δεν ήταν κάτι απόλυτα ευχάριστο και για τις δυο μας. Μείναμε μαζί γιατί ήμασταν … δίδυμες αδερφές, ακόμα κι αν δεν το ξέραμε τότε. Δεν χωρίζουν έτσι απλά οι δίδυμοι. Παρέμεινα κοντά της γιατί ήθελα να την προστατεύω και να τη φροντίζω, το ίδιο κι εκείνη.
- Καλά,και οι γονείς σας δεν υποπτεύθηκαν τίποτε όλο αυτό τον καιρό;
- Το διαμέρισμα μου το είχα νοικιάσει κρυφά με τη βοήθεια του εχέμυθου δικηγόρου. Χρησιμοποιούσα το Μετρό αντί του σοφέρ μου για να μπορώ να κινούμαι με περισσότερη άνεση στα στέκια της Ζουλιέτ. Τι άλλο;
- Και πότε έμαθε η Ζουλιέτ όλη την αλήθεια;
- Την προπαραμονή των Χριστουγέννων που πήγε να παραλάβει τα αποτελέσματα των εξετάσεων της. Την τελευταία φορά που χρειάστηκε μετάγγιση αίματος, οι γιατροί με πληροφόρησαν για τη συμβατότητα του αίματος μας. Ζήτης να επαναληφθούν οι εξετάσεις σε άλλο ανεξάρτητο κέντρο και τα αποτελέσματα ήταν τα ίδια. Η προϊσταμένη είδε τα αποτελέσματα και, μη γνωρίζοντας ότι η Ζουλιέτ δεν ήξερε την αλήθεια, όταν πήγε να τα παραλάβει αναφέρθηκε σε μένα ως τη δίδυμη αδερφή της.
- Και τότε ήταν που σας τηλεφώνησε.
- Ναι, τα υπόλοιπα φαντάζομαι ότι τα ξέρετε. Προσπάθησα να την ηρεμήσω από το τηλέφωνο αλλά ήταν αδύνατον, κι εγώ δεν μπορούσα να φύγω από το γκαλά όπου βρισκόμουν. Μπήκε στο σπίτι με το κλειδί της καθαρίστριας, ήξερε που να το βρει, όπως, επίσης, ήξερε τι ώρα θα επέστρεφα γιατί είχε ανακοινωθεί στον τύπο η παρουσία μου στην εκδήλωση. Όταν μπήκα στο σπίτι την βρήκα στο πάτωμα να μισοκοιμάται. Μου είπε όλα όσα είχε μάθει και μου ζήτησε να τη σκοτώσω γιατί δεν μπορούσε να ζει με την εικόνα μας. Η εικόνα να κάνουμε έρωτα σαν ζευγάρι ξεπερνούσε κάθε όριο ανοχής της όσο ελεύθερο πνεύμα κι αν ήταν.
- Και την σκοτώσατε;
- Αστειεύεστε; Την αδερφή μου, ντετέκτιβ; Προσπάθησα να την αποτρέψω αλλά όπως φαίνεται η μοίρα είχε άλλα σχέδια. Προσπάθησα να την προφυλάξω από το μαχαίρι κι εκείνη έπεσε πάνω του. Αυτοκτόνησε με το ίδιο μου το χέρι, ντετέκτιβ. Καταλαβαίνετε τι σας λέω; Πως θα μπορέσω να συνεχίσω τη ζωή μου τώρα πια; Είμαι ένοχη για το θάνατο της αδερφής μου! Έπρεπε να την προστατεύσω και δεν το έκανα. Είμαι άλλος ένας στη ζωή της που την απογοήτευσε! Φυλακίστε με, εξαφανίστε με, είμαι άλλος ένας εγκληματίας στη ζωή της Ζουλιέτ, πρώτα οι γονείς μου και τώρα εγώ, ούρλιαξε με όση φωνή της είχε απομείνει και ξέσπασε σε κλάματα από την ένταση της αφήγησης και την ανάμνηση της αγαπημένης της.
Ο ντετέκτιβ βγήκε από την αίθουσα και την άφησε μόνη να πενθήσει το χαμό της αδερφής της.
- Και πως είμαστε σίγουροι ότι η Μαρί δεν επέλεξε να σκοτώσει τη Ζουλιέτ για να μην μαρτυρήσει ότι είναι η δίδυμη αδερφή της και αμαυρωθεί το όνομα της στην γαλλική κοινωνία ή ακόμα και για να μην διεκδικήσει μέρος της περιουσίας της;
- Κοίταξε την, αστυνόμε. Τι βλέπεις; Μια πληγωμένη ψυχή που ένιωσε ότι βρήκε το δρόμο της κι αυτός οδηγούσε σε ένα γκρεμό. Δεν είναι καιροσκόπος η Μαρί, αστυνόμε.
- Κρίμα, πάντως. Πολύ κρίμα! Είπε ο αστυνόμος φανερά λυπημένος για την έκβαση της υπόθεσης.
- Δεν ξέρεις ποιόν να λυπηθείς περισσότερο, αστυνόμε. Τη Ζουλιέτ; Ή τη Μαρί; Και τι να πεις και γι’αυτούς τους γονείς; Θύτες ή θύματα της κοινωνίας μας και της θέσης τους;
- «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε!», ντετέκτιβ, είπε ο αστυνόμος σκυθρωπός.
- Αστυνόμε, τελειώσαμε από εδώ. Ζήτησε να της φέρουν τα τσιγάρα της και βάλτε τη ξανά στο κρατητήριο. Η χαρτοδουλειά μπορεί να περιμένει. Είναι ώρα να πάμε στο σπίτι μας!
- Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε!