Η Σιμόν ήταν ένα πλάσμα στο οποίο
δεν μπορούσε να αντισταθεί κανείς. Όχι, αυτό δεν το λέω για να δικαιολογήσω την
οποιαδήποτε αδυναμία μου, εξάλλου εκείνη παρέμενε πάντα υποτελώς ευάλωτη στο πέρασμά της. Τα
μαλλιά της, μαύρα με αγριεμένες άκρες που αγκάλιαζαν με βια τους ώμους της,
καθώς έπεφταν πάνω τους. Τα χείλη της έντονα και σαρκώδη, προσκαλούσαν και
τον πιο ανυποψίαστο θεατή σε ένα
ονειρικό μεθύσι λαγνείας μέχρι τέλους και το στήθος, αυτή η πύλη με τους δυο υπηρέτες
που στέκονταν προσοχή όποτε και να κοιτούσα, έδιναν υποσχέσεις για ένα
επικείμενο παιχνίδι με αλληγορικές διαστάσεις.
Εκείνο το μισοτελειωμένο
απόγευμα, καθώς ο ήλιος φόραγε την πιο επίσημη στολή του για να ενωθεί με το
βαθύ μπλε μιας θάλασσας που τρεμόπαιζε στο άγγιγμά του, η μορφή της χάραζε όλο
και πιο έντονες ουλές στις ήδη ταλαιπωρημένες από την έλλειψή της, επιθυμίες
μου. Από την περασμένη νύχτα που είχα ερωτικά όνειρα για εκείνη, μέχρι το πρωί
που ξύπνησα με το μόριό μου στητό και αναγκάστηκα να αφιερώσω λίγα λεπτά για
εκείνο στο μπάνιο, μέχρι και τώρα που το ένιωθα να σηκώνεται ξανά, το σώμα μου
πλημμύριζε από τη μυρωδιά της. Μια μυρωδιά που τρύπαγε τα ρουθούνια μου και
έμενε ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη ενός σώματος που δεν είχε αγγίξει ποτέ το
δικό της. Μου ήταν ανέφικτo να περιμένω άλλο.
Πολλές φορές με είχε προσκαλέσει
στο σπίτι που είχε νοικιάσει για τις διακοπές, αλλά κάθε φορά η ηθική μου
κατέστειλε την χειμαρρώδη ορμή μιας ανάγκης. Ίσως να έφταιγε και εκείνη η βέρα
που ήταν περασμένη στο αριστερό μου χέρι και που τη στριφογύριζα σε κάθε
στιγμή αμηχανίας μαζί της. Πήγα και τη βρήκα, χωρίς άλλη χρονοτριβή και δίχως
καμία συστολή πια, να κάθεται σταυροπόδι στην καρέκλα, έξω στην αυλή του
σπιτιού και να μου χαμογελά με εκείνα τα αυθάδη λακάκια της που επιδείκνυαν
στον καθένα το ναρκισσισμό τους.
Φορούσε μόνο το κάτω μέρος από το
μαγιώ και οι ρόγες της με υποδέχθηκαν για άλλη μια φορά με θέρμη. Η μόνη
διαφορά ήταν πως τώρα τις έβλεπα κι εγώ, όπως εκείνες εμένα. Γυμνές..... από τα
πάντα που αλλοίωναν την ομορφιά τους. Έκανε αφόρητη ζέστη. Εκείνη, σηκώθηκε και
στήθηκε μπροστά μου με τα μάτια της καρφωμένα πάνω μου. Έπειτα με τα χέρια της
ξεκούμπωσε το φερμουάρ και άγγιξε για πρώτη φορά το πέος μου. Αυτή η αίσθηση
διαπέρασε σαν ρίγος τη ραχοκοκαλιά μου και με έκανε να την τραβήξω με βία πάνω
μου, την ίδια στιγμή που η ανάσα της άρχισε να αλλάζει. Έβαλα το δάχτυλό μου μέσα από το μικροσκοπικό μαύρο στρινγκ και
τα υγρά της έφτασαν ως την παλάμη μου. Τη σήκωσα και την πήγα μέσα στο δωμάτιο και
σε όλη εκείνη τη μικρή διαδρομή των λίγων μέτρων, η γλώσσα μου δεν έπαψε στιγμή
να χορεύει με τη δική της σε ένα έντονα ονειρικό βαλς, όπου τα πάντα
λικνίζονταν μαζί μας. Τελείωσα πολύ γρήγορα εκείνη την πρώτη φορά, όπως κι
εκείνη. Οι επόμενες που ακολούθησαν υπήρξαν τόσο έντονες που νιώθω ακόμα την
ορμή τους, έξι χρόνια μετά.
Με τη Σιμόν σε όλες εκείνες τις
συναντήσεις μας δεν πάψαμε στιγμή να προκαλούμε την αιδώ και την ηθική μιας
στάσης ζωής που καμιά σχέση δεν είχε με όλα αυτά. Αρκετές ήταν οι νύχτες που
υπήρξα μαζί της και με ένα δεύτερο γυμνό νεανικό κορμί πάνω μου. Μόνο και μόνο
για να μου θυμίζει πόσο παραπλανητικός μπορεί να είναι εν τέλει ο πληθυντικός
μιας σάρκας που πασχίζει να βρει την ταυτότητά της.





