Φόρεσα εκείνο το αγαπημένο
κόκκινο πουλόβερ που είχε αρχίσει να φτύνει τους κόμπους του από τα χρόνια,
αλλά εγώ το λάτρευα, και άφησα το σώμα μου να πέσει στην αγκαλιά της κρεμ
μπερζέρας δίπλα στο τζάκι. Πάλευα αρκετά λεπτά να το ανάψω, αλλά δεν
συμβιβαζόμουν με την υποκριτική ζεστασιά ενός σώματος καλοριφέρ. Οι φλόγες
παιχνίδιζαν στο πρόσωπό μου, λες και χόρευαν μόνο για μένα κι εγώ δεν μπορούσα
να πάρω τα μάτια μου από πάνω τους.
‘’Πόσα χρόνια;’’, νόμισα ότι σε
άκουσα να με ρωτάς. Εκεί ανάμεσα στις πυρωμένες αναμνήσεις του μυαλού μου
θυμήθηκα τα σταχτιά μαλλιά σου. Ήταν ένα τέτοιο βράδυ κι εκείνο. Τα μάγουλά σου
είχαν γίνει κατακόκκινα από την πυρά και σε κορόιδευα. Έστριβα το τσιγάρο μου,
πηγαινοερχόμουν στο χώρο, χοροπηδούσα σε κάθε νέο τραγούδι που έπαιζε στο
σι-ντι πλέιρερ, τραγουδούσα. Έκανα τα πάντα, εκτός από το να σε κοιτάζω. Και
μετά, μου το είπες.
‘’Είμαι άρρωστη’’.
Δεν ξέρω πόση ώρα μου πήρε για να
υπάρξω και πάλι μέσα στο χρόνο και το χώρο, θυμάμαι μόνο όταν συνήλθα τον
Λέοναρντ Κοέν να μου θυμίζει πόσο όμορφη ήσουν και να με παρακινεί να χορέψουμε
με ένα φλεγόμενο βιολί μέχρι το τέλος της αγάπης. Σε σήκωσα από το χαλί και
άρχισα να σε στριφογυρίζω σε εκείνες τις νότες. Σε κοίταζα συνέχεια και τα
δάκρυά μας άφηναν τις δικές τους αυτοσχέδιες φιγούρες να χαϊδεύουν στον ίδιο
ρυθμό το δικό μου και το δικό σου πρόσωπο.
‘’Πόσα χρόνια;’΄, που λείπεις,
που δεν είσαι εδώ, που φτιάχνω τον ελληνικό σε εκείνο το ξεχαρβαλωμένο μπρίκι
που αρνούμαι να πετάξω, γιατί εκεί μου έμαθες...
‘’Πόσα χρόνια;’’, που τα μάτια
σου ξεθωριάζουν στο φως των νέων μου στιγμών και η φωνή σου πνίγεται στη βοή
της συνήθειας...
‘’Πόσα χρόνια;’’, που τρέχαμε σαν
τις τρελές να προλάβουμε ό,τι συνέβη και ό,τι θα μπορούσε να μας συμβεί...
Νιώθω να έχω πυρετό. Κι αναζητώ
το χέρι σου, να αγγίξει πάλι το μετωπό μου, όπως τότε που ήμουν παιδί, να με
φιλήσεις και να γίνω καλά ως δια μαγείας.
Δεν έχω κανέναν να μου φέρει μια
κουβέρτα. Μιλώ στη φωτιά-κι αυτό εσύ μου το ΄μαθες-, είναι η μόνη που με ακούει
πια.
Καταστέλλω τις επιθυμίες μου, το
χρόνο μου, τις σχέσεις μου, πατάω παύση τώρα που μπορώ, που είμαι καλά.
Για να ακούσω για άλλη μια φορά
εκείνο το βιολί και σηκώνομαι και γίνομαι ένα μαζί του και δε σταματώ παρά μονάχα
όταν οι φλόγες σβήσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου