Η Ουρανία καθόταν σε ένα παγκάκι και κοιτούσε τα περιστέρια που είχαν συγκεντρωθεί γύρω της και ανταγωνίζονταν για το ποιο θα φάει τα περισσότερα ψίχουλα από το τοστ της. Στο τέλος, τα λυπήθηκε και τους το πέταξε ολόκληρο. Εξάλλου εκείνη δεν πεινούσε. Ο Νίκος την πλησίασε αθόρυβα και έκατσε λίγα μέτρα μακριά της, ώστε να μπορεί να την παρατηρεί ανενόχλητος. Αυτή η κοπέλα του είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον, από την πρώτη μέρα που την είδε. Μία βδομάδα είχε περάσει από τότε που πρωτοήρθε και δεν είχε μιλήσει σε κανέναν. Απλά καθόταν μόνη της και σκεφτόταν. Σήμερα το είχε πάρει απόφαση, θα της μιλούσε. Το πολύ-πολύ να μην του έδινε καμία σημασία και να έφευγε. Αυτός θα το προσπαθούσε, όμως. Μάζεψε το λιγοστό θάρρος που του είχε απομείνει και στάθηκε μπροστά της.
-Να καθίσω; Τη ρώτησε δείχνοντας το παγκάκι.
Εκείνη του έγνεψε καταφατικά κι αυτός πετάχτηκε σαν ελατήριο και πήγε και έκατσε δίπλα της, πριν προλάβει να αλλάξει γνώμη.
-Με λένε Νίκο, εσένα; Της είπε δίνοντάς της το χέρι.
Η Ουρανία τον κοίταξε, στην αρχή, καχύποπτα και μετά χαμήλωσε το βλέμμα της, χωρίς να του απαντήσει.
-Εντάξει δε θες να μου πεις το όνομά σου. Δεκτό! Εξάλλου τι αξία έχει ένα όνομα; Ανούσιο εντελώς είναι… Συνέχισε εκείνος.
Για λίγα λεπτά επικράτησε σιωπή. Ήταν από εκείνες της αμήχανες σιωπές που κυριαρχούν ανάμεσα σε αγνώστους που δεν ξέρουν πώς να ξεκινήσουν τη γνωριμία τους. Ο Νίκος όμως, δεν το έβαλε κάτω και έκανε μία ακόμη προσπάθεια.
-Κοίτα τα πουλιά. Πόσο τα ζηλεύω! Πετούν ελεύθερα, χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν και πηγαίνουν όπου γουστάρουν. Μακάρι να ήμουν κι εγώ πουλί. Να έφευγα μακριά και να γλίτωνα από τη ζωή που οι άλλοι έχουν ορίσει για μένα…
Η Ουρανία γύρισε ξαφνικά το κεφάλι της, τον κοίταξε βαθιά στα μάτια και ψιθύρισε:
-Εγώ θα ήθελα όσο τίποτα στον κόσμο, να ήμουν θάλασσα και να τους έπνιγα όλους. Να με άφηναν ήσυχη επιτέλους…
Ο Νίκος ξαφνιάστηκε από την απάντησή της, αλλά χάρηκε τόσο πολύ που επιτέλους άκουσε τη φωνή της!
-Θα σε φωνάζω θάλασσα. Θες; Τη ρώτησε διστακτικά.
Εκείνη του χάρισε απλόχερα ένα χαμόγελο, που έκανε τα μάτια της να αστράψουν σαν διαμάντια κάτω από τις ακτίνες του ήλιου.
-Ναι, θα μου άρεσε πολύ. Απάντησε και έφυγε…
Το απόγευμα που ήταν η ώρα του επισκεπτηρίου, ήρθε η μητέρα της Ουρανίας να τη δει. Όταν την πλησίασε, η κοπέλα διέκρινε αμέσως το φόβο που ήταν φωλιασμένος στα μάτια της μητέρας της.
-Τι φοβάσαι; Μη σου επιτεθώ πάλι; Κακό σκυλί ψόφο δεν έχει!
-Γιατί μου μιλάς έτσι, τι σου έχω κάνει επιτέλους; Εγώ το καλό σου θέλω.
-Το καλό μου; Γι ’αυτό με έκλεισες εδώ μέσα; Τράβα πήγαινε στον μαλάκα σου και παράτα με. Μην ξαναπατήσεις το πόδι σου εδώ!
-Ουρανία μου, θα σε βοηθήσουν οι ειδικοί και θα γίνεις καλά. Θα δεις μέχρι τα Χριστούγεννα θα έχεις βγει και θα τρώμε όλοι μαζί σαν οικογένεια.
-ΣΑΝ!! Μόνη σου το είπες. Δεν είμαστε οικογένεια! Μα το θεό αν τον ξαναδώ μπροστά μου θα του βγάλω τα μάτια με τα ίδια μου τα χέρια. Τράβα φύγε! Δεν μπορεί να είσαι μάνα μου εσύ…
-Σε παρακαλώ κοριτσάκι μου. Μη με πληγώνεις άλλο.
