Κρύα, ζωώδης νύχτα. Εισνπέει την
ανάσα της από τις αφημένες πνοές των άλλων σε δρόμους ξένους ή γνώριμους
γι’αυτήν. Σε ένα σπίτι ένα κορίτσι ετοιμάζεται να βγει, να περπατήσει εκεί που
μέχρι πρότινος η απαγόρευση ξέρναγε την επιθυμία. Το σώμα της αγκαλιάζεται από ένα κόκκινο
φόρεμα, το δέρμα της από γυναικείες μυρωδιές, το μυαλό της από ανεκπλήρωτες ευχές.
Άχνα βγαίνει από το στόμα του.
Περπατά με τα χέρια στις τσέπες. Το μαύρο πανωφόρι του έχει μουσκέψει από τη
βροχή, τα μαλλιά του, γκρίζα, νωπά, στάζουν το νερό στις κόγχες των ματιών του.
Παλεύει χρόνια με αυτή την τάση. Καιρό τώρα την παρακολουθεί, όταν γυρίζει από
το σχολείο, όταν πηγαίνει στο φροντιστήριο, όταν κλείνει κάθε βράδυ τις
κουρτίνες στο δωμάτιο της για να αφήσει το κορμί της ελεύθερο από τις
συμβάσεις. Σήμερα, όμως αισθάνεται πιο αδύναμος από ποτέ. Γιατί αυτό το βράδυ,
εκείνη, είναι γυναίκα. Μπαίνει στο ίδιο μπαρ, που λίγο πριν την είδε να
εισέρχεται. Κάθεται απέναντί της και παρατηρεί την κάθε της κίνηση. Βλέπει τον
άσπρο λαιμό της να τεντώνεται για να υποδεχθεί το κρύο υγρό που ποτίζει την
ανάσα της και το μόριό του σκληραίνει.
Το μαγαζί γεμάτο κόσμο, νέα
πρόσωπα, καινούριοι ορίζοντες, ελευθερία παντού. Το πρώτο ποτό χαϊδεύει τον
ουρανίσκο της, η διάθεσή της ανεβαίνει. Το δεύτερο είναι κερασμένο. Ο άντρας
την πλησιάζει και της χαμογελά. Είναι γοητευτικός, γύρω στα πενήντα και
αποπνέει μια σιγουριά στις κινήσεις του. Της μιλά για κάμποση ώρα, την
παρατηρεί να σταυρώνει τα πόδια και να περνά τα χέρια της κατά μήκος του
κορμιού της. Η επιθυμία του γίνεται πόνος, η ανάσα του βαριά δηλώνει την
έλλειψη υπομονής. Της προτείνει να τη γυρίσει εκείνος σπίτι. Δέχεται.
Στο δρόμο τα μηνίγγια του είναι
έτοιμα τα εκραγούν. Τη βλέπει να γελά και να αποβάλλει από πάνω της τη συστολή
που μέχρι πρότινος έπνιγε η ηλικία της πρώιμης εφηβείας. Αλλάζει κατεύθυνση και
μη ελέγχοντας πια το πρωτογενές του ένστικτο την οδηγεί στο δικό του καταφύγιο.
Εκείνη, νιώθει γοητευμένη στην αρχή, θελκτική. Η αμηχανία, όμως, καθώς
πλησιάζουν προδίδει έρπωντας το φόβο της.
Το κλειδί γυρίζει στην πόρτα. Δυο
φορές. Και μετά άλλες δύο. Και ένας ήχος μεταλλικός από το σύρτη χτυπά την
αφέλεια. Το κρεβάτι ξέστρωτο, οι κουρτίνες κλειστές, αγκαλιάζουν την αλήθεια.
Ο άντρας κατεβάζει το φερμουάρ και
εισχωρεί με βία μέσα της. Όλα έχουν άλλη υπόσταση τώρα. Εκείνος είναι βασιλιάς
κι αυτή βασίλισά του. Το σπίτι αναπνέει μαζί τους και γίνεται παλάτι. Ο σύρτης
υπήκοος και οι κουρτίνες, κουβερνάντες. Το αίμα, κρασί που χύνεται πάνω στα
σεντόνια...κι έτσι...η ζωή συνεχίζεται...
....για μέρες, για μήνες, για
χρόνια. Αφημένη εκεί. Στην πόλη έπαψαν πια να την αναζητούν.Υπήρξε κάποτε ένα
κορίτσι, λένε, που χάθηκε φορώντας ένα κόκκινο φόρεμα....και μια κάπα που προστάτευε
τα χρυσαφιά μαλλιά της από τη βροχή.
Τώρα εκείνη έχει αλλάξει
κατοικία. Χωρίς αυτόν. Τα βράδια συναντιέται με τη Χρύσα που κομπάζει για την
ομορφιά της, την Αναστασία που επαίρεται για το αμόλυντο σώμα της, την ‘Αννα
που ακκίζεται για τη χώρα των θαυμάτων της. Μιλά με τον Πάνο που της λέει πόσο
όμορφα νιώθουν όλοι εδώ κάτω. Και κάποιες φορές συναντά τη Στεφανία, να φοράει
τα γοβάκια της και να περπατά χαριεντιζόμενη στον ήχο τους.
Αυτό, μέχρι τα πρωινά που της
αποκαλύπτουν την αλήθεια. Βρίσκεται στον κόσμο των νεκρών παραμυθιών. Η Χιονάτη
δεν άντεξε τον ανταγωνισμό και επέλεξε να γίνει αυτόχειρας σώζοντας ότι
μπορούσε από την ομορφιά της. Η Ωραία Κοιμωμένη δεν ξύπνησε ποτέ, η Αλίκη
χάθηκε ψάχνωντας να βρει το θαύμα και η Σταχτοπούτα κάηκε σε ένα μοτέλ, αφού
την έδιωξαν από το σπίτι του πατέρα της. Κι εκείνη; Συνεχίζει να φορά τα ίδια κόκκινα
ρούχα, που έλιωσαν πάνω της καθώς το χώμα τη σκέπαζε καιρό τώρα. Ένα σημάδι στο
μέτωπό της δείχνει την αιτία του θανάτου της. Κάποτε.....την έλεγαν
Κοκκινοσκουφίτσα.

Δεν υπάρχει ούτε μία λέξη περιττή εδώ. Πολύ καλό.
ΑπάντησηΔιαγραφή