Άναψα το τσιγάρο και γύρισα το
πρόσωπό μου προς τη μεριά σου. Το χαμηλό φως από το κερί έφτυνε τις τελευταίες
του ανάσες πάνω στο σεντόνι και νόμισα πως είδα το σχήμα του κορμιού σου
ξαπλωμένο εκεί. Ένιωσα σαν να σε βρήκα ξανά. Για μια στιγμή. Ανάμεσα στα κομμάτια μιας περασμένης σκέψης
και μιας ανολοκλήρωτης αίσθησης. Ρούφηξα μια μεγάλη τζούρα απ’το στριφτό μου και η στάχτη του κοκκίνησε, λες από ντροπή που
σε θυμόμουν ακόμα.
Δυο μήνες είχαν περάσει. Τον
πρώτο καιρό δεν μπορούσα να κοιμηθώ, παρά μονάχα νωρίς το ξημέρωμα. Δεν άντεχα
τη μυρωδιά σου που ορμούσε με βια στα ρουθούνια μου, καταλύοντας την
οποιαδήποτε αντίσταση. Μια βδομάδα κράτησε αυτό. Σεντόνια, όμως, δεν άλλαζα. Ήθελα
η αδυναμία μου, να μου θυμίζει πόσο τρωτή ήμουν.
Αναλοκλήρωτος πίνακας έμοιαζα,
ημιτελές έργο άσημου ζωγράφου που η ομορφιά του βρίσκεται στην τελευταία πινελιά. Κι αυτό περίμενα. Την τελευταία πινελιά
σου. Ίσως και να την έβαλες εκείνο το βράδυ, όταν το χάδι της το πέρασα για αρχή.
Τότε που η ανάσα σου σκορπούσε όλες τις προηγούμενες και με έκανε να αναμετρηθώ
με την αθανασία.
Καθόμουν στον μεγάλο πράσινο
επιχρυσωμένο καναπέ του LaDuree και πίσω μου απλώνονταν τα Ιλίσια Πεδία. Έτρωγα τα ωραιότερα
κρουασάν της ζωής μου και χτύπαγα τα ασημένια κουταλάκια στο φλυτζάνι του
μισοχυμένου καφέ μου, όταν ένιωσα εκείνη την κυρία στον μεγάλο πίνακα να με
κοιτά ενοχλημένη. Της έβγαλα τη γλώσσα μαζί με μικρά, μικρά κομματάκια από τη
λυωμένη σοκολάτα που δεν είχα προλάβει να καταπιώ και τότε έγινε ο χαμός. Ο
ηλικιωμένος Γάλλος που καταβρόχθιζε μέχρι εκείνη τη στιγμή ό,τι υπήρχε στο
τραπέζι του, σηκώθηκε να μου ζητήσει το λόγο.
‘’Μα δεν το έκανα σε εσάς’’,
μάταιος κόπος.
‘’Ι
don’t speak French’’, τίποτα.
Και τότε άκουσα για πρώτη φορά τη
φωνή σου και μετά γύρισα και αντίκρισα το βλέμμα σου. Μέσα σε ένα λεπτό τα
είχες όλα τακτοποιήσει, το ευτραφές Γαλλάκι συνέχιζε το γεύμα του σα να μην
είχε συμβεί το παραμικρό, ο αέρας του Παρισιού έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο
και μύριζε άνοιξη και η φιγούρα στον πίνακα χόρευε μόνο για μένα.
Τότε ήταν που είδα την πόλη του
φωτός έτσι όπως έπρεπε. Θυμάσαι; Σε εκείνο το παγκάκι, έξω από το LaDuree, όταν μου έδωσες το
χέρι σου, αφού κατεβήκαμε. Συστήθηκες
και μαζί σου συστήθηκε και το Παρίσι. Για δεύτερη φορά. Έχω ακόμα τη γεύση από
τα σαλιγκάρια στο στόμα μου και τους ήχους από το πιάνο στο la bucherie, το βράδυ που είχα
γίνει τύφλα κι έβλεπα απέναντι τον Κουασιμόδο να χτυπά τις καμπάνες της Notre Dame. Κι εσύ γελούσες κι αυτό
είναι το μόνο πράγμα που θυμάμαι πιο έντονα απ’όλα...
‘’Cherie’’ με φώναζες, όπως άρεσε στον
αγαπημένο σου Καζαντζάκη να προσφωνεί τις ενδιαφέρουσες κυρίες, αιτιολογούσες. Διασχίζαμε
τη γέφυρα τοy Αλεξάνδρου του Γ', εγώ μιλούσα ελάχιστα βγάζοντας προσεκτικά τις
λέξεις από μέσα μου κι εσύ με χαρακτήρισες θηλυκό Ιψενικό Peer Gunt, γεμάτο στρώσεις, τις
οποίες ανοίγει προσεκτικά και βαθμιαία και με προέτρεψες να σου μιλώ
περισσότερο σα Νόρα. Ελεύθερα, έντονα, άφοβα. Ήταν τόσο παράξενη εκείνη η
νύχτα, γιατί το έκανα. Μπροστά σε έναν άνθρωπο που ήξερα μόνο λίγες ώρες...
