Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

ΤΟ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Η Ουρανία καθόταν σε ένα παγκάκι και κοιτούσε τα περιστέρια που είχαν συγκεντρωθεί γύρω της και ανταγωνίζονταν για το ποιο θα φάει τα περισσότερα ψίχουλα από το τοστ της. Στο τέλος, τα λυπήθηκε και τους το πέταξε ολόκληρο. Εξάλλου εκείνη δεν πεινούσε. Ο Νίκος την πλησίασε αθόρυβα και έκατσε λίγα μέτρα μακριά της, ώστε να μπορεί να την παρατηρεί ανενόχλητος. Αυτή η κοπέλα του είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον, από την πρώτη μέρα που την είδε. Μία βδομάδα είχε περάσει από τότε που πρωτοήρθε και δεν είχε μιλήσει σε κανέναν. Απλά καθόταν μόνη της και σκεφτόταν. Σήμερα το είχε πάρει απόφαση, θα της μιλούσε. Το πολύ-πολύ να μην του έδινε καμία σημασία και να έφευγε. Αυτός θα το προσπαθούσε, όμως. Μάζεψε το λιγοστό θάρρος που του είχε απομείνει και στάθηκε μπροστά της.
-Να καθίσω; Τη ρώτησε δείχνοντας το παγκάκι.
Εκείνη του έγνεψε καταφατικά κι αυτός πετάχτηκε σαν ελατήριο και πήγε και έκατσε δίπλα της, πριν προλάβει να αλλάξει γνώμη.
-Με λένε Νίκο, εσένα; Της είπε δίνοντάς της το χέρι.
Η Ουρανία τον κοίταξε, στην αρχή, καχύποπτα και μετά χαμήλωσε το βλέμμα της, χωρίς να του απαντήσει.
-Εντάξει δε θες να μου πεις το όνομά σου. Δεκτό! Εξάλλου τι αξία έχει ένα όνομα; Ανούσιο εντελώς είναι… Συνέχισε εκείνος.
Για λίγα λεπτά επικράτησε σιωπή. Ήταν από εκείνες της αμήχανες σιωπές που κυριαρχούν ανάμεσα σε αγνώστους που δεν ξέρουν πώς να ξεκινήσουν τη γνωριμία τους. Ο Νίκος όμως, δεν το έβαλε κάτω και έκανε μία ακόμη προσπάθεια.
-Κοίτα τα πουλιά. Πόσο τα ζηλεύω! Πετούν ελεύθερα, χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν και πηγαίνουν όπου γουστάρουν. Μακάρι να ήμουν κι εγώ πουλί. Να έφευγα μακριά και να γλίτωνα από τη ζωή που οι άλλοι έχουν ορίσει για μένα…
Η Ουρανία γύρισε ξαφνικά το κεφάλι της, τον κοίταξε βαθιά στα μάτια και ψιθύρισε:
-Εγώ θα ήθελα όσο τίποτα στον κόσμο, να ήμουν θάλασσα και να τους έπνιγα όλους. Να με άφηναν ήσυχη επιτέλους…
Ο Νίκος ξαφνιάστηκε από την απάντησή της, αλλά χάρηκε τόσο πολύ που επιτέλους άκουσε τη φωνή της!
-Θα σε φωνάζω θάλασσα. Θες; Τη ρώτησε διστακτικά.
Εκείνη του χάρισε απλόχερα ένα χαμόγελο, που έκανε τα μάτια της να αστράψουν σαν διαμάντια κάτω από τις ακτίνες του ήλιου.
-Ναι, θα μου άρεσε πολύ. Απάντησε και έφυγε…

Το απόγευμα που ήταν η ώρα του επισκεπτηρίου, ήρθε η μητέρα της Ουρανίας να τη δει. Όταν την πλησίασε, η κοπέλα διέκρινε αμέσως το φόβο που ήταν φωλιασμένος στα μάτια της μητέρας της.
-Τι φοβάσαι; Μη σου επιτεθώ πάλι; Κακό σκυλί ψόφο δεν έχει!
-Γιατί μου μιλάς έτσι, τι σου έχω κάνει επιτέλους; Εγώ το καλό σου θέλω.
-Το καλό μου; Γι ’αυτό με έκλεισες εδώ μέσα; Τράβα πήγαινε στον μαλάκα σου και παράτα με. Μην ξαναπατήσεις το πόδι σου εδώ!
-Ουρανία μου, θα σε βοηθήσουν οι ειδικοί και θα γίνεις καλά. Θα δεις μέχρι τα Χριστούγεννα θα έχεις βγει και θα τρώμε όλοι μαζί σαν οικογένεια.
-ΣΑΝ!! Μόνη σου το είπες. Δεν είμαστε οικογένεια! Μα το θεό αν τον ξαναδώ μπροστά μου θα του βγάλω τα μάτια με τα ίδια μου τα χέρια. Τράβα φύγε! Δεν μπορεί να είσαι μάνα μου εσύ…
-Σε παρακαλώ κοριτσάκι μου. Μη με πληγώνεις άλλο.
-Εγώ σε πληγώνω; ΕΓΩ;; Με βίαζε επί τόσα χρόνια κι εσύ σιωπούσες! Τι μάνα είσαι εσύ ε; Δεν ντρέπεσαι;
-Μη φωνάζεις και μας ακούσουν! Είσαι άρρωστη κι όλα αυτά τα βγάζεις από το μυαλό σου. Μόλις πάρεις τα φάρμακά σου…
-Σκάσε επιτέλους!! Χάσου από μπροστά μου! Δεν αξίζεις ούτε το μίσος μου, μία κακομοίρα είσαι! Ανίκανη να αγαπήσεις το ίδιο σου το παιδί. Ντρέπομαι που είσαι μάνα μου. Μακάρι να πέθαινες. ΦΥΓΕ!!!!!
Ο Νίκος παρακολούθησε όλη τη σκηνή κι έμεινε άναυδος με όσα άκουσε.
Το βράδυ που η Ουρανία καθόταν σε μία καρέκλα στο σαλόνι, μακριά από τους υπόλοιπους, την πλησίασε διστακτικά.
-Nα σου κάνω παρέα; Τη ρώτησε.
-Άκουσες, έτσι; Είπε εκείνη, χωρίς να τον κοιτάξει.
-Τι εννοείς;
-Σε είδα όταν έφυγε η μάνα μου ότι στεκόσουν δίπλα και άκουγες….
-Μη στενοχωριέσαι... Δεν αξίζει να στενοχωριέσαι για τέτοιους ανθρώπους. Δες τους ως παράσιτα που πάνε να σου καταστρέψουν τη ζωή αλλά εσύ δε θα τους αφήσεις.
- Με πιστεύεις;
-Φυσικά! Μην αμφιβάλλεις ποτέ γι αυτό!
-Πως ξέρεις ότι λέω αλήθεια; Σήμερα γνωριστήκαμε.
-Το διάβασα στα μάτια σου. Αυτά δεν μπορούν να πουν ψέματα.
-Ευχαριστώ…
-Δεν έκανα τίποτα για να με ευχαριστείς.
-Με πιστεύει ένας άγνωστος, ενώ η ίδια μου η μάνα… Τέλος πάντως, εσύ γιατί βρίσκεσαι εδώ μέσα;
-Ας πούμε ότι έψαχνα να βρω τρόπους να πετάξω μακριά σε άλλο κόσμο, αλλά δεν τα κατάφερα και με φυλάκισαν εδώ και καλά για να με προστατέψουν ..
Η Ουρανία χαμογέλασε και κοίταξε το Νίνο με ευγνωμοσύνη.
-Χαίρομαι που γνωριστήκαμε. Είχα ανάγκη να μιλήσω με κάποιον που με καταλαβαίνει. Αλήθεια, δεν τρόμαξες όταν είδες αυτή τη σκηνή με τη μάνα μου; Εκείνη τη στιγμή ένιωθα ότι έβραζα κι ήμουν έτοιμη να την πνίξω!
-Να σου πω την αλήθεια, όταν άκουσα τις φωνές σου από μακριά σκέφτηκα «το παραλήρημα της θάλασσας» αλλά όταν σας πλησίασα, κατάλαβα…
-χαχαχχαχαχαχαχχα «το παραλήρημα της θάλασσας», λέει! Να είσαι καλά! Είχα καιρό να γελάσω.
-Στη διάθεσή σας, όμορφή μου δεσποινίς. Όποτε έχετε ανάγκη να διασκεδάσατε, απλά φωνάξτε με.
- θα σας έχω υπόψη μου κύριε!
-Να σε ρωτήσω κάτι;
-Ό,τι θες.
-Γιατί σου αρέσει η θάλασσα;
-Γιατί είναι απέραντη, χωρίς όρια. Εκεί που φαίνεται ήρεμη, μπορεί μέσα σε μία στιγμή να αγριέψει και να γίνει επικίνδυνη. Είναι μυστήρια, απρόβλεπτη, μεγαλοπρεπής. Όλα μοιάζουν ασήμαντα μπροστά της, φαντάζουν τόσο μικρά… Κι επίσης, είναι το αντίθετο από το όνομα που μου έδωσαν εκείνοι. Με βάφτισαν Ουρανία, αλλά εγώ έγινα Θάλασσα, τους την έφερα! Είπε και χαμογέλασε συνωμοτικά.
Από εκείνη τη μέρα η Ουρανία και ο Νίκος, έγιναν αχώριστοι. Ένα πουλί που προσπαθούσε να αποκτήσει την ελευθερία του, έφτιαξε τη φωλιά του σε μία θάλασσα, που άλλοτε ήταν ήρεμη κι άλλοτε φουρτουνιασμένη έτοιμη να καταπιεί όποιον την πλήγωνε. Πάνω στις φτερούγες του πουλιού, εμπιστεύτηκαν τα όνειρά τους και τα άφησαν να πετάξουν ελεύθερα με την ελπίδα ότι κάποτε, ίσως και να πραγματοποιηθούν…

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΤΗΛΕΧΕΙΡΙΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ
Άνοιξα το κουτί με ανυπομονησία να δω τι περιέχει μέσα και ξαφνικά είδα μπροστά μου ένα τηλεχειριστήριο! «Τι είναι αυτό;» ρώτησα λίγο απογοητευμένη. Με κοίταξε με μάτια που ακτινοβολούσαν από την ικανοποίηση για το υπέροχο δώρο που μου πήρε και απάντησε « Τηλεχειριστήριο σοφίας! Πατάς ένα κουμπάκι κι αμέσως μεταδίδεται στον καθένα όση ποσότητα του χρειάζεται!» Έμεινα για λίγο σκεφτική. Ο ενθουσιασμός που είχα αρχικά για το δώρο, χάθηκε μέσα στο πλήθος των ερωτημάτων που μου δημιουργήθηκαν. Άραγε, πως μετριέται η σοφία; Πώς ξέρεις πόση ποσότητα χρειάζεται ο καθένας μας; Δεν είναι λίγο υποκειμενικό όλο αυτό;
Εγώ τη σοφία τη φαντάζομαι σαν τη θάλασσα, απέραντη, δίχως όρια, χωρίς να υπάρχει ιδανική ποσότητα. Μία δόση παραπάνω και προχωράς λίγο καλύτερα στη ζωή σου. Αλλά φυσικά κάθε δόση έχει και το αντίτιμό της, όπως όλα τα πράγματα. Ποιο είναι αυτό; Η εμπειρία… Η εμπειρία όμως, δύσκολα αποκτάται. Χρειάζεται να βουτήξεις μέσα στην αγριεμένη θάλασσα, αδιαφορώντας αν θα βγεις ζωντανός ή νεκρός και να παλέψεις να βρεις μία ακτή. Κι αν δεν έχεις βάρκα; Κι αν δεν έχεις κουπιά; Κι αν οι συνεπιβάτες σου σε εγκαταλείψουν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού; Και τι έγινε; Εσύ θα συνεχίσεις, ακόμα και πάνω σε καρυδότσουφλο! Και που ξέρεις, μπορεί εκεί που δεν το περιμένεις να βρεις την ακτή των ονείρων σου. Αλλά και να μην την βρεις, δεν πειράζει. Κάτσε λίγο στη στεριά, ξεκουράσου, ανεφοδιάσου και μετά, ξεκίνα πάλι. Κάθε ταξίδι είναι και μία εμπειρία και σου παρέχει μία σταγόνα σοφίας παραπάνω.
Φαντάσου τώρα να μπορείς να αποκτάς τη σοφία, χωρίς αντίτιμο. Με το πάτημα αυτού του κουμπιού, να σου μεταδιδόταν όση ποσότητα επιθυμούσες. Θα περιορίζονταν έτσι, τα λάθη που θα έκανες, τα δάκρυα που θα έχυνες, τα όνειρα που διαφορετικά θα έθαβες πριν προλάβεις να τα αγγίξεις καν. Άρα, όλα μοιάζουν καλύτερα… Αυτό το τηλεχειριστήριο θα μας γλίτωνε από πολύ κόπο. Ίσως, κάποιοι να το βλέπουν έτσι. Είναι η εύκολη λύση, η απλή, η αναίμακτη. Εμένα όμως, δε μου αρέσουν τα εύκολα. Πάντα πίστευα ότι στις δυσκολίες βρίσκεται η γλύκα της ζωής. Αυτά που μου χαρίζονται έτσι απλόχερα, δεν τα ευχαριστιέμαι! Εγώ απολαμβάνω αυτά που αποκτώ με θυσίες, με σχέδια, με προσπάθεια. Πόσο μου αρέσει αυτό το συναίσθημα της νίκης και της περηφάνιας, όταν υλοποιώ ένα στόχο μου! Όταν λέω: «Πάλεψα και τα κατάφερα. Ευτυχώς που δεν τα παράτησα!» Αλλιώς, η ζωή χάνει το γούστο της. Σκέψου να υπήρχε συνεχώς λιακάδα… η ζωή μας θα μετατρεπόταν σε έρημο.
Οπότε επιτρέψτε μου να βάλω το τηλεχειριστήριο της σοφίας σε ένα άλλο κουτί, να του βάλω φιόγκους, κορδέλες κι όλα τα σχετικά, γιατί πολλοί είναι εκείνοι που δίνουν περισσότερη σημασία στο περιτύλιγμα παρά στο περιεχόμενο και να το χαρίσω σε κάποιον άλλον! Μπορεί εκείνος να ενθουσιαστεί με αυτό το δώρο. Θα τον γλιτώσει από πολλά βάσανα, δεν αντιλέγω. Εγώ πάλι προτιμώ να τα καταφέρω μόνη μου. Χάθηκε ο κόσμος να μου είχε πάρει μία σοκολάτα;

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

Η ΕΙΡΩΝΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΚΑΤΑΒΑΣΗΣ

Του εξήγησα όλα όσα με ενοχλούσαν. Δεν μπορούσε να συνεχιστεί άλλο αυτή η κατάσταση. Άσπρο έλεγα εγώ, μαύρο απαντούσε εκείνος. Σαν να ήμασταν οι δύο όψεις ενός νομίσματος που δεν επικοινωνούσαν πουθενά και οι διαφορές μας είχαν γίνει θάλασσα που μας έπνιγε. Πόσο μπορεί να κρατήσει μία σχέση με συνεχείς καυγάδες και φωνές; Μήπως είχε έρθει η ώρα για το τέλος; Μήπως το τέλος είχε φτάσει εδώ και καιρό, αλλά αρνιόμασταν να το αποδεχτούμε;
«Βαρέθηκα να διαφωνείς σε ό,τι λέω. Νιώθω ότι το κάνεις επίτηδες», του είπα με ένα ήρεμο τόνο που αντανακλούσε παραίτηση από την πλευρά μου…
«Όλο λες ότι θα αλλάξεις αλλά τίποτα! Ο ίδιος είσαι από τότε που σε γνώρισα», ψέλλισα και κατευθύνθηκα προς το δωμάτιό μου.
«Θα αλλάξω», ψιθύρισε αλλά δεν του έδωσα καμία σημασία. Είχα ακούσει αυτή τη φράση τόσες φορές, χωρίς να δω αποτέλεσμα, που δε με άγγιζε πια..
Από εκείνο τον καυγά μας έχουν περάσει 20 μέρες και όντως, άλλαξε. Σε ό,τι λέω συμφωνεί σαν υπάκουο παιδάκι που φοβάται μη θυμώσει η μητέρα του με τις σκανταλιές του και έτσι, δεν έχουμε μαλώσει ούτε μία φορά. Οι επιθυμίες μου είναι διαταγή για εκείνον και η συγκατάβαση είναι η λέξη που τον χαρακτηρίζει τώρα πια. Πρέπει να χαίρομαι, έτσι δεν είναι;
Έγινε αυτό που ήθελα… Άλλαξε για μένα. Όμως τώρα πια, δε μου αρέσει. Δεν είναι αυτός που γνώρισα, που αγάπησα. Είναι αυτός που έφτιαξα εγώ, όμως πάντα προτιμούσα τα φυσικά πράγματα από τα τεχνητά. Προσπάθησα να τον κάνω να μου εναντιωθεί, τον προσέβαλλα, του μίλησα υποτιμητικά. Αλλά αυτός παρέμεινε ήρεμος και μου χαμογελούσε. Είχα μπροστά μου έναν άγνωστο. Φοβήθηκα… Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι η αγάπη μας πέθανε, γιατί πολύ απλά της στερήσαμε το οξυγόνο της, που είναι η ελευθερία. Αν δε δεχτείς τον άλλο όπως ακριβώς είναι και προσπαθείς να τον αλλάξεις, σημαίνει ότι δεν αγαπάς πραγματικά αυτόν που έχεις απέναντί σου αλλά αυτόν που έχεις πλάσει εσύ στη φαντασία σου. Τα ψεγάδια είναι αυτά που κάνουν τον άλλο μοναδικό, αλλιώς θα ήταν ένα ρομπότ που θα λειτουργούσε με τηλεχειριστήριο τις εντολές μας. Γιατί να λέμε στον άλλο ότι τον αγαπάμε παρά τα ελαττώματά του και όχι, ότι τον αγαπάμε μαζί με αυτά; Ας σκεφτούμε ότι χωρίς αυτά δε θα ήταν ο ίδιος άνθρωπος…
«Αντίο» του είπα και έκλεισα την πόρτα πίσω μου…
Είναι ειρωνικό το ξέρω, χωρίσαμε γιατί έκανε αυτό ακριβώς που του ζήτησα. Έμαθα από αυτή την ιστορία ότι η διαφορετικότητα σε συμπληρώνει και σε βοηθάει να εξελιχθείς. Πήρα στις αποσκευές μου αυτή την εμπειρία και συνέχισα το ταξίδι της ζωής με μία σταγόνα σοφίας παραπάνω…