-Εγώ σε πληγώνω; ΕΓΩ;; Με βίαζε επί τόσα χρόνια κι εσύ σιωπούσες! Τι μάνα είσαι εσύ ε; Δεν ντρέπεσαι;
-Μη φωνάζεις και μας ακούσουν! Είσαι άρρωστη κι όλα αυτά τα βγάζεις από το μυαλό σου. Μόλις πάρεις τα φάρμακά σου…
-Σκάσε επιτέλους!! Χάσου από μπροστά μου! Δεν αξίζεις ούτε το μίσος μου, μία κακομοίρα είσαι! Ανίκανη να αγαπήσεις το ίδιο σου το παιδί. Ντρέπομαι που είσαι μάνα μου. Μακάρι να πέθαινες. ΦΥΓΕ!!!!!
Ο Νίκος παρακολούθησε όλη τη σκηνή κι έμεινε άναυδος με όσα άκουσε.
Το βράδυ που η Ουρανία καθόταν σε μία καρέκλα στο σαλόνι, μακριά από τους υπόλοιπους, την πλησίασε διστακτικά.
-Nα σου κάνω παρέα; Τη ρώτησε.
-Άκουσες, έτσι; Είπε εκείνη, χωρίς να τον κοιτάξει.
-Τι εννοείς;
-Σε είδα όταν έφυγε η μάνα μου ότι στεκόσουν δίπλα και άκουγες….
-Μη στενοχωριέσαι... Δεν αξίζει να στενοχωριέσαι για τέτοιους ανθρώπους. Δες τους ως παράσιτα που πάνε να σου καταστρέψουν τη ζωή αλλά εσύ δε θα τους αφήσεις.
- Με πιστεύεις;
-Φυσικά! Μην αμφιβάλλεις ποτέ γι αυτό!
-Πως ξέρεις ότι λέω αλήθεια; Σήμερα γνωριστήκαμε.
-Το διάβασα στα μάτια σου. Αυτά δεν μπορούν να πουν ψέματα.
-Ευχαριστώ…
-Δεν έκανα τίποτα για να με ευχαριστείς.
-Με πιστεύει ένας άγνωστος, ενώ η ίδια μου η μάνα… Τέλος πάντως, εσύ γιατί βρίσκεσαι εδώ μέσα;
-Ας πούμε ότι έψαχνα να βρω τρόπους να πετάξω μακριά σε άλλο κόσμο, αλλά δεν τα κατάφερα και με φυλάκισαν εδώ και καλά για να με προστατέψουν ..
Η Ουρανία χαμογέλασε και κοίταξε το Νίνο με ευγνωμοσύνη.
-Χαίρομαι που γνωριστήκαμε. Είχα ανάγκη να μιλήσω με κάποιον που με καταλαβαίνει. Αλήθεια, δεν τρόμαξες όταν είδες αυτή τη σκηνή με τη μάνα μου; Εκείνη τη στιγμή ένιωθα ότι έβραζα κι ήμουν έτοιμη να την πνίξω!
-Να σου πω την αλήθεια, όταν άκουσα τις φωνές σου από μακριά σκέφτηκα «το παραλήρημα της θάλασσας» αλλά όταν σας πλησίασα, κατάλαβα…
-χαχαχχαχαχαχαχχα «το παραλήρημα της θάλασσας», λέει! Να είσαι καλά! Είχα καιρό να γελάσω.
-Στη διάθεσή σας, όμορφή μου δεσποινίς. Όποτε έχετε ανάγκη να διασκεδάσατε, απλά φωνάξτε με.
- θα σας έχω υπόψη μου κύριε!
-Να σε ρωτήσω κάτι;
-Ό,τι θες.
-Γιατί σου αρέσει η θάλασσα;
-Γιατί είναι απέραντη, χωρίς όρια. Εκεί που φαίνεται ήρεμη, μπορεί μέσα σε μία στιγμή να αγριέψει και να γίνει επικίνδυνη. Είναι μυστήρια, απρόβλεπτη, μεγαλοπρεπής. Όλα μοιάζουν ασήμαντα μπροστά της, φαντάζουν τόσο μικρά… Κι επίσης, είναι το αντίθετο από το όνομα που μου έδωσαν εκείνοι. Με βάφτισαν Ουρανία, αλλά εγώ έγινα Θάλασσα, τους την έφερα! Είπε και χαμογέλασε συνωμοτικά.
Από εκείνη τη μέρα η Ουρανία και ο Νίκος, έγιναν αχώριστοι. Ένα πουλί που προσπαθούσε να αποκτήσει την ελευθερία του, έφτιαξε τη φωλιά του σε μία θάλασσα, που άλλοτε ήταν ήρεμη κι άλλοτε φουρτουνιασμένη έτοιμη να καταπιεί όποιον την πλήγωνε. Πάνω στις φτερούγες του πουλιού, εμπιστεύτηκαν τα όνειρά τους και τα άφησαν να πετάξουν ελεύθερα με την ελπίδα ότι κάποτε, ίσως και να πραγματοποιηθούν…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου