Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

Ο πληθυντικός της σάρκας




Η Σιμόν ήταν ένα πλάσμα στο οποίο δεν μπορούσε να αντισταθεί κανείς. Όχι, αυτό δεν το λέω για να δικαιολογήσω την οποιαδήποτε αδυναμία μου, εξάλλου εκείνη παρέμενε πάντα υποτελώς ευάλωτη στο πέρασμά της. Τα μαλλιά της, μαύρα με αγριεμένες άκρες που αγκάλιαζαν με βια τους ώμους της, καθώς έπεφταν πάνω τους. Τα χείλη της έντονα και σαρκώδη, προσκαλούσαν και τον πιο  ανυποψίαστο θεατή σε ένα ονειρικό μεθύσι λαγνείας μέχρι τέλους και το στήθος, αυτή η πύλη με τους δυο υπηρέτες που στέκονταν προσοχή όποτε και να κοιτούσα, έδιναν υποσχέσεις για ένα επικείμενο παιχνίδι με αλληγορικές διαστάσεις.
Εκείνο το μισοτελειωμένο απόγευμα, καθώς ο ήλιος φόραγε την πιο επίσημη στολή του για να ενωθεί με το βαθύ μπλε μιας θάλασσας που τρεμόπαιζε στο άγγιγμά του, η μορφή της χάραζε όλο και πιο έντονες ουλές στις ήδη ταλαιπωρημένες από την έλλειψή της, επιθυμίες μου. Από την περασμένη νύχτα που είχα ερωτικά όνειρα για εκείνη, μέχρι το πρωί που ξύπνησα με το μόριό μου στητό και αναγκάστηκα να αφιερώσω λίγα λεπτά για εκείνο στο μπάνιο, μέχρι και τώρα που το ένιωθα να σηκώνεται ξανά, το σώμα μου πλημμύριζε από τη μυρωδιά της. Μια μυρωδιά που τρύπαγε τα ρουθούνια μου και έμενε ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη ενός σώματος που δεν είχε αγγίξει ποτέ το δικό της. Μου ήταν ανέφικτo να περιμένω άλλο.
Πολλές φορές με είχε προσκαλέσει στο σπίτι που είχε νοικιάσει για τις διακοπές, αλλά κάθε φορά η ηθική μου κατέστειλε την χειμαρρώδη ορμή μιας ανάγκης. Ίσως να έφταιγε και εκείνη η βέρα που ήταν περασμένη στο αριστερό μου χέρι και που τη στριφογύριζα σε κάθε στιγμή αμηχανίας μαζί της. Πήγα και τη βρήκα, χωρίς άλλη χρονοτριβή και δίχως καμία συστολή πια, να κάθεται σταυροπόδι στην καρέκλα, έξω στην αυλή του σπιτιού και να μου χαμογελά με εκείνα τα αυθάδη λακάκια της που επιδείκνυαν στον καθένα το ναρκισσισμό τους.
Φορούσε μόνο το κάτω μέρος από το μαγιώ και οι ρόγες της με υποδέχθηκαν για άλλη μια φορά με θέρμη. Η μόνη διαφορά ήταν πως τώρα τις έβλεπα κι εγώ, όπως εκείνες εμένα. Γυμνές..... από τα πάντα που αλλοίωναν την ομορφιά τους. Έκανε αφόρητη ζέστη. Εκείνη, σηκώθηκε και στήθηκε μπροστά μου με τα μάτια της καρφωμένα πάνω μου. Έπειτα με τα χέρια της ξεκούμπωσε το φερμουάρ και άγγιξε για πρώτη φορά το πέος μου. Αυτή η αίσθηση διαπέρασε σαν ρίγος τη ραχοκοκαλιά μου και με έκανε να την τραβήξω με βία πάνω μου, την ίδια στιγμή που η ανάσα της άρχισε να αλλάζει. Έβαλα το δάχτυλό  μου μέσα από το μικροσκοπικό μαύρο στρινγκ και τα υγρά της έφτασαν ως την παλάμη μου. Τη σήκωσα και την πήγα μέσα στο δωμάτιο και σε όλη εκείνη τη μικρή διαδρομή των λίγων μέτρων, η γλώσσα μου δεν έπαψε στιγμή να χορεύει με τη δική της σε ένα έντονα ονειρικό βαλς, όπου τα πάντα λικνίζονταν μαζί μας. Τελείωσα πολύ γρήγορα εκείνη την πρώτη φορά, όπως κι εκείνη. Οι επόμενες που ακολούθησαν υπήρξαν τόσο έντονες που νιώθω ακόμα την ορμή τους, έξι χρόνια μετά.
Με τη Σιμόν σε όλες εκείνες τις συναντήσεις μας δεν πάψαμε στιγμή να προκαλούμε την αιδώ και την ηθική μιας στάσης ζωής που καμιά σχέση δεν είχε με όλα αυτά. Αρκετές ήταν οι νύχτες που υπήρξα μαζί της και με ένα δεύτερο γυμνό νεανικό κορμί πάνω μου. Μόνο και μόνο για να μου θυμίζει πόσο παραπλανητικός μπορεί να είναι εν τέλει ο πληθυντικός μιας σάρκας που πασχίζει να βρει την ταυτότητά της.

Η Κοκκινοσκουφίτσα....αλλιώς



Κρύα, ζωώδης νύχτα. Εισνπέει την ανάσα της από τις αφημένες πνοές των άλλων σε δρόμους ξένους ή γνώριμους γι’αυτήν. Σε ένα σπίτι ένα κορίτσι ετοιμάζεται να βγει, να περπατήσει εκεί που μέχρι πρότινος η απαγόρευση ξέρναγε την επιθυμία.  Το σώμα της αγκαλιάζεται από ένα κόκκινο φόρεμα, το δέρμα της από γυναικείες μυρωδιές, το μυαλό της από ανεκπλήρωτες ευχές.
Άχνα βγαίνει από το στόμα του. Περπατά με τα χέρια στις τσέπες. Το μαύρο πανωφόρι του έχει μουσκέψει από τη βροχή, τα μαλλιά του, γκρίζα, νωπά, στάζουν το νερό στις κόγχες των ματιών του. Παλεύει χρόνια με αυτή την τάση. Καιρό τώρα την παρακολουθεί, όταν γυρίζει από το σχολείο, όταν πηγαίνει στο φροντιστήριο, όταν κλείνει κάθε βράδυ τις κουρτίνες στο δωμάτιο της για να αφήσει το κορμί της ελεύθερο από τις συμβάσεις. Σήμερα, όμως αισθάνεται πιο αδύναμος από ποτέ. Γιατί αυτό το βράδυ, εκείνη, είναι γυναίκα. Μπαίνει στο ίδιο μπαρ, που λίγο πριν την είδε να εισέρχεται. Κάθεται απέναντί της και παρατηρεί την κάθε της κίνηση. Βλέπει τον άσπρο λαιμό της να τεντώνεται για να υποδεχθεί το κρύο υγρό που ποτίζει την ανάσα της και το μόριό του σκληραίνει.
Το μαγαζί γεμάτο κόσμο, νέα πρόσωπα, καινούριοι ορίζοντες, ελευθερία παντού. Το πρώτο ποτό χαϊδεύει τον ουρανίσκο της, η διάθεσή της ανεβαίνει. Το δεύτερο είναι κερασμένο. Ο άντρας την πλησιάζει και της χαμογελά. Είναι γοητευτικός, γύρω στα πενήντα και αποπνέει μια σιγουριά στις κινήσεις του. Της μιλά για κάμποση ώρα, την παρατηρεί να σταυρώνει τα πόδια και να περνά τα χέρια της κατά μήκος του κορμιού της. Η επιθυμία του γίνεται πόνος, η ανάσα του βαριά δηλώνει την έλλειψη υπομονής. Της προτείνει να τη γυρίσει εκείνος σπίτι. Δέχεται.
Στο δρόμο τα μηνίγγια του είναι έτοιμα τα εκραγούν. Τη βλέπει να γελά και να αποβάλλει από πάνω της τη συστολή που μέχρι πρότινος έπνιγε η ηλικία της πρώιμης εφηβείας. Αλλάζει κατεύθυνση και μη ελέγχοντας πια το πρωτογενές του ένστικτο την οδηγεί στο δικό του καταφύγιο. Εκείνη, νιώθει γοητευμένη στην αρχή, θελκτική. Η αμηχανία, όμως, καθώς πλησιάζουν προδίδει έρπωντας το φόβο της.
Το κλειδί γυρίζει στην πόρτα. Δυο φορές. Και μετά άλλες δύο. Και ένας ήχος μεταλλικός από το σύρτη χτυπά την αφέλεια. Το κρεβάτι ξέστρωτο, οι κουρτίνες κλειστές, αγκαλιάζουν την αλήθεια.
Ο άντρας κατεβάζει το φερμουάρ και εισχωρεί με βία μέσα της. Όλα έχουν άλλη υπόσταση τώρα. Εκείνος είναι βασιλιάς κι αυτή βασίλισά του. Το σπίτι αναπνέει μαζί τους και γίνεται παλάτι. Ο σύρτης υπήκοος και οι κουρτίνες, κουβερνάντες. Το αίμα, κρασί που χύνεται πάνω στα σεντόνια...κι έτσι...η ζωή συνεχίζεται...
....για μέρες, για μήνες, για χρόνια. Αφημένη εκεί. Στην πόλη έπαψαν πια να την αναζητούν.Υπήρξε κάποτε ένα κορίτσι, λένε, που χάθηκε φορώντας ένα κόκκινο φόρεμα....και μια κάπα που προστάτευε τα χρυσαφιά μαλλιά της από τη βροχή.

                               
Τώρα εκείνη έχει αλλάξει κατοικία. Χωρίς αυτόν. Τα βράδια συναντιέται με τη Χρύσα που κομπάζει για την ομορφιά της, την Αναστασία που επαίρεται για το αμόλυντο σώμα της, την ‘Αννα που ακκίζεται για τη χώρα των θαυμάτων της. Μιλά με τον Πάνο που της λέει πόσο όμορφα νιώθουν όλοι εδώ κάτω. Και κάποιες φορές συναντά τη Στεφανία, να φοράει τα γοβάκια της και να περπατά  χαριεντιζόμενη στον ήχο τους.  
Αυτό, μέχρι τα πρωινά που της αποκαλύπτουν την αλήθεια. Βρίσκεται στον κόσμο των νεκρών παραμυθιών. Η Χιονάτη δεν άντεξε τον ανταγωνισμό και επέλεξε να γίνει αυτόχειρας σώζοντας ότι μπορούσε από την ομορφιά της. Η Ωραία Κοιμωμένη δεν ξύπνησε ποτέ, η Αλίκη χάθηκε ψάχνωντας να βρει το θαύμα και η Σταχτοπούτα κάηκε σε ένα μοτέλ, αφού την έδιωξαν από το σπίτι του πατέρα της.  Κι εκείνη; Συνεχίζει να φορά τα ίδια κόκκινα ρούχα, που έλιωσαν πάνω της καθώς το χώμα τη σκέπαζε καιρό τώρα. Ένα σημάδι στο μέτωπό της δείχνει την αιτία του θανάτου της. Κάποτε.....την έλεγαν Κοκκινοσκουφίτσα.    

Το σώμα της αναπνοής




Γύρισε στο σπίτι και κάθισε δίπλα στο στρογγυλό τραπεζάκι να ξελαχανιάσει. Μετά από ένα λεπτό η ανάσα του άρχισε να γίνεται κανονική ξανά.  Έβαλε το χέρι στη δεξιά τσέπη του παλτού και έπιασε την ταμπακιέρα. Την κοίταξε για λίγο, έκανε να βγάλει τον για χρόνια αδελφικό φίλο του, αλλά κάτι τον κράτησε. Την άφησε πάνω στο έπιπλο και τη χάιδεψε απαλά. Έκανε το ίδιο και με τον επιχρυσωμένο αναπτήρα που είχε στην εσωτερική τσέπη. Σηκώθηκε κι έβαλε ένα ουίσκυ. Από τη μια εξάρτηση στην άλλη, σκέφτηκε. Ο πάγος έλιωνε μέσα στο κιτρινωπό υγρό αφήνοντας ίχνη- λες και τίποτα δε χάνεται, χωρίς να αφήσει σημάδι- μαζί με ένα παράπονο χαμένης  πληρότητας.
‘’Πενήντα’’, ψέλλισε. Έβαλε την Εντίθ Πιάφ στο σι-ντι πλέιερ. Non je ne regrette rien. Και αμέσως μετά επιδόθηκε σε ένα ασταμάτητο, πανηγυρικό γέλιο. Σαν να είχε τρελαθεί ένιωθε, αν και από τη  άλλη, μήπως ήξερε πώς νιώθουν οι τρελοί; Μια ανυπέρβλητη χαρά και μέσα εκεί ένας κρυμμένος φόβος που προσπαθούσε να καταλαγιάσει.
Περπάτησε ως την κρεβατοκάμαρα, άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου και έβγαλε από μέσα το μικρό κλειδί. Το τοποθέτησε με ορμή εφήβου στην ανοιχτό κενό της κλειδαριάς και το δεξί φύλλο της ντουλάπας, όπου φύλαγε δεκαεννιά χρόνια τώρα τα προσωπικά του αντικείμενα, άνοιξε σαν σε συνωμοτικό χαμόγελο. Τράβηξε από μέσα την καρώ βαλίτσα, τη σήκωσε και την άφησε προσεκτικά πάνω στο κρεβάτι. Ένας τελευταίος έλεγχος είπε φωναχτά. Και αμέσως μετά σώπασε απότομα, σα να φοβήθηκε μήπως ακουστεί.
Το σπίτι, όμως παρέμενε άδειο. Από χθες. Έφυγε εκείνη πρώτα, λίγο μετά το μεσημέρι με τα παιδιά. Αργά το βράδυ του τηλεφώνησε πως έφτασαν καλά και ο μικρός  φώναζε από την άλλη άκρη της γραμμής να μη ξεχάσει αύριο να φέρει τις εσωθερμικές κάλτσες. Το βουνό ήταν πρώιμα λευκό και το Σαββατοκύριακο προσφερόταν για σκι. Η Σοφία πήρε το ακουστικό και του ζήτησε όλο νάζι την επόμενη μέρα να σβήσουν μαζί τα κεράκια στην τούρτα των γενεθλίων του.
 Έστρεψε το κεφάλι σε εκείνη την οικογενειακή φωτογραφία των περασμένων Χριστουγέννων που ήταν πάνω στον κομό και πάλεψε για κάμποση ώρα με την αδυναμία. Τελικά, τη νίκησε. Με στεγνά μάτια άνοιξε το φερμουάρ. Δεν έλειπε τίποτα. Μόνο εκείνες οι δυο δεκαετίες. Αυτές είχαν αποφασίσει να μείνουν για πάντα εδώ.
Θυμήθηκε τη μέρα του γάμου του. Ή μάλλον το βράδυ πριν απ’αυτήν. Τσακώθηκαν άσχημα. Κι εκείνος του είπε ότι μια ζωή θα κάνει πίσω. Δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει σε αυτή του την απόφαση. Ήταν λάθος. Αυτό ήταν και το τέλος. Το ήξερε, παρόλο που του ζήτησε να μείνει δίπλα του. Γνώριζε ότι δεν θα το κάνει.
Δεν τον ξαναείδε από τότε. Για μήνες γύριζε μέσα στο σπίτι σαν αερικό. Μόλις η Άννα κοιμόταν και αφού είχε εκπληρώσει τα συζυγικά του καθήκοντα, κάτι τον πλάκωνε. Κατέβαινε στο καθιστικό, άναβε το αμπαζούρ, φυλάκιζε στα δυο του δάχτυλα το τσιγάρο και βυθιζόταν.
Θυμόταν τα παιδικά του χρόνια, την αυτοσχέδια αυλή στο πλακώστρωτο έξω από το σπίτι του Τάκη, το μπλε ποδήλατο που του έφερε ο πατέρας του όταν γύρισε από τη Βραζιλία, καπετάνιος πλέον. Κάθε επιστροφή του από τα ταξίδια κι ένα μεγάλο τραπέζι για όλο το σόι. Σε ένα από αυτά γνώρισε τον Αλέξη. Τον έφερε μαζί ένας ξάδερφος. Ήταν δε θα ταν δεκατέσσερα τότε. Κάτι χτύπησε λάθος μέσα του. Και από τότε όλα γίνονταν λάθος. Έτσι έπεισε τον εαυτό του να κάνει ένα μεγαλύτερο. Στα τριακοστά γενέθλιά του της έκανε πρόταση. Έβαλε στο χέρι της την πολύτιμη πέτρα –τετρακόσιες πενήντα χιλιάδες δραχμές ξόδεψε τότε για αυτήν- και όλα έμοιαζαν κανονικά πια. Μέχρι που τον έχασε. Και τα πάντα γύρισαν τούμπα ξανά.
 Έκλεισε τη βαλίτσα, την κράτησε από το χερούλι και κατέβηκε τα σκαλιά. Κοίταξε το μεγάλο ρολόι στον τοίχο πάνω από το τζάκι. Εφτά παρά δέκα. Άνοιξε το πορτοφόλι και έριξε μια τελευταία ματιά στα εισιτήρια. Λονδίνο. Ώρα αναχώρησης δέκα μετά μεσημβρίας. Θέσεις δύο. Πάτησε το ριπίτ στο σίντι πλέιερ. Το μάτι του έπεσε πάνω στην Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Ήταν παρατημένη στο σύνθετο, δίπλα στα σι ντι. Το διάβαζε στη Σοφία, τη λιλιπούτεια Σοφία του, προχθές το απόγευμα που της το έφερε ως επιβράβευση για το δέκα που πήρε στη Γλώσσα. Αυτή τη φορά δεν μπορούσε να παραμείνει δυνατός. Ξέσπασε σε λυγμούς. Η Πιάφ τον επανέφερε ’’ Όχι, δε λυπάμαι για τίποτα. Ούτε για το καλό που μου κάνανε, ούτε για το κακό.’’  
Ακούστηκε η κόρνα του αυτοκινήτου. Πήρε τα κλειδιά, τη γεμάτη βαλίτσα του και μια βαθιά αληθινή ανάσα δραπέτευσε από τη φυλακή ενός μέχρι πρότινος ξένου σώματος. Το σι ντί το άφησε να παίζει. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και οι τελευταίοι ξέπνοοι στίχοι χάιδεψαν λυτρωτικά τα αυτιά του. ‘’Όχι, δε μετανιώνω για τίποτα. Γιατί η ζωή μου, οι χαρές μου σήμερα ξαναρχίζουν μαζί σου’’.

Το αμφίβολο φύλο της ομορφιάς



Άναψα το τσιγάρο και γύρισα το πρόσωπό μου προς τη μεριά σου. Το χαμηλό φως από το κερί έφτυνε τις τελευταίες του ανάσες πάνω στο σεντόνι και νόμισα πως είδα το σχήμα του κορμιού σου ξαπλωμένο εκεί. Ένιωσα σαν να σε βρήκα ξανά. Για μια στιγμή.  Ανάμεσα στα κομμάτια μιας περασμένης σκέψης και μιας ανολοκλήρωτης αίσθησης. Ρούφηξα μια μεγάλη τζούρα απ’το στριφτό μου  και η στάχτη του κοκκίνησε, λες από ντροπή που σε θυμόμουν ακόμα.  
Δυο μήνες είχαν περάσει. Τον πρώτο καιρό δεν μπορούσα να κοιμηθώ, παρά μονάχα νωρίς το ξημέρωμα. Δεν άντεχα τη μυρωδιά σου που ορμούσε με βια στα ρουθούνια μου, καταλύοντας την οποιαδήποτε αντίσταση. Μια βδομάδα κράτησε αυτό. Σεντόνια, όμως, δεν άλλαζα. Ήθελα η αδυναμία μου, να μου θυμίζει πόσο τρωτή ήμουν.
Αναλοκλήρωτος πίνακας έμοιαζα, ημιτελές έργο άσημου ζωγράφου που η ομορφιά του βρίσκεται στην τελευταία  πινελιά. Κι αυτό περίμενα. Την τελευταία πινελιά σου. Ίσως και να την έβαλες εκείνο το βράδυ, όταν το χάδι της το πέρασα για αρχή. Τότε που η ανάσα σου σκορπούσε όλες τις προηγούμενες και με έκανε να αναμετρηθώ με την αθανασία.


Καθόμουν στον μεγάλο πράσινο επιχρυσωμένο καναπέ του LaDuree και πίσω μου απλώνονταν τα Ιλίσια Πεδία. Έτρωγα τα ωραιότερα κρουασάν της ζωής μου και χτύπαγα τα ασημένια κουταλάκια στο φλυτζάνι του μισοχυμένου καφέ μου, όταν ένιωσα εκείνη την κυρία στον μεγάλο πίνακα να με κοιτά ενοχλημένη. Της έβγαλα τη γλώσσα μαζί με μικρά, μικρά κομματάκια από τη λυωμένη σοκολάτα που δεν είχα προλάβει να καταπιώ και τότε έγινε ο χαμός. Ο ηλικιωμένος Γάλλος που καταβρόχθιζε μέχρι εκείνη τη στιγμή ό,τι υπήρχε στο τραπέζι του, σηκώθηκε να μου ζητήσει το λόγο.
‘’Μα δεν το έκανα σε εσάς’’, μάταιος κόπος.
‘’Ι don’t speak French’’, τίποτα.
Και τότε άκουσα για πρώτη φορά τη φωνή σου και μετά γύρισα και αντίκρισα το βλέμμα σου. Μέσα σε ένα λεπτό τα είχες όλα τακτοποιήσει, το ευτραφές Γαλλάκι συνέχιζε το γεύμα του σα να μην είχε συμβεί το παραμικρό, ο αέρας του Παρισιού έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο και μύριζε άνοιξη και η φιγούρα στον πίνακα χόρευε μόνο για μένα.
Τότε ήταν που είδα την πόλη του φωτός έτσι όπως έπρεπε. Θυμάσαι; Σε εκείνο το παγκάκι, έξω από το LaDuree, όταν μου έδωσες το χέρι σου, αφού κατεβήκαμε.  Συστήθηκες και μαζί σου συστήθηκε και το Παρίσι. Για δεύτερη φορά. Έχω ακόμα τη γεύση από τα σαλιγκάρια στο στόμα μου και τους ήχους από το πιάνο στο la bucherie, το βράδυ που είχα γίνει τύφλα κι έβλεπα απέναντι τον Κουασιμόδο να χτυπά τις καμπάνες της Notre Dame. Κι εσύ γελούσες κι αυτό είναι το μόνο πράγμα που θυμάμαι πιο έντονα απ’όλα...


‘’Cherie’’ με φώναζες, όπως άρεσε στον αγαπημένο σου Καζαντζάκη να προσφωνεί τις ενδιαφέρουσες κυρίες, αιτιολογούσες. Διασχίζαμε τη γέφυρα τοy Αλεξάνδρου του Γ', εγώ μιλούσα ελάχιστα βγάζοντας προσεκτικά τις λέξεις από μέσα μου κι εσύ με χαρακτήρισες θηλυκό Ιψενικό Peer Gunt, γεμάτο στρώσεις, τις οποίες ανοίγει προσεκτικά και βαθμιαία και με προέτρεψες να σου μιλώ περισσότερο σα Νόρα. Ελεύθερα, έντονα, άφοβα. Ήταν τόσο παράξενη εκείνη η νύχτα, γιατί το έκανα. Μπροστά σε έναν άνθρωπο που ήξερα μόνο λίγες ώρες...

Τέσσερις μέρες περάσαμε έτσι. Μιλώντας για τους αθανάτους, κλέβοντας λίγη από τη δόξα τους, εισπνέοντας κάτι απ’την πνοή τους. Διάβαζες στίχους από τους καταραμένους ποιητές, τους άφηνες στη μέση και συμπλήρωνες δικούς σου, αναλύαμε το έργο του Rodin με τα δυο ενωμένα χέρια, την ‘’Πολωνέζα’’ του Chopin, το λατρεμένο Soleil levant-une impression του Μονέ. Μας έβρισκε η αυγή να συζητάμε για τον Ρέμπραντ και τη μεταφυσική του ισχύ, για τον Γκρέκο και την ουράνια αύρα, τον Καραβάτζιο για την κινητικότητα στις μορφές, τον Καντίνσκυ για τους χρωματικούς συνδυασμούς και βέβαια τον Πικάσσο που μου έλεγες όλο παράπονο πως δεν τον καταλαβαίνεις. Και μετά πάντα κλείναμε εκείνες τις ατελείωτες συζητήσεις που περισσότερο με στοχασμούς έμοιαζαν, με την αγαπημένη σου Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Τότε ήταν που η υγρασία των ματιών σου έδινε λόγο ύπαρξης στα όνειρά σου κι εκείνα ψέλιζαν με τη βοήθεια των χειλιών σου ‘’Δεν πιστεύω όπως πιστεύουν, δεν ζω όπως ζουν, δεν αγαπώ όπως αγαπούν’’, για να παραδοθούν στο τέλος στο παράπονο ‘’...Θα πεθάνω όπως πεθαίνουν΄΄. Και η υγρασία γινόταν πλημμύρα και η ορμή της έπνιγε κάθε συμβατότητα ατέρμονος ζωής.
Εκείνες οι στιγμές ενώθηκαν μέσα μου πολύ αργότερα σε ένα μωσαϊκό ανθρώπων, ιδεών και αισθημάτων και μου κατέδειξαν την αλλοτινή διτή σημασία της ομορφιάς. Στα δάχτυλα τα δικά μου και τα δικά σου, στα χρώματα των ζωγράφων, στο φύλο της ανθρωπότητας.
Τρια βράδια κοιμηθήκαμε έτσι. Χαράσσοντας με το μολύβι για τα μάτια τις δικές μου λέξεις πάνω στο γυμνό δέρμα σου. Πίνοντας αμέτρητα μπουκάλια κρασί που φωνάζαμε τον γκρουμ να μας τα ανοίξει στις 3 το πρωί, γιατί ως συνήθως δε θυμόμουν που είχα βάλει εκείνο το μπλε ανοιχτήρι που έφερες την πρώτη νύχτα που ήρθες στο δωμάτιο. Το βρήκα τις προάλλες μέσα στο κρυφό φερμουάρ της βαλίτσας μου. Και αυτή τη φορά μου έλειπε μόνο το κρασί και λίγο περισσότερο η παρουσία σου.
‘’Σε ευχαριστώ για το κρεβάτι σου, για το φαγητό σου...εύχομαι όλα να πάνε καλά με τα σχέδιά σου’’, έκανες να κλείσεις την πόρτα πίσω σου, μα εκείνη είχε ανοίξει για σένα.
Δεν με πήγες ως το αεροδρόμιο, σε άφησα εγώ όμως εκεί, δυόμιση μήνες μετά. Κι έπειτα...σιωπή. Η σάρκα σου προϊστορική σπηλιά. Άγνωστη, ακατοίκητη...ξανά. Κατοικημένη γνώριμη..κάποτε. Πόσο δίκιο είχες. ‘’Πληθυντική θα ήταν η αγάπη αν βολευόταν η καρδιά’’.


Τελείωσε ο καπνός. Σηκώνομαι απ’το κρεβάτι. Το ρολόι δείχνει δυο παρά, γλυτώνω το κερί από τη δυστυχία του, βάζω μια φόρμα και βγαίνω στο δρόμο. Σταματώ κάπου στην Ιερά οδό, αγοράζω Golden Virginia κίτρινα και πιάνω συζήτηση με τον περιπτερά. Καταθέτω στο τζάμι του την εκτίμησή μου για την υπέροχη ιδέα του να κρατάει ακόμα ανοιχτό αυτό το μίζερο αποπνικτικό κουτί και κάνω να φύγω. Δυο βήματα πριν μπω στο αυτοκίνητο και μετρώντας τις πλάκες  του πεζοδρομίου σα μικρό παιδί, συναντώ  το άρωμά σου και για μια στιγμή, σηκώνω το βλέμμα. Έπειτα, καθώς το ξένο ειπώνεται σε μιαν αλήθεια, τα βλέφαρά μου χαμηλώνουν ξανά.

Η πολυτέλεια της καταστολής



Φόρεσα εκείνο το αγαπημένο κόκκινο πουλόβερ που είχε αρχίσει να φτύνει τους κόμπους του από τα χρόνια, αλλά εγώ το λάτρευα, και άφησα το σώμα μου να πέσει στην αγκαλιά της κρεμ μπερζέρας δίπλα στο τζάκι. Πάλευα αρκετά λεπτά να το ανάψω, αλλά δεν συμβιβαζόμουν με την υποκριτική ζεστασιά ενός σώματος καλοριφέρ. Οι φλόγες παιχνίδιζαν στο πρόσωπό μου, λες και χόρευαν μόνο για μένα κι εγώ δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω τους. 
‘’Πόσα χρόνια;’’, νόμισα ότι σε άκουσα να με ρωτάς. Εκεί ανάμεσα στις πυρωμένες αναμνήσεις του μυαλού μου θυμήθηκα τα σταχτιά μαλλιά σου. Ήταν ένα τέτοιο βράδυ κι εκείνο. Τα μάγουλά σου είχαν γίνει κατακόκκινα από την πυρά και σε κορόιδευα. Έστριβα το τσιγάρο μου, πηγαινοερχόμουν στο χώρο, χοροπηδούσα σε κάθε νέο τραγούδι που έπαιζε στο σι-ντι πλέιρερ, τραγουδούσα. Έκανα τα πάντα, εκτός από το να σε κοιτάζω. Και μετά, μου το είπες.
‘’Είμαι άρρωστη’’.
Δεν ξέρω πόση ώρα μου πήρε για να υπάρξω και πάλι μέσα στο χρόνο και το χώρο, θυμάμαι μόνο όταν συνήλθα τον Λέοναρντ Κοέν να μου θυμίζει πόσο όμορφη ήσουν και να με παρακινεί να χορέψουμε με ένα φλεγόμενο βιολί μέχρι το τέλος της αγάπης. Σε σήκωσα από το χαλί και άρχισα να σε στριφογυρίζω σε εκείνες τις νότες. Σε κοίταζα συνέχεια και τα δάκρυά μας άφηναν τις δικές τους αυτοσχέδιες φιγούρες να χαϊδεύουν στον ίδιο ρυθμό το δικό μου και το δικό σου πρόσωπο.
‘’Πόσα χρόνια;’΄, που λείπεις, που δεν είσαι εδώ, που φτιάχνω τον ελληνικό σε εκείνο το ξεχαρβαλωμένο μπρίκι που αρνούμαι να πετάξω, γιατί εκεί μου έμαθες...
‘’Πόσα χρόνια;’’, που τα μάτια σου ξεθωριάζουν στο φως των νέων μου στιγμών και η φωνή σου πνίγεται στη βοή της συνήθειας...
‘’Πόσα χρόνια;’’, που τρέχαμε σαν τις τρελές να προλάβουμε ό,τι συνέβη και ό,τι θα μπορούσε να μας συμβεί...
Νιώθω να έχω πυρετό. Κι αναζητώ το χέρι σου, να αγγίξει πάλι το μετωπό μου, όπως τότε που ήμουν παιδί, να με φιλήσεις και να γίνω καλά ως δια μαγείας.
Δεν έχω κανέναν να μου φέρει μια κουβέρτα. Μιλώ στη φωτιά-κι αυτό εσύ μου το ΄μαθες-, είναι η μόνη που με ακούει πια.
Καταστέλλω τις επιθυμίες μου, το χρόνο μου, τις σχέσεις μου, πατάω παύση τώρα που μπορώ, που είμαι καλά.
Για να ακούσω για άλλη μια φορά εκείνο το βιολί και σηκώνομαι και γίνομαι ένα μαζί του και δε σταματώ παρά μονάχα όταν οι φλόγες σβήσουν.   

Τα περιττώματα της υστεροφημίας




Σε έπιασα να με κοιτάς με τη γνωστή φευγαλέα ματιά σου. Μόνο που, παραδόξως, αυτή τη φορά σαν να έκοψε η ταχύτητά της πάνω μου.
΄΄Άλλαξες΄΄ είπες και τα γράμματα λες και έβγαιναν ένα ένα από τον αμνιακό σάκο του προσώπου σου. Τυλιγμένα με σταγόνες από δικό σου αίμα. Ήταν φανερό πόσο είχες πονέσει για να τα προφέρεις. Να τα γεννήσεις εκείνη τη στιγμή για μένα.
Μα εγώ αυτό αναζητούσα. Να αλλάζω. Μισούσα τη στατικότητα. Τη μη εξέλιξη. Εντός μου χόρευαν προοπτικές, στρώνονταν σταυροδρόμια επιλογών, ζωγράφιζαν προκλητικά όνειρα, με αυθάδεια στον καμβά του μυαλού μου.
Ξαναπρόφερες τη λέξη. Αυτή τη φορά με όλα τα σύμφωνα και τα φωνήεντα ενωμένα σφιχτά, σαν σε γροθιά και επιχείρησες να με χτυπήσεις. Πόση δύναμη μπορεί να έχει ένα παράπονο; Ή ακόμα και μια ικεσία. Έτσι έμοιαζες στα μάτια μου εκείνη τη στιγμή. Ικέτης.
Αποκλείεται, λάθος θα κάνω. Θα σε έχει παραμορφώσει εκείνη η μεγεθυντική ζωή που κάνει τα πάντα να φαίνονται αλλιώς. Ακόμα κι εγώ, έτσι μεγάλωσα ξαφνικά.
Εξάλλου, ανέκαθεν κάτι μου έλειπε. Δέσμια για χρόνια στο κυνήγι αυτού του αμφιλεγόμενου και απροσδιόριστου ΄΄κάτι΄΄.  Μέχρι να αγγίξω το ανικανοποίητο. Χείμαιρες κυνηγούσα, το ξέρω. Μόνο που ποτέ δεν κατάλαβες ότι εγώ μιλούσα για ανάγκες κι εσύ για υπέρμετρη φιλοδοξία. Πώς να συναντηθούμε έτσι;
Μάταια πάσχιζα να σε κάνω να δεις ότι την ύπαρξή μου μπορεί να τη διαφέντευαν μοίρες, στη ζωή μου, όμως, μόνο Κίρκες είχαν θέση.
Νομίζεις πως δεν το ξέρω. Ότι είμαι γυναίκα αγνώστου ταυτότητος, γιατί δεν θέλησα να συμβιβάσω τη ζωή με την άγνοια. Τη βραδύτητα με την έλλειψη αποφασιστικότητας. Κι εσύ που το έκανες, τί κατάλαβες;
Φώναζες εκείνη την τελευταία στιγμή μας. Πέταγες τα πράγματά μου από το μπαλκόνι του τρίτου. Δεν με άγγιζε η οργή σου, ούτε καν τα ξεβαμμένα τζιν και το αγαπημένο άσπρο πουκάμισο – λάφυρο της σχέσης μας – που πνίγονταν σε βρώμικα ξένα νερά λίγα μέτρα πιο κάτω. Τα κείμενά μου, όμως; Αυτό δε θα σου το συγχωρούσα ποτέ. Οι δικές μου λέξεις δεν ενταφιάζονται σε λάσπες! Ούρλιαξα. Εγώ, μπορεί. Αυτές, όχι!
Και στο απέδειξα. Χρόνια αργότερα.
Τη μέρα που πρόφερες με παράπονο εκείνα τα γράμματα,  όταν με είδες δήθεν τυχαία στον ίδιο δρόμο που γνωριστήκαμε τότε.
Εκείνα με άλλαξαν, σου ανταπάντησα. Τα ταξίδια μου, που όχι απλά δεν ακολούθησες, αλλά δεν κατανόησες καν. ‘Επειτα, γύρισα το κεφάλι σαν να μετάνιωσα που σου απυήθηνα ακόμα και το λόγο...αλλά πριν επιταγχύνω το βήμα, πρόλαβα να δω ένα πικραμένο χαμόγελο να κατρακυλά από το στόμα σου.
Γύρισα ξημερώματα σχεδόν στο σπίτι. Με το ζόρι βρήκα την κλειδαριά να ανοίξω. Πήγα στο μπάνιο και έπλυνα το πρόσωπό μου. Κοίταξα τις γραμμές που απλώνονταν δίπλα στα μάτια μου. Τις σακούλες που έμοιαζαν με αιώρα δακρύων. Πόσα είχαν ξαπλώσει πάνω τους; Τα δάχτυλά μου, που ακόμα αντιστέκονταν σε εκείνον τον ύπουλο εχθρό. Ευτυχώς,  οι ιστορίες μου δεν έπαψαν στιγμή να χαριεντίζονται στο άγγιγμά τους. Μόνο κάτι καφέ κηλίδες προέβαλαν στις παλάμες μου. Καθημερινή, ανελέητη φθορά.
Ξέρασα στη λεκάνη ένα λεπτό αργότερα. Τις μοιρασμένες δοτικές στιγμές μου, τα νιάτα μου, τον πρωτογενή ενθουσιασμό μου. Τα αποχαιρέτησα λίγο πριν τραβήξω το καζανάκι και αναπόλησα την προηγούμενη ζωή μου. Τότε που η υστεροφημία ήταν έννοια που ήθελα να κατακτήσω....χωρίς να καταλαβαίνω ότι ο δρόμος προς αυτήν είναι ο ίδιος που σε πάει προς το τέλος. Τί αδαής. Αλλά, όλοι οι δρόμοι εκεί δεν οδηγούν τελικά; Στον πόνο, αυτούς που καταλαβαίνουν ότι ο χρόνος είναι αυτό ακριβώς....και η υστεροφημία το παυσίπονό του.
Δε με άφησες να σου εξηγήσω ότι ήθελα να είμαι σε καταστολή μέχρι να έρθει το αναπόφευκτο. Κι αυτό, μόνο με εκείνη μπορούσα να το πετύχω.