Τέσσερις μέρες περάσαμε έτσι.
Μιλώντας για τους αθανάτους, κλέβοντας λίγη από τη δόξα τους, εισπνέοντας κάτι
απ’την πνοή τους. Διάβαζες στίχους από τους καταραμένους ποιητές, τους άφηνες
στη μέση και συμπλήρωνες δικούς σου, αναλύαμε το έργο του Rodin με τα δυο ενωμένα
χέρια, την ‘’Πολωνέζα’’ του Chopin, το λατρεμένο Soleil levant-une impression του
Μονέ. Μας έβρισκε η αυγή να συζητάμε για τον Ρέμπραντ και τη μεταφυσική του
ισχύ, για τον Γκρέκο και την ουράνια αύρα, τον Καραβάτζιο για την κινητικότητα
στις μορφές, τον Καντίνσκυ για τους χρωματικούς συνδυασμούς και βέβαια τον
Πικάσσο που μου έλεγες όλο παράπονο πως δεν τον καταλαβαίνεις. Και μετά πάντα
κλείναμε εκείνες τις ατελείωτες συζητήσεις που περισσότερο με στοχασμούς
έμοιαζαν, με την αγαπημένη σου Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Τότε ήταν που η υγρασία
των ματιών σου έδινε λόγο ύπαρξης στα όνειρά σου κι εκείνα ψέλιζαν με τη
βοήθεια των χειλιών σου ‘’Δεν πιστεύω όπως πιστεύουν, δεν ζω όπως ζουν, δεν
αγαπώ όπως αγαπούν’’, για να παραδοθούν στο τέλος στο παράπονο ‘’...Θα πεθάνω
όπως πεθαίνουν΄΄. Και η υγρασία γινόταν πλημμύρα και η ορμή της έπνιγε κάθε
συμβατότητα ατέρμονος ζωής.
Εκείνες οι στιγμές ενώθηκαν μέσα
μου πολύ αργότερα σε ένα μωσαϊκό ανθρώπων, ιδεών και αισθημάτων και μου
κατέδειξαν την αλλοτινή διτή σημασία της ομορφιάς. Στα δάχτυλα τα δικά μου και
τα δικά σου, στα χρώματα των ζωγράφων, στο φύλο της ανθρωπότητας.
Τρια βράδια κοιμηθήκαμε έτσι. Χαράσσοντας
με το μολύβι για τα μάτια τις δικές μου λέξεις πάνω στο γυμνό δέρμα σου.
Πίνοντας αμέτρητα μπουκάλια κρασί που φωνάζαμε τον γκρουμ να μας τα ανοίξει στις
3 το πρωί, γιατί ως συνήθως δε θυμόμουν που είχα βάλει εκείνο το μπλε ανοιχτήρι
που έφερες την πρώτη νύχτα που ήρθες στο δωμάτιο. Το βρήκα τις προάλλες μέσα
στο κρυφό φερμουάρ της βαλίτσας μου. Και αυτή τη φορά μου έλειπε μόνο το κρασί
και λίγο περισσότερο η παρουσία σου.
‘’Σε ευχαριστώ για το κρεβάτι
σου, για το φαγητό σου...εύχομαι όλα να πάνε καλά με τα σχέδιά σου’’, έκανες να
κλείσεις την πόρτα πίσω σου, μα εκείνη είχε ανοίξει για σένα.
Δεν με πήγες ως το αεροδρόμιο, σε
άφησα εγώ όμως εκεί, δυόμιση μήνες μετά. Κι έπειτα...σιωπή. Η σάρκα σου προϊστορική
σπηλιά. Άγνωστη, ακατοίκητη...ξανά. Κατοικημένη γνώριμη..κάποτε. Πόσο δίκιο
είχες. ‘’Πληθυντική θα ήταν η αγάπη αν βολευόταν η καρδιά’’.
Τελείωσε ο καπνός. Σηκώνομαι
απ’το κρεβάτι. Το ρολόι δείχνει δυο παρά, γλυτώνω το κερί από τη δυστυχία του,
βάζω μια φόρμα και βγαίνω στο δρόμο. Σταματώ κάπου στην Ιερά οδό, αγοράζω Golden Virginia κίτρινα
και πιάνω συζήτηση με τον περιπτερά. Καταθέτω στο τζάμι του την εκτίμησή μου
για την υπέροχη ιδέα του να κρατάει ακόμα ανοιχτό αυτό το μίζερο αποπνικτικό
κουτί και κάνω να φύγω. Δυο βήματα πριν μπω στο αυτοκίνητο και μετρώντας τις
πλάκες του πεζοδρομίου σα μικρό παιδί, συναντώ
το άρωμά σου και για μια στιγμή, σηκώνω
το βλέμμα. Έπειτα, καθώς το ξένο ειπώνεται σε μιαν αλήθεια, τα βλέφαρά μου
χαμηλώνουν ξανά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου