Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

Ο Χάμπος πάει σε συνέντευξη

Ο Χάμπος είναι καιρό τώρα άνεργος αφού στην τελευταία του εργασία απολύθηκε λόγω πολλαπλών προσόντων. Η επίσημη απάντηση της εταιρείας που τον απέλυσε ήταν πως γνωρίζει πολλά και αυτό δεν κάνει καλό στην εξέλιξη των υπόλοιπων υπαλλήλων.

Έστειλε πριν λίγο καιρό το βιογραφικό του σε μια γνωστή πολυεθνική εταιρεία και τώρα είχε έρθει η ώρα της τρίτης και τελικής συνέντευξης με την διευθύντρια προσωπικού. Έβαλε λοιπόν το κουστούμι των συνεντεύξεων (πρόκειται για το μοναδικό κουστούμι που έχει ο Χάμπος σε καλή κατάσταση και του έρχεται σαν να ήταν δικό του), γυάλισε τα σκαρπίνια του με μαύρη βαφή, κοιτάχτηκε λίγο στον καθρέφτη να δει τι λείπει, και έτσι έβαλε τις τελευταίες πινελιές της μεταμόρφωσης του, πέρασε στους ώμους του μια δερμάτινη τσάντα και τέλος ‘’κούμπωσε’’ ευλαβικά το μονόκλ του στο αριστερό μάτι.

Έφτασε στα γραφεία της Φαταούλας ΑΕ και έκανε μια τελευταία πρόβα στον καθρέφτη του ασανσέρ που θα τον πήγαινε στον τελευταίο όροφο του κτιρίου. Το ασανσέρ ήταν γυάλινο, και έτσι όσο αιωρούνταν από τα καλώδια μπορούσε να δει τις επαγγελματικές στιγμές των υπαλλήλων σε κάθε όροφο που περνούσε. Ήταν όλοι τους σκυφτοί, με ακουστικά και μικρόφωνα στο κεφάλι και μασουλούσαν μπάρες δημητριακών που θα έκαναν καλό στο αγχωμένο τους στομάχι. Όλοι οι όροφοι έμοιαζαν το ίδιο, όπως και τα ρούχα των υπαλλήλων. Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές είχαν το ίδιο χρώμα και ένα τεράστιο αναλογικό ρολόι κρεμόταν δίπλα από την πόρτα των διευθυντών του κάθε ορόφου.

Ο Χάμπος σκέφτηκε μονομιάς πως πρόκειται για την εταιρεία που έψαχνε. Τον είχε κουράσει πολύ στο παρελθόν η διαφορετικότητα του και το φιλικό περιβάλλον εργασίας που προσπαθούσε να χτίσει σε όλες τις εταιρείες που είχε περάσει όλα αυτά τα χρόνια. Ήταν το τέλειο περιβάλλον για να ‘’εξαφανιστεί’’ και να γίνει ένα με τους υπόλοιπους υπαλλήλους. Ήταν η τελευταία του ευκαιρία να κερδίσει και πάλι μια θέση στο σύστημα ώστε να καταφέρει να επιβιώσει για λίγα χρόνια ακόμα.

Δ - Περάστε Κύριε Χάμπο, καθίστε…

Χ - Σας ευχαριστώ πολύ για την ευκαιρία που μου δίνεται, ελπίζω να καταφέρουμε και να έρθουμε συμφωνία…

Δ – Εμείς σας ευχαριστούμε για τον χρόνο σας. Μόνο που έχουν μείνει μερικές εκκρεμότητες ακόμα να συζητήσουμε πριν πάρουμε σαν εταιρεία την τελική μας απόφαση…

Χ – Βέβαια, Παρακαλώ πολύ, σας ακούω…

Δ – Λοιπόν, έχουμε και λέμε: τον όρο συνεχομένης παρακολούθησης 24 ώρες την ημέρα τον δέχεστε..σωστά?

Χ – Βέβαια κανένα πρόβλημα, μπορείτε να συνδεθείτε στις κάμερες που ήδη υπάρχουν σπίτι μου, από την προηγούμενη μου εργασία . Το σύστημα είναι έτοιμο και μπορεί και ελέγχει μέχρι και τα τρόφιμα που υπάρχουν στο ψυγείο μου.

Δ – Πολύ καλά, το σημειώνω αυτό… Για πείτε μου κύριε Χάμπο – τον οικονομικό όρο πως κάθε χρόνο θα αφαιρούμε λίγο από το μισθό σας τον δέχεστε?

Χ – Μα φυσικά, το ρωτάται ? Δουλεία να έχουμε και δεν έχουν σημασία τα πολλά χρήματα

Δ – Πολύ καλά λοιπόν θα επανέλθουμε στο οικονομικό… Για να δω το φάκελο σας. Χμμ, το τεστ αλήθειας το περάσατε, τα ψυχολογικά τεστ τα περάσατε, τα τεστ ναρκωτικών τα περάσετε… Θα πρέπει να σας κάνω και εγώ η ίδια κάποιες ερωτήσεις ώστε να καταλάβω πόσο αφοσιωμένος υπάλληλος μπορείτε να γίνεται.

Λοιπόν, κύριε Χάμπο, σε περίπτωση που έρθει η στιγμή να διαλέξετε ένα από τα δυο τι θα κάνατε:

Α) Θα φεύγατε από την εταιρεία για να κρατήσουν το σπίτι που μένουν η οικογένεια σας ή Β) Θα παραμένατε στη εταιρεία και θα αφήνατε τους γονείς σας στο δρόμο ?

Ωραία ερώτηση αλλά εύκολη σκέφτηκε ο Χάμπος

Χ –- Μα φυσικά θα έμενα στην εταιρεία, θα έδινα τον καλύτερο μου εαυτό και μέσα από την ανταμοιβή μου σε μπόνους θα έπαιρνα ένα καινούργιο σπίτι στους γονείς μου.

Δ – Πολύ καλά λοιπόν… ας επανέλθουμε στο οικονομικό. Όπως πολύ καλά γνωρίζεται είμαστε σε κρίση. Χρήματα σε μορφή ρευστού δεν υπάρχουν και η μετοχή της εταιρείας έχει πάρει την κατιούσα.

Ο Χάμπος έξυσε προς στιγμήν το κεφάλι του και αναρωτήθηκε δυνατά…

Χ – Μα συγνώμη, τα σχεδιαγράμματα που μου δείξατε στην πρώτη συνέντευξη έδειχναν πως τα τελευταία χρόνια η εταιρεία έχει εκμεταλλευτεί την κρίση και έχει αύξηση καθαρού κέρδους της τάξης του 1500%. Σας ενημερώνω επίσης πως αυτό το στοιχείο ήταν και το μοναδικό που με οδήγησε στο να κάνω αίτηση στην συγκεκριμένη εταιρεία.

Δ – Μπράβο κύριε Χάμπο, σας συγχαίρω για την παρατηρητικότητα σας. Για σκεφτείτε λοιπόν μόνος σας για λίγο και την απάντηση στο ερώτημα σας. Προσέχετε γιατί αξίζει πολλά η απάντηση σας.

Χ – Μάλιστα, κατάλαβα . Η εταιρεία χρησιμοποιεί σαν πρόφαση την κρίση και έτσι μπορεί και κρατά τα κόστη στο ελάχιστο δυνατό και σύγχρονος μέσα από συμφωνίες που γίνονται κάτω από το τραπέζι μπορεί και πλουτίζει.

Δ – Μπράβο σας και πάλι κύριε Χάμπο. Εκτός το ότι καταλάβατε γιατί ο μισθός σας θα είναι τόσο χαμηλός, καταλάβατε αμέσως και το ανθρωπιστικό έργο της εταιρείας εν καιρό κρίσης.

Δ- Ήρθε ή ώρα να σας πω πως έχετε περάσει επιτυχώς όλα τα τεστ και πως αρχίζετε την Δευτέρα με ωράριο 6 το πρωί με 8 το βράδυ και μισθό 900 ολόκληρα ευρώ το μήνα, κολλαριστά και αυθεντικά.

Το μόνο που έχει απομείνει είναι ένα ερώτημα του Προέδρου προς εσάς, πριν βάλει την υπογραφή της πρόσληψης σας.

Στα άλμπουμ προσωπικών φωτογραφιών που μας καταθέσατε ως ένα από τα πειστήρια του πρότερου έντιμου βίου σας παρατηρήσαμε πως από μικρός φοράτε μονόκλ. Γιατί ; πως και δεν φοράτε γυαλιά ή φακούς επαφής ;

Ο Χάμπος μην μπορώντας να πει ψέματα αλλά όντας συγχρόνως περήφανος για την ιστορία του, σκέφτηκε πως ήρθε η στιγμή της αλήθειας και πως έπρεπε να αποκαλύψει το μυστικό του με το μονόκλ.

Χ – Κοιτάξτε κυρία διευθύντρια. Ο πατέρας μου ήταν και είναι ζωγράφος.

Δ – Ζωγράφος ; αυτό έπρεπε να μας το είχατε ήδη πει αλλά το προσπερνώ κύριε Χάμπο… καλύτερα για εσάς θα ήταν να του αλλάξετε μυαλά και να τον βάλετε στον ίσιο δρόμο, αλλά παρακαλώ, συνεχίστε…

Χ- Επειδή ο μπαμπάς μου λοιπόν είναι ζωγράφος αλλά είναι και ανάπηρος με έστελνε από μικρό να παρακολουθήσω τις ιδιωτικές στιγμές άλλων οικογενειών ή σπιτιών, κα όταν γύριζα σπίτι του περιέγραφα τις εικόνες που είχα στο μυαλό μου και εκείνος τις ζωγράφιζε. Είχα γίνει τα μάτια και τα πόδια του και εκείνος το πινέλο μου.

Τα περισσότερα σπίτια ήταν ξύλινα και έτσι ο μόνος τρόπος να δω μέσα τι γινόταν ήταν ανοίξω μια μικρή χαραμάδα με τον σουγιά μου. Έτσι έχωνα όσο πιο κοντά μπορούσα το αριστερό μου μάτι στην χαραμάδα και καθόμουν επί ώρες και παρατηρούσα.

Περνώντας τα χρόνια απόκτησα ένα μειονέκτημα και ένα πλεονέκτημα. Έπαθα μυωπία στο ένα μάτι αλλά σύγχρονος κατάφερα κοιτάζοντας κάτι για ώρα μέσα από το μονόκλ να μπορώ να το αναλύσω και να καταλάβω τα πάντα για τον άλλο. Ήταν το μονόκλ που μου έδινε το ρόλο του καλού ντεντέκτιβ και με ενθουσίαζε, όπως γίνεται ακόμα και σήμερα. Στην ηλικία των 20 έκανα απεξάρτηση από τις επισκέψεις μου στα ξένα σπίτια και κράτησα μόνο το πλεονέκτημα. Έχω πάρει αρκετά βραβεία στο παιχνίδι ‘’ποιος, που, πότε’’ και γενικά είμαι πολύ περήφανος που κατάφερα και αντέστρεψα ένα μειονέκτημα μου σε προτέρημα.

Ουφ αναστέναξε, και σκέφτηκε πως καλά τα πήγε, τότε ακούστηκε μια διαπεραστική φωνή…

Δ – Έξω, Έξω είπα, περάστε έξω κύριε … μα τι νομίζατε κύριε. Η Φαταούλας ΑΕ έχει ανάγκη από ματάκηδες ; από ένα κωλομπαρά σας εσάς. Περάστε έξω γιατί θα φωνάξω την αστυνομία… ΕΞΩ …

Χ – Μα σας παρακαλώ, δεν μπορεί..μην μου το κάνετε αυτό..σας υπόσχομαι πως το έχω ξεπεράσει, δεν είμαι ματάκιας πια..

Δ – Τι να σας πω κύριε Χάμπο..είχαμε κάνει σχέδια για εσάς στην εταιρεία… λυπάμαι…

Χ – Θα κάνω ότι πρέπει για να κερδίζω την εμπιστοσύνη σας, μα και πάλι τα πτυχία μου νομίζω πως μιλάνε από μόνα τους για το αν μπορώ να κάνω την δουλεία ή όχι….

Δ – Λοιπόν εντάξει, κάτι θα κάνω για εσάς γιατί σας λυπάμαι. Λοιπόν θα γίνεται βοηθός μου, θα κάνετε όλη την δουλεία μου, αφού λέτε στο βιογραφικό σας πως μπορείτε, θα παίρνετε 500 ευρώ το μήνα και ένα αρνί το Πάσχα δώρο, τα υπόλοιπα τα λέμε πάλι σε τρία χρόνια

Χ – Σας ευχαριστώ πολύ για το καλό που κάνετε, σας υπόσχομαι πως δεν θα ξαναβάλω το μονόκλ μου..

Δ – Μα μην είσαι χαζούλης, τώρα που τα βρήκαμε και είμαστε σύμφωνοι, το μονόκλ θα παίξει μεγάλο ρόλο στις εσωτερικές εργασίες της εταιρείας και την άνοδο μου προς την κορυφή . Έλα έλα υπέγραψε γρήγορα σε παρακαλώ και καλή τύχη….

Χ – Σας Ευχαριστώ…………………………………………………………………………………………………………………

Το γυμναστήριο των φαντασμάτων

Το γυμναστήριο των φαντασμάτων ονομάζεται το πρώτο στάδιο εκπαίδευσης ενός μικρού φαντάσματος έως ότου μεγαλώσει και τελικά γίνει ένας άσπρος ή ένας μαύρος άγγελος.

Όπως όλα τα φαντασματάκια έτσι ο Χόμπι στάλθηκε στην γη να ζήσει σε μια συγκεκριμένη περιοχή, μια συγκεκριμένη χρονιά ώστε να έχει και ένα αποτέλεσμα η αποστολή του. Το που και πότε θα σταλθεί για εκπαίδευση ένα φαντασματάκι βγαίνει αυτόματα από τον υπολογιστή βάσει στατιστικής πρόβλεψης. Το τι τελικά θα πράξουν τα φαντασματάκια κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης τους στην γη ως άνθρωποι εξαρτάται καθαρά από τον χαρακτήρα που θα διαμορφώσουν και αν θα πάρουν τελικά το μέρος του κακού η του καλού. Έτσι από μικρά φαντασματάκια μεταμορφώνονται σε άσπρους ή μαύρους αγγέλους ανάλογα με το που αποφάσισαν να στρατολογηθούν αλλά και από το αποτέλεσμα των ίδιων των πράξεων τους για όσο έζησαν στην γη.

Μόλις ένας κριτής άγγελος έχει πιστή πως το φάντασμα είναι πλέον ενήλικο και έχει κατασταλάξει στις απόψεις του. Τότε αυτόματα το φάντασμα γυρνά στην μέση Γη και χρίζεται άγγελος του κακού ή του καλού.

Έχει παρατηρηθεί πως όλα τα φαντασματακια στην ηλικία των τριών με τεσσάρων συνειδητοποιούν πως έχουν ιδιαίτερες δυνάμεις σε σχέση με τα υπόλοιπα παιδάκια. Για παράδειγμα μπορούν και μεταμορφώνουν τα πλαστικά λουλούδια σε κούκλες και φορτηγάκια. Περίπου στην ηλικία των δέκα αποφασίζουν αν τους αρέσει να κάνουν καλές πράξεις ή τους αρέσει περισσότερο να παιδεύουν τον κόσμο. Στην ηλικία των δεκαοχτώ είναι πλέον έτοιμα να μεταμορφωθούν σε άγγελοι και να αποκτήσουν τεράστια φτερά στις πλάτες τους.

Ο Χόμπι ενώ ακολούθησε κανονικά όλο το πρόγραμμα των φαντασμάτων στην γη, δεν πίστεψε ποτέ ότι μπορεί να είναι ξεχωριστός και πως τον έστειλαν στην γη για ένα συγκεκριμένο σκοπό. Ξεκίνησε λοιπόν το σχολείο κανονικά και μελετούσε τα μαθήματα του. Το πρόβλημα του στην ηλικία των πέντε δεν ήταν αν δουλεύει καλά το ραβδί του αλλά τον απασχολούσε το γεγονός πως έβρισκε τα μαθήματα στο σχολείο πολύ λογικά και έτσι δεν του κέντριζαν το ενδιαφέρον Στην ηλικία των δέκα αντί να μοιράζεται ξόρκια με την ομάδα των φαντασμάτων που αποφάσισε να ακολουθήσει, ο Χόμπι αναρωτιόταν αν υπάρχει θεός και που τελειώνει το σύμπαν.

Καθώς μεγάλωνε, τα υπόλοιπα φαντάσματα τον παρατηρούσαν από μακριά και μην μπορώντας να επέμβουν στην ζωή του αναρωτιόντουσαν ποια θα είναι η στιγμή που θα καταλάβει ο Χόμπι ποιος είναι.

Όσο περούσαν τα χρόνια και τα φαντάσματα έβλεπαν πως ο Χόμπι δεν καταλάβαινε τίποτα και συνέχιζε να ενθουσιάζεται με το παραμικρό θαύμα που έβλεπε γύρω του. Τότε πήραν την απόφαση να μιλήσουν στους άσπρους αγγέλους και να τους εξηγήσουν την κατάσταση που βρίσκεται ο Χόμπι.

Ο Χόμπι είχε πάει πλέον τριάντα χρονών και είχε ξεπεράσει όλα τα χρονικά όρια που είχαν δοθεί ποτέ σε φάντασμα ώστε να καταλάβει την ύπαρξη του. Οι άσπροι άγγελοι κάλεσαν μια τεράστια σύσκεψη για να αποφασίσουν τι θα κάνουν με τον Χόμπι. Δεν γινόταν να τον αφήσουν να αιωρείται και άλλο ανάμεσα στην γη και την μέση Γη, οπότε έπρεπε να βρεθεί άμεσα μια λύση.

Πέρασαν μέρες, πέρασαν εβδομάδες μα απόφαση δεν πάρθηκε. Οι άγγελοι ακολουθούσαν τόσο πιστά της οδηγίες του πρωτοκόλλου που δεν μπορούσαν να βρουν καμία τέτοια περίπτωση να έχει συμβεί στο παρελθόν, άρα δεν ήξεραν και ποια είναι η απόφαση που θα είχε σαν αποτέλεσμα το καλό.

Μην έχοντας άλλη λύση σκέφτηκαν να ενημερώσουν για την κατάσταση και τους μαύρους αγγέλους. Σκέφτηκαν πως αν ένωναν την σοφία τους με τους μισητούς μαύρους αγγέλους θα έβρισκαν την δίκαιη λύση για την ύπαρξη του Χόμπι.

Η μεγάλη σύσκεψη έγινε και η ετυμηγορία των ενωμένων αγγέλων ήταν να φτιάξουν ένα παιχνίδι, ένα τέχνασμα. Μέσα από αυτό το τέχνασμα θα καταλάβαιναν σε ποια μεριά ανήκει ο Χόμπι και μόλις αποφάσιζαν, θα έστελναν τον Ερμή να τον φέρει με το ζόρι στην μέση Γη για να τον ενημερώσουν για το ποιος ακριβώς είναι.

Το παιχνίδι είχε ως εξής: θα κατέβαιναν στην γη ένας άσπρος άγγελος με την μορφή γυναίκας και ένας μαύρος άγγελος με την μορφή του χρήματος. Ο κάθε άγγελος θα έπραττε ανεξάρτητα ώστε να καταφέρει να βγάλει μέσα από τον Χόμπι τον πραγματικό του εαυτό και όχι βάσει της ιδιότητας του. Ο καθένας τους θα μπορούσε να κάνει το καλό ή το κακό ώστε να σπρώξει τον Χόμπι προς το φως της αλήθειας.

Η πρώτη επίσκεψη που έλαβε ήταν από την γυναίκα. Τον πλησίασε σε ένα μπαρ και έχοντας πάρει τα χαρακτηριστικά μιας γυναίκας που θα του άρεσε του ψιθύρισε στο αυτί πως γνωρίζει ποιος είναι και πως θέλει να του μιλήσει ιδιαιτέρως. Βγήκαν από το μπαρ και άρχισαν να περπατάνε μια μεγάλη λεωφόρο γεμάτη φώτα.

Η γυναίκα του είπε πως τον παρακολουθεί καιρό γιατί ανήκει σε μια οργάνωση που παρακολουθώντας τον κόσμο μπορεί και ξεχωρίζει τους γεννημένους ηγέτες. Του εξήγησε λοιπόν πως αυτός είναι ένας από αυτούς και πως ένα από το προτερήματα που θα είχε από εδώ και πέρα είναι πως θα του ανήκει για το υπόλοιπο της ζωής της. Επίσης τον ενημέρωσε πως ένας χαρακτηρισμένος ''Γεννημένος Ηγέτης'' πρέπει να μην παραβεί ποτέ καμιά από τις εντολές των θρησκειών και να πράττει πάντα το καλό για τον συνάνθρωπο του. Αν κατάφερνε κάτι τέτοιο τότε θα ζούσε ευτυχισμένος για πάντα με την συμπαράσταση όλων των παρατηρητών. Αν όχι θα έπαιρνε μόνο ένα μεγάλο χρηματικό ποσό για την προσπάθεια του και θα ξαναγύριζε στην πραγματική του ζωή.

Ο Χόμπι δυσκολευόταν πολύ να πιστέψει πως είναι κάποιος ιδιαίτερος άνθρωπος και πόσο μάλλον ότι τον είχαν διαλέξει κάποιο άλλοι. Αυτό που έκανε τελικά ήταν να πάρει τα λεφτά και την νέα του γυναίκα και να φύγει μακριά. Μοίρασε το μεγαλύτερο ποσό των χρημάτων σε αστέγους καθώς διέσχιζαν τις ερήμους και τα υπόλοιπα άρχισε να τα επενδύει.

Σε αυτό το σημείο ήρθε στην γη και ο μαύρος άγγελος. Με την μορφή χρήματος έκανε επιτυχημένες όλες τις επιχειρήσεις του Χόμπι και του έδωσε μεγάλη δύναμη στην κοινωνία που ζούσε.

Η γυναίκα του Χόμπι βλέποντας τον να αποκτά δυνάμεις θέλησε να τον ξαναδοκιμάσει, το ίδιο έκανε παράλληλα και ο μαύρος άγγελος δίνοντας του συνεχώς όλο και περισσότερη δύναμη.

Η στιγμή της αλήθειας είχε φτάσει και όλη η μέση Γη είχε μαζευτεί για να παρακολουθήσει το αποτέλεσμα του πειράματος ΄΄ Το Αγύμναστο Φάντασμα''.

Είχε έρθει ή σειρά να δράσει ο άσπρος άγγελος και χρησιμοποιώντας την μορφή της αγαπημένης του γυναίκας τον έπεισε να παραχωρήσει όλη του την περιουσία στους φτωχούς και να ζήσουν οι δυο τους σε μια καλύβα.

Εκείνος επειδή αγαπούσε πολύ την γυναίκα του αλλά επειδή πάντα όταν έδινε αισθανόταν μια απίστευτη σωματική και πνευματική ευχαρίστηση, δέχτηκε την πρόταση και απαρνήθηκε όλα του τα πλούτη.

Η μέση γη είχε αναστατωθεί, το πείραμα είχε τελειώσει και όλοι είχαν πάρει τις αποδείξεις που χρειαζόντουσαν. Ο δικαστής ήταν έτοιμος να ανακοίνωση την απόφαση του και να χρίσει τον Χόμπι λευκό άγγελο της μέσης γης. Μέχρι που άρχοντας των μαύρων αγγέλων πετάχτηκε στην αίθουσα του δικαστηρίου και ζήτησε από τον δικαστή να δώσουν λίγο παραπάνω χρόνο στο πείραμα γιατί δεν ήταν πεπεισμένος πως ο Χόμπι είναι τόσο αθώος που θα συνεχίσει να ζει στην καλύβα με την γυναίκα του.

Ο δικαστής δέχτηκε την παράταση και η παρακολούθηση ξανάρχισε. Ο Χόμπι έχοντας συνηθίσει μέσα στα πλούτη άρχισε να στενοχωριέται. Ήθελε να κάνει πανάκριβα δώρα στην γυναίκα του μα το μόνο που πραγματικά μπορούσε να κάνει ήταν κοχύλια από τον βυθό του ωκεανού. Επίσης άρχισε να βαριέται πάρα πολύ την ζωή στην καλύβα και του έλειπαν πολύ οι ανέσεις της βίλας του και τα αυτοκίνητα του.

Ο Χόμπι άρχισε να κλέβει από τις κοντινές παραθαλάσσιες βίλες και μόλις μάζεψε ένα σημαντικό ποσό πήρε την γυναίκα του και πήγαν στην πόλη. Εκεί οργάνωσε μια σπείρα ληστών και κατέστρωσε ένα μεγάλο σχέδιο για την κλοπή όλων των πολύτιμων λίθων που κρατούνταν στο θησαυροφυλάκιο της Κυβερνητικής Εφορίας.

Η μέση Γη ξαναβουίξε, οι άγγελοι μαζεύτηκαν. Και ό άρχοντας των μαύρων όλο καμάρι ζήτησε από τον δικαστή να χρίσει τον Χόμπι μαύρο άγγελο.

Ο Δικαστής συμφώνησε και απογοητευμένος πρόσταξε τον Ερμή να φέρει τον Χόμπι γρήγορα στη μέση Γή και να τον ενημερώσει στον δρόμο για την πραγματικότητα της ύπαρξης του.

Ο Ερμής βρήκε τον Χόμπι στην γη την ώρα που μοίραζε τα κλοπιμαία σε μια γειτονιά αστέγων και φτωχών ανθρώπων. Ο Ερμής μπερδεύτηκε γιατί δεν ήταν σίγουρος πια αν έπρεπε να του φορέσει τα μαύρα ή τα λευκά φτερά.

Επέστρεψε λοιπόν στην μέση Γή και ενημέρωσε τους αγγέλους για αυτό που είχε αντικρίσει. Το δικαστήριο ξανάρχισε και κράτησε μήνες. Οι άγγελοι είχαν μπερδευτεί και ο δικαστής δεν κατέληγε σε καμία απόφαση.

Τα χρόνια πέρασαν και ο Χόμπι παρέμεινε στην γη. Ένα μικρό θαύμα άθελα του από εδώ ένα άλλο πιο μικρό από εκεί συνέχισε να ζει σαν το πρώτο ασπρόμαυρο και αγύμναστο φάντασμα της γης.

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Η Ανάσα του Ονείρου



 Τι είναι τ’ όνειρο, αν όχι το φύλλο συκής
των απόκρυφων στιγμών της μέρας;

            Τι είν΄ η ανάσα, αν όχι το σημείο μη-
δεν της εξωστρέφειάς μας;

            Κι’ αν το όνειρο μιαν ανάσα δικαιούται
στο αποπνικτικό του χάος,
διακεκομμένη θα’ ναι στα ερεβώδη πλάνα μας
ρηχή στις μικρές μας αυτιστικές αλήθειες
στο γκρέμισμά μας θα’ ναι βαθιά
πλην αλεξίπτωτη

Θα’ ναι ήλιον ευγενές, που τον χρόνο επαναφέρει
στα ξεφούσκωτα μπαλόνια γενεθλίων
περασμένων.  Κι εμείς αναρωτιόμαστε
πώς το κορδόνι κόπηκε,
εκείνο που δέναμε στον καρπό παιδιά
και μας κρατούσε στη γη μ’ ένα λουλακί σύννεφο
να αιωρείται πάνω μας

Οξυγόνο σωτηρίας θα’ ναι στις γυμνές βουτιές μας,
κόντρα στη νομοτέλεια της άνεσης,
της άνωσης που ξηραίνει το κορμί μας
            Διοξείδια θα’ ναι διέξοδος
για τις ρυπαρές μας σκέψεις, αυτές που διυλίζονται
στο εργοστάσιο του δέοντος

Κι’ αν το όνειρο στάθηκε ποτέ
να πάρει μιαν ανάσα στο κατώφλι του ξύπνιου,
μαζί του πήρε και τα ξεραμένα φύλλα συκής
μαζί του και τις μάσκες των άλλοτε εαυτών μας

μαζί του πήρε και τα κούφια λόγια,
πριν η μωβ μας πρόζα μουτζουρώσει τη σιωπή


Γιατί τι είναι τ’ όνειρο, αν όχι το μπαλόνι μας;

Γιατί τι είν’ η ανάσα, αν όχι το κορδόνι ολάκερο;

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΤΗΛΕΧΕΙΡΙΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ
Άνοιξα το κουτί με ανυπομονησία να δω τι περιέχει μέσα και ξαφνικά είδα μπροστά μου ένα τηλεχειριστήριο! «Τι είναι αυτό;» ρώτησα λίγο απογοητευμένη. Με κοίταξε με μάτια που ακτινοβολούσαν από την ικανοποίηση για το υπέροχο δώρο που μου πήρε και απάντησε « Τηλεχειριστήριο σοφίας! Πατάς ένα κουμπάκι κι αμέσως μεταδίδεται στον καθένα όση ποσότητα του χρειάζεται!» Έμεινα για λίγο σκεφτική. Ο ενθουσιασμός που είχα αρχικά για το δώρο, χάθηκε μέσα στο πλήθος των ερωτημάτων που μου δημιουργήθηκαν. Άραγε, πως μετριέται η σοφία; Πώς ξέρεις πόση ποσότητα χρειάζεται ο καθένας μας; Δεν είναι λίγο υποκειμενικό όλο αυτό;
Εγώ τη σοφία τη φαντάζομαι σαν τη θάλασσα, απέραντη, δίχως όρια, χωρίς να υπάρχει ιδανική ποσότητα. Μία δόση παραπάνω και προχωράς λίγο καλύτερα στη ζωή σου. Αλλά φυσικά κάθε δόση έχει και το αντίτιμό της, όπως όλα τα πράγματα. Ποιο είναι αυτό; Η εμπειρία… Η εμπειρία όμως, δύσκολα αποκτάται. Χρειάζεται να βουτήξεις μέσα στην αγριεμένη θάλασσα, αδιαφορώντας αν θα βγεις ζωντανός ή νεκρός και να παλέψεις να βρεις μία ακτή. Κι αν δεν έχεις βάρκα; Κι αν δεν έχεις κουπιά; Κι αν οι συνεπιβάτες σου σε εγκαταλείψουν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού; Και τι έγινε; Εσύ θα συνεχίσεις, ακόμα και πάνω σε καρυδότσουφλο! Και που ξέρεις, μπορεί εκεί που δεν το περιμένεις να βρεις την ακτή των ονείρων σου. Αλλά και να μην την βρεις, δεν πειράζει. Κάτσε λίγο στη στεριά, ξεκουράσου, ανεφοδιάσου και μετά, ξεκίνα πάλι. Κάθε ταξίδι είναι και μία εμπειρία και σου παρέχει μία σταγόνα σοφίας παραπάνω.
Φαντάσου τώρα να μπορείς να αποκτάς τη σοφία, χωρίς αντίτιμο. Με το πάτημα αυτού του κουμπιού, να σου μεταδιδόταν όση ποσότητα επιθυμούσες. Θα περιορίζονταν έτσι, τα λάθη που θα έκανες, τα δάκρυα που θα έχυνες, τα όνειρα που διαφορετικά θα έθαβες πριν προλάβεις να τα αγγίξεις καν. Άρα, όλα μοιάζουν καλύτερα… Αυτό το τηλεχειριστήριο θα μας γλίτωνε από πολύ κόπο. Ίσως, κάποιοι να το βλέπουν έτσι. Είναι η εύκολη λύση, η απλή, η αναίμακτη. Εμένα όμως, δε μου αρέσουν τα εύκολα. Πάντα πίστευα ότι στις δυσκολίες βρίσκεται η γλύκα της ζωής. Αυτά που μου χαρίζονται έτσι απλόχερα, δεν τα ευχαριστιέμαι! Εγώ απολαμβάνω αυτά που αποκτώ με θυσίες, με σχέδια, με προσπάθεια. Πόσο μου αρέσει αυτό το συναίσθημα της νίκης και της περηφάνιας, όταν υλοποιώ ένα στόχο μου! Όταν λέω: «Πάλεψα και τα κατάφερα. Ευτυχώς που δεν τα παράτησα!» Αλλιώς, η ζωή χάνει το γούστο της. Σκέψου να υπήρχε συνεχώς λιακάδα… η ζωή μας θα μετατρεπόταν σε έρημο.
Οπότε επιτρέψτε μου να βάλω το τηλεχειριστήριο της σοφίας σε ένα άλλο κουτί, να του βάλω φιόγκους, κορδέλες κι όλα τα σχετικά, γιατί πολλοί είναι εκείνοι που δίνουν περισσότερη σημασία στο περιτύλιγμα παρά στο περιεχόμενο και να το χαρίσω σε κάποιον άλλον! Μπορεί εκείνος να ενθουσιαστεί με αυτό το δώρο. Θα τον γλιτώσει από πολλά βάσανα, δεν αντιλέγω. Εγώ πάλι προτιμώ να τα καταφέρω μόνη μου. Χάθηκε ο κόσμος να μου είχε πάρει μία σοκολάτα;

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

Ένας Έλληνας στην φθινοπωρινή Αγγλία

Με αφορμή το κείμενο της Βιρτζίνια Γουλφ «Η ΚΥΡΙΑ ΝΤΑΛΟΓΟΥΕΗ»

Ο ήλιος πέρασε με μαεστρία από τη μοναδική τρύπα της κουρτίνας και καρφώθηκε πάνω στα βλέφαρα του. Τα διαπέρασε και τον ανάγκασε να τα τρεμοπαίξει λίγο για να συνηθίσει η κόρη του ματιού του την αλλαγή της έντασης του φωτός.
Αυτή η κίνηση των βλεφάρων ήταν αρκετή για να τον ξυπνήσει. Από μικρό παιδί, δεν κοιμόταν βαριά. Μπορούσε να ξυπνήσει ακόμα και στην αίσθηση ότι το ξυπνητήρι θα χτυπήσει από στιγμή σε στιγμή.
Σκεπάστηκε λίγο καλύτερα, ρίγησε, γύρισε πλευρό αλλά ήταν σίγουρο ότι ήταν θέμα δευτερολέπτων να σηκωθεί από το κρεβάτι του.
Γύρισε ξανά το κορμί του προς το παράθυρο και έστρεψε το βλέμμα του έξω από αυτό. Σε αυτή την περιοχή της Αγγλίας ο ήλιος ανατέλλει πάρα πολύ νωρίς αυτή την εποχή κι όμως οι άνθρωποι εδώ δεν χρησιμοποιούν κουρτίνες. Γιατί; αναρωτήθηκε. Εκεί από όπου προέρχομαι χρησιμοποιούμε πάντα κουρτίνες. Ο ήλιος είναι τόσο έντονος, τόσο λαμπερός,  κι εμείς … τον κρύβουμε; Τον διώχνουμε μακριά; Κλεινόμαστε στους τέσσερις τοίχους διώχνοντας όλο το μεγαλείο από δίπλα μας; Η σκέψη του σταμάτησε εκεί.
Ο ήλιος. Πόσες μέρες είχε να δει τον ήλιο σε αυτή τη γωνιά της γης που βρέθηκε πριν από δύο μήνες; Ούτε που θυμόταν. Ίσως από την πρώτη κιόλας μέρα που έφτασε εδώ. Αυτό του είχε κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση. Πως ζουν αυτοί οι άνθρωποι δίχως ήλιο. Μήπως γι’αυτό δεν χρησιμοποιούν κουρτίνες; Γιατί ψάχνουν να τσακώσουν το μεγαλείο του όποια ώρα της ημέρας κι αν είναι αυτή;
Σήμερα δεν έβρεχε. Τα σύννεφα είχαν σκορπίσει εδώ κι εκεί στον ουρανό. Άνοιξε διάπλατα το παράθυρο και στάθηκε γυμνός μπροστά του σε μια προσπάθεια να ρουφήξει ό,τι περίσσευε από τη φύση γύρω του. Μυρωδιές, εικόνες, ήχους. Έφτιαξε ένα τσάι και επέστρεψε μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο. Δεν θέλησε να βάλει καφέ. Δεν ήθελε να δηλητηριάσει τη γεύση του ακόμα. Αισθανόταν καλά κι αυτή η μέρα τον έκανε να αισθάνεται ακόμα καλύτερα.
«Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται» συνήθιζε να του λέει η γιαγιά του, κι αυτή φαινόταν να είναι μια πραγματικά καλή μέρα ήδη η ψυχή του χαμογελούσε.

Το αλάτι της ψυχής

Το αλάτι της ψυχής
Βουτάς την κουτάλα στην κατσαρόλα, γεύεσαι το φαγητό και αισθάνεσαι ότι κάτι σου λείπει. Άλλοι θέλουν περισσότερο, άλλοι θέλουν λιγότερο. Προσθέτεις το αλατάκι σου, περιμένεις λίγο να πάρει μια βράση, βουτάς την κουτάλα πάλι μέσα στην κατσαρόλα, δοκιμάζεις. «Μμμμ, τέλειο» και κλείνεις το μάτι της κουζίνας αφήνοντας τη ζεστασιά του να κάνει τη δουλειά της. Λίγοι κόκκοι είναι αρκετοί για να αλλάξουν όλη του τη γεύση.
Αυτοί οι κόκκοι κουβαλούν μέσα τους όλη τη μυρωδιά, τη νοστιμιά και την ουσία από τους πάγους που λιώνουν ψηλά στις κορυφές των βουνών, που γίνονται νερό και ρέουν, περνάνε μέσα από τα δάση, γίνονται ποτάμι και καταλήγουν στη θάλασσα αγκαλιάζοντας ανάλαφρα τον πάτο της.
Ύστερα οι κόκκοι θα μαζευτούν, θα ξεραθούν, και θα φτάσουν στην κατσαρόλα με το φαγητό αφήνοντας εκεί μέσα όλη την ιστορία που κουβαλήσανε από την αρχή του ταξιδιού τους.
Αυτό ήταν ο Αλέξης για την Ειρήνη. Οι κόκκοι αλατιού που νοστίμιζαν την ψυχή της, τη γλύκαιναν, της έδιναν ουσία και γεύση. Ήταν λίγο καιρό μαζί αλλά έδεναν πολύ όμορφα οι δυο τους κι αυτό το παραδέχονταν όλοι.
Η Ειρήνη ένιωθε ότι είχε βρει στον Αλέξη ό,τι ζητούσε και αντικαθιστούσε στην ψυχή της τον πατέρα που δεν γνώρισε καθώς είχε χαθεί πολύ νωρίς από τη ζωή της σε κάποιο αυτοκινητιστικό ατύχημα. Μεγαλώνοντας με την μητέρα της, δίχως αντρικό πρότυπο, είχε πλάσει μια εξιδανικευμένη εικόνα στο μυαλό της για τους άντρες που μόνο ο Αλέξης είχε καταφέρει να της ικανοποιήσει.
Ο Αλέξης αναζητούσε στην Ειρήνη το κοριτσάκι του. Με δέκα χρόνια διαφορά ηλικίας, δίπλα στην Ειρήνη έβρισκε τη χαμένη παιδικότητα του. Συνήθιζε να την πιάνει αγκαλιά και να της κρατάει το χέρι σε μεγάλους περιπάτους. Το αλάτι της ψυχής του ήταν οι κουβέντες τους, και η ανάσα της πάνω στη δική του. «Σ’αγαπώ. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. Θέλω να σ’έχω πάντα δίπλα μου μόνο δική μου», της έλεγε.
Έτσι ξεκίνησε η σχέση τους και έτσι συνεχίστηκε για αρκετούς μήνες ώσπου οι ώρες που περνούσαν χωριστά ήταν μαρτυρικές και για τους δύο. Ήταν έξι μήνες μαζί, Φθινόπωρο 2011 όταν αποφάσισαν να μετακομίσουν στο δικό τους χώρο για να λείπει ο ένας από τον άλλον όσο γίνεται λιγότερο.
Τώρα, οι κούτες στέκονταν θεόρατο βουνό μπροστά στην είσοδο του διαμερίσματος τους, στους διαδρόμους και στα δωμάτια. Ο Αλέξης δούλευε ως αργά, είχε ιατρείο και ως εκ τούτου η Ειρήνη είχε επωμιστεί όλο το βάρος της τακτοποίησης του σπιτιού μιας και είχε περισσότερο χρόνο από εκείνον.
Ένα ένα τα πράγματα έμπαιναν στη θέση τους και η καινούρια ζωή που ξεκινούσε άλλαζε σχήματα, όγκους και χρώματα. Η τελευταία κούτα βρισκόταν δυο μέτρα μακριά της και της έκλεινε πονηρά το μάτι. «Θα τα καταφέρεις;» έμοιαζε να τη ρωτά. Η Ειρήνη επιστράτευσε όλες της τις δυνάμεις για να τη φτάσει και να την τραβήξει κοντά της.
Την άνοιξε κόβοντας με το μαχαίρι τη ζελατίνα που την κρατούσε κλειστή. «Κι άλλα βιβλία; Άραγε, να τα έχει διαβάσει όλα αυτά τα βιβλία;». Άρχισε να τα βγάζει ένα - ένα και να τα τοποθετεί στη μεγάλη βιβλιοθήκη της εισόδου.         
Μια φωτογραφία γλίστρησε απαλά μέσα από τις σελίδες του βιβλίου που κρατούσε. Προσπάθησε να κρυφτεί κάτω από το χαλάκι του διαδρόμου αλλά δεν τα κατάφερε. Προσγειώθηκε πάνω στα γκρι παντοφλάκια της και την κοιτούσε αδιάφορα. Η Ειρήνη στην αρχή δεν της έδωσε καμία σημασία, έπειτα έσκυψε και τη σήκωσε δισταχτικά με τη ματιά της να αιωρείται ανάμεσα στην αδιακρισία και στην περιέργεια.
Αποφάσισε να την  κοιτάξει  και εστίασε πάνω της με απορία. Στη φωτογραφία ήταν ο Αλέξης αγκαλιά με μια κοπέλα και η ημερομηνία που αναγραφόταν στην κάτω δεξιά γωνία της ήταν 27 Αυγούστου 2011. Τότε δεν ήταν που είχε πάει στη μάνα της στο χωριό; Γύρισε τη φωτογραφία από την ανάποδη, δεν έγραφε τίποτα. Ξανακοίταξε τη φωτογραφία προσπαθώντας να θυμηθεί μήπως ξέρει την κοπέλα από κάπου αλλά δεν της θύμιζε κάτι. Ήταν μια νεαρή κοπέλα, με ξανθά, ίσια, μακριά, μαλλιά, όχι πολύ ψηλή, σχετικά αδύνατη και ντυμένη πολύ προσεγμένα.
Το αλάτι της ψυχής της που άλλοτε τη γλύκαινε έμοιαζε τώρα με το αλάτι που πέφτει πάνω στην πληγή.   
Σε τσούζει, σε τρώει, μορφάζεις και θέλεις να ουρλιάξεις. Θέλεις να ξύσεις την πληγή, να το βγάλεις από μέσα της, να βγάλεις όλο σου το δέρμα. Στριφογυρνάς, προσπαθείς να το ξεχάσεις και ξαφνικά όλες σου οι αντιστάσεις πέφτουν κι αρχίζεις και τρίβεις, και τρίβεις, και τρίβεις την πληγή, και όσο τρίβεις και ψάχνεις να βρεις τη λύτρωση, τόσο η πληγή μεγαλώνει, αιμορραγεί και το αλάτι προχωράει ακόμα πιο βαθιά. Ώσπου διαλύεται μέσα στο αίμα, απορροφάται και χάνεται. Και ξαφνικά δεν αισθάνεσαι τίποτα.
Έβαλε το βιβλίο στη βιβλιοθήκη και έκρυψε τη φωτογραφία στο συρτάρι του κομοδίνου της. Τι ειρωνεία! «Απρόβλεπτες καταστάσεις και πώς να τις αντιμετωπίσετε» ήταν ο τίτλος του βιβλίου που κρατούσε πριν από λίγο στα χέρια της.
Έκατσε στον καναπέ και προσπάθησε να αδιαφορήσει για το συμβάν. Η ώρα ήταν 9. Τον πήρε τηλέφωνο αλλά είχε ακόμα πολύ δουλειά στο ιατρείο. Σε λιγότερο από μία ώρα αποκλείεται να ήταν πίσω της είπε. Σηκώθηκε από τον καναπέ και πήγε στο υπνοδωμάτιο. Άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου και πήρε πάλι τη φωτογραφία στα χέρια της. «Που να είχε τραβηχτεί;» αναρωτήθηκε. Προσπάθησε να βρει κάτι διακριτικό, ένα στοιχείο που να μαρτυρά την τοποθεσία. Ήταν μια απλή φωτογραφία τραβηγμένη σε ένα δρόμο, τίποτα το ιδιαίτερο.
Η Ειρήνη σκάλιζε την πληγή πιστεύοντας ότι μια απάντηση θα την ηρεμούσε αλλά το αλάτι έμπαινε πιο βαθιά στην πληγή και την έτσουζε ακόμα περισσότερο.
Και γιατί να βγάλει μια φωτογραφία με αυτή την κοπέλα; Γιατί; Τι ήταν αυτή η κοπέλα για τον Αλέξη; Ξανακοίταξε τη φωτογραφία πιο προσεχτικά. Ο Αλέξης την κρατούσε από τη μέση αλλά δεν φαινόταν να την αγκαλιάζει με τον τρόπο που αγκαλιάζει την ίδια. Πίσω από το ζευγάρι διακρίνεται μια καφετέρια. Ίσως να είχαν συναντηθεί εκεί για καφέ αλλά ποιός να τους τράβηξε φωτογραφία; Κάποιος περαστικός στο δρόμο ή κάποιος γνωστός τους;
Ποιος άλλος γνωστός τους να ήξερε άραγε για την ύπαρξη αυτής της κοπέλας; Οι ερωτήσεις κυνηγούσαν η μία την άλλη και η Ειρήνη έτριβε την πληγή, την έτριβε όλο και περισσότερο κι αυτή τώρα αιμορραγούσε. Το μυαλό της γύριζε με χίλιες στροφές και σκεφτόταν ένα και μόνο πράγμα. Ποια να είναι αυτή η κοπέλα;
Πήρε τη μητέρα του τηλέφωνο αλλά δεν ήξερε τι να της πει. Τελικά τη ρώτησε ευθέως για την κοπέλα και τι έκανε ο Αλέξης τις μέρες του καλοκαιριού που εκείνη έλειπε; Η μητέρα του σάστισε. Αυτό ήταν κάτι που δεν το περίμενε η Ειρήνη. «Καλύτερα να μιλήσετε οι δυο σας για αυτό το θέμα, δεν θα ήθελα να ανακατευτώ» της είπε και της έκλεισε το τηλέφωνο.
Τώρα η πληγή αιμορραγούσε περισσότερο και το αίμα έρρεε ποτάμι. Η Ειρήνη πήρε αμέσως τηλέφωνο τον καλύτερο του φίλο.  Άραγε να ήξερε κι αυτός την ύπαρξη αυτής της κοπέλας και να μην της είχε πει τίποτα; Η Ειρήνη έλαβε την ίδια απάντηση. «Δεν θα ήθελα να ανακατευτώ, αυτά είναι προσωπικά δικά σας, εσένα και του Αλέξη». Μα, ποια δικά μας; Εγώ δεν ξέρω τίποτα! Τι υπάρχει που είναι δικό μου και δεν το γνωρίζω;
Δεν άντεξε και πήρε την κολλητή της τηλέφωνο, μόνο και μόνο για να μιλήσει σε έναν δικό της άνθρωπο και να ξεσκάσει. Για κακή της τύχη δεν ήταν εκεί. Τώρα της έμενε μονάχα μία επιλογή, να περιμένει τον Αλέξη να γυρίσει ή να τον πάρει τηλέφωνο.
Μάζεψε όλες της τις δυνάμεις και προσπάθησε να αντισταθεί να ξύσει την πληγή ακόμα λίγο. Πήρε βαθιές ανάσες. Κοίταξε το μεγάλο ρολόι στο σαλόνι και η ώρα ήταν 9 και τέταρτο. Το αλάτι σε λίγο θα διαλυόταν μέσα στο αίμα και όλα θα τελείωναν. Ξεφύσησε δυνατά κι έβαλε ένα ουισκάκι, σκέτο χωρίς πάγο για να χαλαρώσει αν και δεν έπινε ποτέ. Σκεφτόταν τι έπρεπε να του πει και πώς να του το πει. Από τη μια ο θυμός για κάτι που της είχε κρύψει. Από την άλλη η απόγνωση ότι κι αυτός είναι σαν όλους τους άλλους που είχε γνωρίσει μέσα στο ψέμα και στην υποκρισία. Προσπαθούσε να βρει μια λογική εξήγηση σε όλο αυτό αλλά δεν μπορούσε. Αισθανόταν λύπη για τη ζωή της και για μια ακόμα σχέση που έφτανε στο τέλος της. Η αγάπη της όμως για τον Αλέξη δεν μπορούσε να εξαφανιστεί από τη μια στιγμή στην άλλη όποια κι αν ήταν η κοπέλα σε αυτή τη φωτογραφία και ο φόβος μήπως τον χάσει για μια ασήμαντη αφορμή μεγάλωνε.
Ευτυχώς, η πόρτα άνοιξε για να διακόψει τις σκέψεις της και τα συναισθήματα της που είχαν μπει σε μια μαύρη τρύπα και στριφογύριζαν αέναα δίχως διέξοδο. Η λύτρωση ήταν κοντά. Δεν κουνήθηκε από τη θέση της όπως άλλοτε για να τον καλησπερίσει και αυτό ήταν ένα σημάδι για τον Αλέξη ότι κάτι είχε συμβεί. Σαν από ένστικτο άφησε την τσάντα του στο διάδρομο και δεν την πλησίασε αλλά προτίμησε να κάτσει στην πολυθρόνα απέναντι της και να  περιμένει από την Ειρήνη να βρει το χρόνο και τις κατάλληλες λέξεις για να ξεκινήσει.
Τότε παρατήρησε τη φωτογραφία πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού και κατάλαβε τι ήταν όλο αυτό που αντιμετώπιζε έτσι ξαφνικά. Δεν μπορούσε να θυμηθεί που είχε βάλει τη συγκεκριμένη φωτογραφία καθώς ήταν πολύ προσεχτικός με αυτά τα πράγματα. Δεν είχε σημασία όμως πια διότι κάποια στιγμή θα έπρεπε να το ομολογήσει και στην ίδια. Και αυτή η στιγμή είχε έρθει.
Η πληγή αιμορραγούσε περισσότερο από ποτέ και σε λίγο δεν θα της έμενε σταγόνα αίμα στο κορμί της. Ο Αλέξης το είδε αυτό κι αποφάσισε να της λύσει τις απορίες όσο γρηγορότερα κι ανώδυνα γινόταν δίχως να μπορεί να προβλέψει την αντίδραση της.
«Είναι η κόρη μου» της είπε αποφασιστικά και έκανε μια παύση περιμένοντας από την Ειρήνη μια αντίδραση. Η Ειρήνη δεν κουνήθηκε, δεν τον κοίταξε καν. Είχε καρφώσει το βλέμμα της στο χαλί, άκαμπτο. Δεν το πίστευε; Δεν το περίμενε; Περίμενε να ακούσει κάτι άλλο; Να ακούσει κι άλλο; Ο Αλέξης μπερδεύτηκε αλλά αποφάσισε να συνεχίσει.
«Συνέβη πριν από πολλά χρόνια, με μία μεγαλύτερη κοπέλα όταν ακόμα ήμουν στο σχολείο. Οι γονείς της δεν ήθελαν να κάνει έκτρωση κι έτσι αποφάσισαν να το μεγαλώσουν σαν δικό τους παιδί. Το παιδί δεν βρίσκεται στην Ελλάδα, βρίσκεται στο εξωτερικό με τη μητέρα της και τον πατριό της και είχε έρθει για καλοκαιρινές διακοπές. Εσύ έλειπες εκείνο τον καιρό και δεν ήθελα να σε αναστατώσω με την επίσκεψη της. Είναι παιδί μου αλλά δεν το μεγάλωσα εγώ. Είμαι απλά ο βιολογικός της πατέρας. Οι γονείς της είναι άλλοι. Όλοι το γνωρίζουμε αυτό και το έχουμε αποδεχτεί. Είμαι περισσότερο σαν ένας θείος που την αγαπάει πολύ. Δεν ήξερα και πώς να σου το πω. Φοβόμουν την αντίδραση σου, μήπως σε χάσω. Περίμενα την κατάλληλη στιγμή αλλά αυτή δεν ερχόταν και όλο το ανέβαλα. Υπήρχε και κατάλληλη στιγμή; Όσο περνούσε ο καιρός και ήμασταν μαζί τόσο αυτή η κατάλληλη στιγμή απομακρυνόταν και ...»
Η Ειρήνη με μία κίνηση του χεριού της του ζήτησε να σταματήσει. Αυτή ήταν μια αντίδραση που ο Αλέξης δεν είχε προβλέψει, περίμενε θυμό, νεύρα, ερωτήσεις, εξηγήσεις, χωρισμό αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβη. Η Ειρήνη σηκώθηκε, τον αγκάλιασε με τρυφερότητα και του έκλεισε το στόμα με ένα φιλί. Αυτά που είχε ακούσει της ήταν αρκετά. Η πληγή στην ψυχή της δεν αιμορραγούσε πια και το αλάτι είχε διαλυθεί στο αίμα της.
Ο Αλέξης είχε γίνει πάλι το αλάτι της ψυχής της και η νοστιμιά του είχε επιστρέψει στα χείλη της που του την χάριζαν απλόχερα.      

Θεός και Μοίρα

Αγαπητή Ετέλ
Χαίρομαι που επικοινωνείς μαζί μου και είσαι καλά. Είχα καιρό να ακούσω νέα σου και είχα ανησυχήσει. Ώστε βρέθηκες στην Ισπανία; Λατρεύω την Ισπανία, λατρεύω τα πάντα της, τους ανθρώπους και τα χρώματα, την αρχιτεκτονική των σπιτιών και τη μουσική της. Κι η εποχή που βρέθηκες εκεί είναι η αγαπημένη μου. Μην αμελήσεις να επισκεφτείς το σπίτι των μπαχαρικών. Θα εκπλαγείς από τα πράγματα που μπορείς να βρεις εκεί μέσα.
Πρέπει να σου ομολογήσω ότι δεν έχω μελετήσει τον Ιμπν Αραμπί καθόλου ώστε να έχω άποψη για το έργο του και να μπορώ να ασκήσω κριτική. Μου αρέσει όμως, όπως μου αναφέρεις, ο τρόπος που συνδέει την Αγάπη με το Θεό, δύο έννοιες που αλληλοϋποστηρίζονται.
Τις προάλλες μάλιστα τον συνάντησα, το Θεό. Ένα ζευγάρι τυφλών βρέθηκε καταμεσής του αυτοκινητόδρομου και αν δεν σταματούσε εγκαίρως ο οδηγός του μπροστινού αυτοκινήτου θα γινόμουν μάρτυρας ενός αιματηρού ατυχήματος. Ο συνοδηγός του προπορευόμενου αυτοκινήτου κατέβηκε και οδήγησε το ζευγάρι, το οποίο βεβαίως δεν είχε αντιληφθεί τίποτα, στο πεζοδρόμιο με ασφάλεια. Μπορεί το ζευγάρι να μην μπορούσε να δει το πρόσωπο του σωτήρα τους - ποιος έχει δει το πρόσωπο του Θεού άλλωστε; - αλλά ένιωσαν τη ζεστασιά των χεριών του και τη θαλπωρή ότι υπάρχει κάποιος εκεί έξω που νοιάζεται γι’αυτούς και δεν είναι μόνοι. Από την άλλη δεν είχαν ιδέα για το πιθανό τραγικό επακόλουθο που θα είχαν εκείνα τα τελευταία βήματα τους στην άσφαλτο.
Πόσες φορές δεν έχουμε αναρωτηθεί γιατί να συμβαίνουν κάποια πράγματα έτσι όπως συμβαίνουν και ποια δύναμη είναι αυτή που τα κατευθύνει;. Άλλοι το ονομάζουν μοίρα, άλλοι θεϊκό σημάδι. Άλλα μπορεί να είναι θετικά και άλλα αρνητικά. Ακόμα και τα αρνητικά, όμως, θέλουμε να πιστεύουμε ότι συμβαίνουν πάντα για «καλό». Η αίσθηση του τυφλού ζευγαριού μπορεί να ήταν ότι έχασαν το δρόμο τους και να δυσκολεύτηκαν να τον ξαναβρούν, η πραγματικότητα όμως ήταν ότι κέρδισαν της ζωή τους.
Τι γίνεται όμως με τα πράγματα που αλλάζουν και έχουν ως επακόλουθο κάτι χειρότερο και κάτι χειρότερο και κάτι χειρότερο; Που βρίσκεται τότε ο Θεός και που η δικαιοσύνη; Μήπως ο Θεός φέρνει τα ευχάριστα και η μοίρα τα δυσάρεστα; Συνηθίζουμε να λέμε, όταν υπάρχει δικαίωση, ότι υπάρχει Θεός. Και όταν δεν υπάρχει δικαίωση ότι ήταν μοιραίο. Δεν είναι εγωιστικό από την πλευρά του Θεού να καρπίζεται τα θετικά μιας ζωής και να απορρίπτει τα αρνητικά;
Εγώ πιστεύω ότι η Μοίρα είναι η γυναίκα του Θεού και πορεύονται χέρι χέρι στις ζωές των ανθρώπων. Και όπως συμβαίνει σε όλα τα ζευγάρια υπάρχει αγάπη, υπάρχει τσακωμός, μοιράζονται τις υποχρεώσεις του σπιτιού, άλλος ασχολείται με τα οικιακά, άλλος επωμίζεται τα οικονομικά, δεν μπορεί να τα κάνει όλα μόνο το ένα μέλος. Κι ανάλογα με την κούραση και την όρεξη του κάθε φορά εκτελεί τις υποχρεώσεις του με καλύτερο ή χειρότερο αποτέλεσμα. Εσύ τι θα έλεγες γι’αυτό; Τι θα έλεγε ο Ιμπν Αραμπί γι’αυτό;
Σε φιλώ αγαπητή μου Ε., τώρα πρέπει να σε αφήσω. Βρίσκομαι στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου της Μαδρίτης με άγνωστο προορισμό. Σκέφτηκα να προκαλέσω τη Μοίρα μου για πρώτη φορά και ο Θεός βοηθός.
Φωτεινή

Το νοσοκομείο της μνήμης

Το νοσοκομείο της μνήμης

-          Παππού, γεια σου, τι κάνεις; τον χαιρέτησε από μακριά και συνέχισε το δρόμο του με τ’αμάξι.
-          Γεια σου. Καλά είμαι, απάντησε ο μπάρμπα Θόδωρος γνέφοντας με το χέρι του και τον κοίταξε όσο πιο καλά μπορούσε.
Έπειτα, γύρισε στο διπλανό του και τον ρώτησε,
-          Ποιός είναι αυτός που με χαιρέτησε;
-          Καλά, μπάρμπα Θόδωρε, σου σάλεψε από τις ρακές; Ο εγγονός σου ο Κωστής είναι.
-          Αχ, ναι, μωρέ, μου θόλωσε ο ήλιος τη ματιά και δεν τον θωρούσα, είπε και κατέβασε άλλη μια ρακί. Άντε, να πηγαίνω τώρα. Καλό το καφενείο αλλά η κυρα Λένη στο σπίτι θα μ’αναζητά, είπε. Της είπα ότι δεν θ’αργήσω.
Έκανε ν’αφήσει κάτι ψιλά στο τραπεζάκι για τη ρακί.
-          Άσ’τα, κερασμένα από τον εγγονό σου, φώναξε από μέσα ο κυρ Γιώργης.
Ο μπάρμπα- Θόδωρος, ξανάβαλε τα ψιλά στην τσέπη, πήρε το μπαστουνάκι του και με αργό βήμα κατηφόρισε προς το σπίτι του. Δεν ήταν και πολύ μακριά από το καφενείο, ούτως ή άλλως σε ένα χωριό τίποτε δεν είναι μακριά.
Μπήκε στο σπίτι του και έψαξε να βρει τη γυναίκα του αλλά δεν την βρήκε πουθενά. Έβαλε τις παντούφλες του και χουχούλιασε στην πολυθρόνα. Άνοιξε την τηλεόραση αλλά όλη αυτή η φασαρία τον ζάλιζε, ήταν κι αυτές οι ρακές τώρα τελευταία που του βάρυναν το κεφάλι. Τον πήρε ο ύπνος εκεί στα σκοτεινά φέρνοντας στο νου του τη μορφή του εγγονού του ξανά και ξανά. Του φάνηκε πολύ παράξενο που δεν είχε αναγνωρίσει το παιδί. Ο ήλιος έφταιγε σκεφτόταν.
Η κυρα- Λένη μπήκε μέσα και άνοιξε το φως. Τότε τον είδε να κοιμάται στην πολυθρόνα και τρόμαξε.
-          Είσαι καλά, Θοδωρή μου; Δεν τα συνηθίζεις τούτα απογευματιάτικα.
Ο μπάρμπα Θόδωρος τρεμόπαιξε τα βλέφαρα.
-          Ελένη;
-          Εγώ είμαι χριστιανέ μου. Ιντά‘ παθες;
-          Που ήσουν; Όταν σ’άφηκα έκανες πίτα. Γυρίζω μετά από μια ώρα και λείπεις;
-          Την πίτα την έκανα χτες Θοδωρή μου. Σήμερα σου’πα ότι θα πήγαινα στο παιδί να το βοηθήσω στ’αμπέλι να μαζέψω και κάνα χοχλιό και κάνα χόρτο. Μου είπε κιόλας ότι σε είδε στον καφενέ και δεν το χαιρέτηξες καλά.
Ο μπάρμπα Θόδωρος ανακάθισε στην καρέκλα του. Αυτά τα πράγματα που συνέβαιναν δεν ήταν αστεία. Τώρα τελευταία είχε παρατηρήσει ότι όλο κάτι ξεχνούσε, όλο κάτι μπέρδευε αλλά νόμιζε ότι δεν ήταν κάτι σοβαρό. Κάθε μέρα όμως όλο και χειρότερα. Μα, να μην καταλάβει τον ίδιο του τον εγγονό, αυτό τον τρόμαξε περισσότερο από όλα. Δεν ήθελε να τους στεναχωρήσει κιόλας. Τι να πει;
Την άλλη μέρα κίνησε να πάει στο γιατρό του χωριού να του κάνει μια κουβέντα κι αυτός τον έστειλε στο νοσοκομείο στην πόλη με ένα κατεβατό εξετάσεις. Στην κυρά Λένη δεν είπε τίποτα. Τόσα χρόνια μια κουβέντα πικρή δεν είχαν ανταλλάξει, πώς να της το κάμει αυτό τώρα; Πήρε τον ξάδερφο του που έχει το ταξί του χωριού και του ζήτηξε να τον πάει. Τον όρκισε να μην πει τίποτα κι αυτός το υποσχέθηκε. Τον περίμενε μέχρι να τελειώσει από το νοσοκομείο για να τον γυρίσει πίσω. Ήθελε κι ο μπάρμπα Θόδωρος να υπάρχει ένας άνθρωπος δικός του να τον περιμένει μήπως και συνέβαινε τίποτα. Όταν τελείωσε με τις εξετάσεις, μπήκε πάλι στο ταξί για να επιστρέψουνε στο χωριό.
-          Όλα καλά μπάρμπα Θόδωρε; τον ρώτησε
-          Όλα καλά, παιδί μου, δόξα το Θεό. Όλα καλά, απάντησε.
Μετά από ένα μήνα που βγήκαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων, οι υποψίες του μπάρμπα Θόδωρου είχαν επιβεβαιωθεί. Alzheimer σε προχωρημένο στάδιο και όπως φαινόταν από τις εξετάσεις η εξέλιξη του θα ήταν γρήγορη.
-          Και τώρα τι κάνουμε μπάρμπα Θόδωρε; μονολόγησε σαν τον άφησε πάλι το ταξί έξω από την πόρτα του σπιτιού.
Μπέρδεψε τα πόδια του και δεν έλεγε να ανέβει τα σκαλοπάτια για το σπίτι. Κοντοστάθηκε στην είσοδο της αυλής και κάθισε λίγο στο πεζούλι στην άκρη του κήπου με τις λεμονιές. Βάλθηκε να σκέφτεται και να σκαλίζει τη μνήμη του για να καταλάβει μέχρι που μπορούσε να τη φτάσει.
-          Πρώτα ο πατέρας σου, μετά ο αδερφός σου και τώρα εσύ, ε; Κληρονομικό λένε αλλά ποιος ξέρει. Θα της το πεις της κυρα Λένης ή όχι; Στριφογύριζε η ερώτηση σα σβούρα.
Έπειτα θυμόταν τα λόγια του γιατρού, ευτυχώς ακόμα τα θυμόταν. Του είχε εξηγήσει ότι από εδώ και πέρα θα χρειαζόταν βοήθεια και θα έπρεπε να έχει κάποιον πλάι του για να τον έχει το νου του και να του θυμίζει τα φάρμακα του. Θα έπρεπε να μπει στο νοσοκομείο για λίγο καιρό να κάνουν κάποιες εξετάσεις κι αναλόγως θα ακολουθούσαν την κατάλληλη θεραπεία. Από την άλλη θυμόταν πόσο υπέφερε η καημένη η μάνα του από τα τερτίπια του πατέρα του στο σπίτι και τόσο δεν ήξερε τι να κάνει με την κυρά Λένη και έβαζε πάλι να στεναχωριέται.
Τη μια έλεγε να πάει να δέσει μια πέτρα στο λαιμό του να πέσει μέσα στο ποτάμι και την άλλη σκεφτόταν τη γυναίκα του, τα παιδιά του, τα εγγόνια του και πιο πολύ την δισεγγόνα του που δεν είχε καν προλάβει να το λαχταρήσει το κοπέλι και τις προάλλες σαν να του φάνηκε ότι είχε ξεχάσει το όνομα του κιόλας.
Βρε, μπας και ξέχασα και κάνα εγγόνι και κοροϊδεύω τον εαυτό μου; Μπα, καλά μου βγαίνουν στο μέτρημα, νομίζω, είπε και έκανε να τον πάρουν τα κλάματα.
Για μια στιγμή του φάνηκε να ξέχασε που βρισκόταν και ταράχτηκε, φοβήθηκε αλλά εκείνη τη στιγμή ευτυχώς εμφανίστηκε ο εγγονός του με το μικιό και τον έβγαλε από τις δυσάρεστες σκέψεις.
-          Παππού, ήρθαμε του φώναξε όλο χαρά. Θα μείνω μαζί σου να παίξουμε κάρτες μέχρι να γυρίσει ο μπαμπάς από τα ψώνια με τη γιαγιά.
-          Ποια ψώνια κοπελιά μου; ρώτησε ο μπάρμπα Θόδωρος κι αμέσως σκέφτηκε μήπως ήταν κάτι που έπρεπε να θυμόταν.
-          Τίποτε σπουδαίο, για καμιάν ωρίτσα θα λείψουμε να πάμε εδωνά παρακάτω για κάτι λουλούδια για την αυλή, είπε ο εγγονός του.
Ο μπάρμπα Θόδωρος ήθελε να διαφωνήσει αλλά δεν μπορούσε. Τι να τους πει και με ποιά δικαιολογία; Δεν θα ήταν χειρότερο όμως να συνέβαινε τίποτε δυσάρεστο στο παιδί όσο το είχε κοντά του μόνος του; Μόνο στη σκέψη ότι θα μπορούσε να του κάνει κακό εξαγριώθηκε με τον εαυτό του.
-          Δεν μπορώ, του είπε θυμωμένα, έχω δουλειά.
-          Ίντα δουλειά έχεις, του’ πε η κυρά Λένη σαν πρόβαλλε στο κεφαλόσκαλο μόλις άκουσε τις φωνές τους. Από προχτές που σου είπα ότι θα’ρθει το κοπέλι το περιμένεις πως και πως και τώρα τσινάς;
-          Εγώ θέλω να μείνω με τον παππού, δεν θέλω να έρθω μαζί σας, είπε η μικρή και έβαλε τα κλάματα.
-          Δεν μπορώ!, είπε ο μπάρμπα Θόδωρός και άρπαξε το μπαστούνι του. Τους έκανε νόημα να του κάνουν χώρο να περάσει και πέρασε την πόρτα της αυλής δίχως να κοιτάξει πίσω του. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να εξαφανιστεί γρήγορα πριν τον προλάβουν και τον γυρίσουν πίσω.
Η κυρα Λένη σαστισμένη γύρισε στον εγγονό της και του είπε κουνώντας απορημένη το κεφάλι της.
-          Σύρε, παιδάκι μου, να πας να τον βρεις, τον ξεμωραμένο, στον καφενέ θε να’ναι, του είπε και πήρε αγκαλιά το παιδί που έκλαιγε για να το ηρεμήσει.
Ο μπαρμπα Θοδωρος από τη στιγμή που βρόντηξε την πόρτα πίσω του βάλθηκε να περπατά όσο πιο γρήγορα τον παίρναν τα πόδια του. Φυσικά, δεν ήθελε να μιλήσει έτσι μπροστά στο παιδί αλλά τι να έκανε; Πώς να κρατούσε το παιδί κοντά του και να συνέβαινε κάνα κακό;
Δεν πήγε από τον καφενέ γιατί πρώτα εκεί θα τον ψάχνανε αλλά κατηφόρισε το μεγάλο δρόμο και έκοψε μέσα από το στενό με το μισογκρεμισμένο σπίτι. Ποτέ δεν περνούσε από εκεί γιατί η κατηφόρα του πονούσε τα γόνατα και το σπίτι του θύμιζε... τι του θύμιζε;
Περπατούσε μέσα από τα χωράφια ώσπου έφτασε στο ποτάμι, έκατσε στην άκρη του να πάρει μιαν ανάσα και βάλθηκε να θυμηθεί πως είχε φτάσει ως εκεί. Το μυαλό του ήταν μπερδεμένο και η ώρα έπαιρνε και νύχτωνε και δεν ήξερε τι να κάμει και που να πάει. Δεν μπορούσε να κάτσει άλλο εκεί πέρα, έπρεπε να γυρίσει πίσω στο σπιτικό του, τον είχε πιάσει και μια ζαλάδα άλλο πράμα. Ο μπαρμπα Θόδωρος παίδευε και παίδευε το μυαλό του και όσο το παίδευε τόσο δεν έβγαζε άκρη. Τη μια θυμόταν το όνομα του και την άλλη το ξεχνούσε, ύστερα θυμόταν το σπίτι του αλλά δεν θυμόταν το δρόμο. Τι θα έκανε; Τότε του’ρθε στο νου η μορφή του πατέρα του και του αδερφού του και ήθελε πάλι  να γυρίσει και να δώσει μια να πέσει μέσα στον ποταμό. Κι ύστερις, σα το λυπήθηκε ο Θεός και του έφερε τη θύμηση, ανασκουμπώθηκε ο μπάρμπα Θόδωρος, πήρε τη μαγκουρίτσα του και σάλεψε να γυρίσει πίσω στο σπιτικό του. Μόλις βγήκε από τα χωράφια στο μεγάλο δρόμο φάνηκε ο εγγονός του με το αμάξι και τον έβαλε μέσα.
-          Είσαι καλά, παππού;
-          Καλά, είμαι παιδί μου, και τώρα που σε είδα είμαι ακόμα καλύτερα.
-          Που είχες πάει παππού; Θα μου πεις;
-          Ξια μου εμένα, μη ρωτάς, μόνο τράβα να γυρίσουμε σπίτι στην κυρά Λένη και στο παιδί.
Είχε πάρει κάμποση ώρα για να επιστρέψει ο εγγονός της στο σπίτι και η κυρα Λένη είχε αρχίσει να ανησυχεί. Περίεργα πράγματα συνέβαιναν. Πρώτη φορά έκανε έτσι ο μπάρμπα Θόδωρος.
Η μικρή τώρα κοιμόταν στην ποδιά της κι εκείνη δίπλα στο τζάκι περίμενε να ανοίξει η πόρτα να δει και τους δυο τους ότι είναι καλά για να ησυχάσει.
Η πόρτα άνοιξε και φάνηκε η σκυφτή φιγούρα του μπάρμπα Θόδωρου, πιο γερασμένη και πιο ταλαιπωρημένη από ποτέ και ξοπίσω ο εγγονός της.
Ο μπάρμπα Θόδωρος κάθισε αποκαμωμένος στην πολυθρόνα του και κοιτούσε τη φωτιά να πάρει δύναμη. Είχε δίκιο ο γιατρός πως δεν θα μπορούσε να το περάσει μόνος του όλο αυτό. Έπρεπε να το μοιραστεί με τους ανθρώπους που τον αγαπάνε και τον νοιάζονται, αλλιώς με ποιόν;
-          Ήρθες παππού; είπε η μικρή που ξύπνησε εκείνη τη στιγμή και σηκώθηκε από την ποδιά της γιαγιάς της. Που ήσουν παππού; Γιατί δεν έκατσες να παίξουμε;
-          Το είχα ξεχάσει, παιδί μου ότι θα ερχόσουν.
-          Γιατί παππού το ξέχασες;
-          Γιατί μου χάλασε η θύμηση παιδί μου και θα πρέπει να πάω να μου τη  φτιάξουν.
-          Και που τη φτιάχνουν παππού; Που είναι το συνεργείο;
-          Δεν την πάνε στο συνεργείο τη θύμηση, παιδί μου, γέλασε ο μπάρμπα Θόδωρος. Την πάνε σε ένα μεγάλο νοσοκομείο και της δίνουν φάρμακα για να είναι δυνατή και να μην αρρωστήσει κι άλλο.  Εκεί πάνε όσους ξεχνάνε χωρίς να το θέλουν.
-          Και θα πας κι εσύ παππού εκεί;
-          Που παιδί μου; ρώτηξε ο μπαρμπα Θόδωρος δίχως να καταλαβαίνει τι τον ρωτά η μικρή
-          Στο νοσοκομείο της μνήμης, ντε. Θα πας κι εσύ εκεί παππού; ρώτησε η μικρή με περιέργεια
-          Θα πάω κι εγώ καλό μου, να μου φτιάξουν τη μνήμη γιατί δεν θέλω να σε ξεχάσω ποτέ. Θέλω να σε θυμάμαι και να σε κάνω να χαμογελάς, της είπε, και της χάιδεψε το σγουρό κεφαλάκι της.
-          Και εγώ πότε θα σε βλέπω παππού;
-          Όποτε θες καλό μου θα λες στον μπαμπά να σε φέρνει και να συναντιόμαστε να τα λέμε, να σου λέω τα νέα μου και να μου λες τα δικά σου. Εντάξει;
-          Εντάξει, παππούλη μου. Και θα σου κάνω και μια μεγάλη ζωγραφιά να την έχεις κοντά σου να μου λες καλημέρα κάθε πρωί και καληνύχτα κάθε βράδυ, είπε η μικρούλα και ο μπάρμπα Θόδωρος χαμογέλασε με αισιοδοξία ότι όλα θα πήγαιναν καλά.