Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

Τα περιττώματα της υστεροφημίας




Σε έπιασα να με κοιτάς με τη γνωστή φευγαλέα ματιά σου. Μόνο που, παραδόξως, αυτή τη φορά σαν να έκοψε η ταχύτητά της πάνω μου.
΄΄Άλλαξες΄΄ είπες και τα γράμματα λες και έβγαιναν ένα ένα από τον αμνιακό σάκο του προσώπου σου. Τυλιγμένα με σταγόνες από δικό σου αίμα. Ήταν φανερό πόσο είχες πονέσει για να τα προφέρεις. Να τα γεννήσεις εκείνη τη στιγμή για μένα.
Μα εγώ αυτό αναζητούσα. Να αλλάζω. Μισούσα τη στατικότητα. Τη μη εξέλιξη. Εντός μου χόρευαν προοπτικές, στρώνονταν σταυροδρόμια επιλογών, ζωγράφιζαν προκλητικά όνειρα, με αυθάδεια στον καμβά του μυαλού μου.
Ξαναπρόφερες τη λέξη. Αυτή τη φορά με όλα τα σύμφωνα και τα φωνήεντα ενωμένα σφιχτά, σαν σε γροθιά και επιχείρησες να με χτυπήσεις. Πόση δύναμη μπορεί να έχει ένα παράπονο; Ή ακόμα και μια ικεσία. Έτσι έμοιαζες στα μάτια μου εκείνη τη στιγμή. Ικέτης.
Αποκλείεται, λάθος θα κάνω. Θα σε έχει παραμορφώσει εκείνη η μεγεθυντική ζωή που κάνει τα πάντα να φαίνονται αλλιώς. Ακόμα κι εγώ, έτσι μεγάλωσα ξαφνικά.
Εξάλλου, ανέκαθεν κάτι μου έλειπε. Δέσμια για χρόνια στο κυνήγι αυτού του αμφιλεγόμενου και απροσδιόριστου ΄΄κάτι΄΄.  Μέχρι να αγγίξω το ανικανοποίητο. Χείμαιρες κυνηγούσα, το ξέρω. Μόνο που ποτέ δεν κατάλαβες ότι εγώ μιλούσα για ανάγκες κι εσύ για υπέρμετρη φιλοδοξία. Πώς να συναντηθούμε έτσι;
Μάταια πάσχιζα να σε κάνω να δεις ότι την ύπαρξή μου μπορεί να τη διαφέντευαν μοίρες, στη ζωή μου, όμως, μόνο Κίρκες είχαν θέση.
Νομίζεις πως δεν το ξέρω. Ότι είμαι γυναίκα αγνώστου ταυτότητος, γιατί δεν θέλησα να συμβιβάσω τη ζωή με την άγνοια. Τη βραδύτητα με την έλλειψη αποφασιστικότητας. Κι εσύ που το έκανες, τί κατάλαβες;
Φώναζες εκείνη την τελευταία στιγμή μας. Πέταγες τα πράγματά μου από το μπαλκόνι του τρίτου. Δεν με άγγιζε η οργή σου, ούτε καν τα ξεβαμμένα τζιν και το αγαπημένο άσπρο πουκάμισο – λάφυρο της σχέσης μας – που πνίγονταν σε βρώμικα ξένα νερά λίγα μέτρα πιο κάτω. Τα κείμενά μου, όμως; Αυτό δε θα σου το συγχωρούσα ποτέ. Οι δικές μου λέξεις δεν ενταφιάζονται σε λάσπες! Ούρλιαξα. Εγώ, μπορεί. Αυτές, όχι!
Και στο απέδειξα. Χρόνια αργότερα.
Τη μέρα που πρόφερες με παράπονο εκείνα τα γράμματα,  όταν με είδες δήθεν τυχαία στον ίδιο δρόμο που γνωριστήκαμε τότε.
Εκείνα με άλλαξαν, σου ανταπάντησα. Τα ταξίδια μου, που όχι απλά δεν ακολούθησες, αλλά δεν κατανόησες καν. ‘Επειτα, γύρισα το κεφάλι σαν να μετάνιωσα που σου απυήθηνα ακόμα και το λόγο...αλλά πριν επιταγχύνω το βήμα, πρόλαβα να δω ένα πικραμένο χαμόγελο να κατρακυλά από το στόμα σου.
Γύρισα ξημερώματα σχεδόν στο σπίτι. Με το ζόρι βρήκα την κλειδαριά να ανοίξω. Πήγα στο μπάνιο και έπλυνα το πρόσωπό μου. Κοίταξα τις γραμμές που απλώνονταν δίπλα στα μάτια μου. Τις σακούλες που έμοιαζαν με αιώρα δακρύων. Πόσα είχαν ξαπλώσει πάνω τους; Τα δάχτυλά μου, που ακόμα αντιστέκονταν σε εκείνον τον ύπουλο εχθρό. Ευτυχώς,  οι ιστορίες μου δεν έπαψαν στιγμή να χαριεντίζονται στο άγγιγμά τους. Μόνο κάτι καφέ κηλίδες προέβαλαν στις παλάμες μου. Καθημερινή, ανελέητη φθορά.
Ξέρασα στη λεκάνη ένα λεπτό αργότερα. Τις μοιρασμένες δοτικές στιγμές μου, τα νιάτα μου, τον πρωτογενή ενθουσιασμό μου. Τα αποχαιρέτησα λίγο πριν τραβήξω το καζανάκι και αναπόλησα την προηγούμενη ζωή μου. Τότε που η υστεροφημία ήταν έννοια που ήθελα να κατακτήσω....χωρίς να καταλαβαίνω ότι ο δρόμος προς αυτήν είναι ο ίδιος που σε πάει προς το τέλος. Τί αδαής. Αλλά, όλοι οι δρόμοι εκεί δεν οδηγούν τελικά; Στον πόνο, αυτούς που καταλαβαίνουν ότι ο χρόνος είναι αυτό ακριβώς....και η υστεροφημία το παυσίπονό του.
Δε με άφησες να σου εξηγήσω ότι ήθελα να είμαι σε καταστολή μέχρι να έρθει το αναπόφευκτο. Κι αυτό, μόνο με εκείνη μπορούσα να το πετύχω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου