Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 8aleia. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 8aleia. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011

Το Πέμπτο Στοιχείο



Αν ήμουν αεράκι,
θα φυσούσα απαλά στο πρόσωπό σου
να μπω μες τα λακκάκια σου.
Στα ρουθούνια σου θα τρύπωνα
να συναντήσω την ανάσα σου
σε μιαν αιθέρια συνουσία.
Μα δεν είμαι αεράκι,
και τα λακκάκια σου
δεν τα ρώτησα αν με θέλουν-
Το είπε άλλωστε και η ΕΜΥ
 Άπνοια προβλέπεται για απόψε.  

Αν ήμουνα νεράκι,
θα έρεα πάνω σου στο μπάνιο,
στα σοκάκια του στήθους σου
να κατρακυλήσω
στον κάθε πόρο σου να ανακαλύψω
την εν δυνάμει Ατλαντίδα μας.
Μα νερό δεν είμαι, μάτια μου,
και το στήθος σου, ως φαίνεται
δεν είναι πια υδρόφιλο μαζί μου. 
Σοφότερο μου φαίνεται
στον καθρέφτη σου να εξατμιστώ.

Φωτιά αν ήμουν παιχνιδιάρα,
τ’ άστρα που καπνίζεις θ’ άναβα,
θα ζέσταινα τις ανατολές που πίνεις
μονορούφι όταν διψάς.
Μα μ’ έχουν κλείσει  ισόβια
για εμπρησμό υψίστης τάξης,
κι’ ας ήταν εν βρασμώ ψυχής.

Χαλίκι αν ήμουνα της γης,  
μες τα πέδιλά σου θα σφήνωνα αιώνια
χαρτογραφώντας την πορεία σου
κι ενόχληση δε θα ένιωθες καμία. 
Εσύ όμως αγάπη μου,
-πιστό παιδί της φύσης-
ξυπόλυτη γυρνάς τον κόσμο
και ‘γω πού να σφηνώσω;

Πόθος είμαι ,                                                                                
τρέφομαι 
από τα τέσσερα στοιχεία                                                          
Ρευστή η σύστασή μου,                      Αέ
πολύχρωμη η καρδιά μου.                  ρας γη
Μελωδία σου χαρίζω                          φω
με τις τέσσερις μου νότες                    τιά νε ρό      στο πέμπτο να σε βρω.

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

Το Μπαλόνι του Αρχιτέκτονα



 Η μακέτα τού τελείωσε. Τα σχέδιά του εξανεμίστηκαν εν μία νυκτί, οι διατριβές ξεγράφτηκαν λέξη προς λέξη. Τα πτυχία λυντσαρίστηκαν λίαν κακώς απ’ τις κορνίζες, κομπλεξικές λόγω του μονίμως περιθωριακού τους ρόλου. Στέγνωσε η  πείρα του, απορροφήθηκε σταγόνα- σταγόνα απ’ το μουλιασμένο βετέξ της ακαδημαϊκής επανάπαυσης. Οι γνώσεις του πλύθηκαν στους 90 βαθμούς και ξέβαψαν επάνω στα καλά του κοστούμια. 

Του απέμεινε η ιδιότητα: Αρχιτέκτονας. Αρχι-τέκτων. Ο πρώτος, ο ανώτατος σχεδιαστής και κτίστης της υπόστασης του εαυτού του, με γνώμονα τρεις βασικές αρχές, κατά τον Ρωμαίο αρχιτέκτονα Βιτρούβιο: τη σταθερότητα, την ομορφιά και την ευχρηστία.

Χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ένας υποψήφιος πελάτης.
«Θέλω να μου σχεδιάσετε και να μου κατασκευάσετε ένα….. Ναι αυτό, καλά ακούσατε….Πώς είπατε; Δεν σας άκουσα…η γραμμή κάνει διακοπές. Πώς να είναι, με ρωτάτε;…. Κοιτάξτε, θέλω να είναι όμορφο, σταθερό, και εύχρηστο….Ορίστε; Τι εννοείτε, κύριε, τι είναι αυτό που θα το κάνει εύχρηστο; Κοτζάμ αρχιτέκτονας! Μα το υλικό του, φυσικά!... μμ ναι, και όσο για την αμοιβή σας… τι θα λέγατε αν δεν είναι χρηματική αλλά υπαρξιακή; Νομίζω πως δε σας συμφέρει να αρνηθείτε την προσφορά μου. Τι λέτε λοιπόν;»

            Μην έχοντας άλλη επιλογή, ο Αρχιτέκτονας δέχεται την προσφορά και κατεβάζει το ακουστικό. Πέραν του αιτήματος του πελάτη, το μυαλό του είναι άδειο. Αμέσως ξανασηκώνει το ακουστικό και καλεί τις πρώην συζύγους του. «Ελάτε να με γδάρετε», τις λέει. Καταφτάνουν σπίτι του και οι τέσσερις χωρίς να χάσουν χρόνο. Πιάνουν από ένα μαχαίρι η κάθε μία και αρχίζουν να τον ξεφλουδίζουν με ευχαρίστηση. Το δέρμα του πέφτει ελικοειδώς, σαν ένα μήλο που γδύνεται αδιάκοπα, και από πάνω το αίμα ξετυλίγεται σαν αυτοματοποιημένη αλφάβητος, ΑΒ ρέζους θετικό, γάμμα, δέλτα, έψιλον, και πάει λέγοντας. Λες και ο Αρχιτέκτονας, στο σημείο αυτό,  έχει πλέον ανάγκη από μια λογική ακολουθία.

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Η Ανάσα του Ονείρου



 Τι είναι τ’ όνειρο, αν όχι το φύλλο συκής
των απόκρυφων στιγμών της μέρας;

            Τι είν΄ η ανάσα, αν όχι το σημείο μη-
δεν της εξωστρέφειάς μας;

            Κι’ αν το όνειρο μιαν ανάσα δικαιούται
στο αποπνικτικό του χάος,
διακεκομμένη θα’ ναι στα ερεβώδη πλάνα μας
ρηχή στις μικρές μας αυτιστικές αλήθειες
στο γκρέμισμά μας θα’ ναι βαθιά
πλην αλεξίπτωτη

Θα’ ναι ήλιον ευγενές, που τον χρόνο επαναφέρει
στα ξεφούσκωτα μπαλόνια γενεθλίων
περασμένων.  Κι εμείς αναρωτιόμαστε
πώς το κορδόνι κόπηκε,
εκείνο που δέναμε στον καρπό παιδιά
και μας κρατούσε στη γη μ’ ένα λουλακί σύννεφο
να αιωρείται πάνω μας

Οξυγόνο σωτηρίας θα’ ναι στις γυμνές βουτιές μας,
κόντρα στη νομοτέλεια της άνεσης,
της άνωσης που ξηραίνει το κορμί μας
            Διοξείδια θα’ ναι διέξοδος
για τις ρυπαρές μας σκέψεις, αυτές που διυλίζονται
στο εργοστάσιο του δέοντος

Κι’ αν το όνειρο στάθηκε ποτέ
να πάρει μιαν ανάσα στο κατώφλι του ξύπνιου,
μαζί του πήρε και τα ξεραμένα φύλλα συκής
μαζί του και τις μάσκες των άλλοτε εαυτών μας

μαζί του πήρε και τα κούφια λόγια,
πριν η μωβ μας πρόζα μουτζουρώσει τη σιωπή


Γιατί τι είναι τ’ όνειρο, αν όχι το μπαλόνι μας;

Γιατί τι είν’ η ανάσα, αν όχι το κορδόνι ολάκερο;

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

Ο Ρομπέν της Απουσίας (Part I)



 Η μέρα που το βαθούλωμα στο άδειο μαξιλάρι δίπλα μου αποκρυσταλλώθηκε, ήταν και η μέρα που μου χτύπησε την πόρτα η Ρομπέν και Σία ΟΕ.

«Είμαστε στη διάθεσή σας, δεσποινίς. Ονομάζομαι Λόξλεϊ. Το συνεργείο μου και εγώ θα καθαρίσουμε το σπίτι σας από κάθε μικρόβιο της λιγδερής απουσίας που σας τρώει σαν το σαράκι. Η Ρομπέν και Σία θα αφαιρέσουν για εσάς αυτό που δεν είναι πια εδώ».

Πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα μέχρι να μετατρέψω σε μιαν αντιληπτή μορφή τα ντανταϊστικά ηχητικά κύματα που έφταναν κατά πάνω μου. Μπροστά μου στεκόταν ένας άνδρας που θα μπορούσε να ήταν ο Σάκης ο υδραυλικός της γειτονιάς, από τον τρόπο που μύριζε- προπολεμική κολώνια με μία εσάνς eau de βαρβατίλα- μέχρι την ενδυμασία του, φαρδιά σκισμένη σαλοπέτα με το επάνω μέρος κατεβασμένο, αναδεικνύοντας για μπλούζα έναν άλλοτε λευκό καμβά, μουντή εκδοχή του πώς θα ήταν οι πίνακες του Μιρό αν διέθετε στο χρωματολόγιό του αποκλειστικά το μαύρο, το γκρι και το καφέ. Το πρόσωπό του, σκαμμένο και μελαχρινό, διαφωνούσε αρμονικά με τα ξανθά γένια και φρύδια που φύτρωναν επάνω του σαν υστερικά περιποιημένο γκαζόν. Στα χέρια του κρατούσε ένα ασημί βαλιτσάκι με το λόγκο της εταιρείας στα πλάγια: ένα τόξο τεντωμένο με μια σκούπα στη θέση του βέλους, στραμμένη προς μια καρδιά ραγισμένη στα δύο. Από πίσω από τον Σάκη- Λόξλεϊ,  στέκονταν δύο κλωνοποιημένες παραλλαγές του νεότερες σε ηλικία, μασώντας τσίχλα και ρίχνοντάς μου κουταβίσια βλέμματα γεμάτα διαθεσιμότητα. Το συνεργείο.

«Συγγνώμη», του απάντησα, προσπαθώντας να καταπνίξω το γελάκι που ετοιμαζόταν για αναρρόφηση, «είστε ο ποιός από πού και θα κάνετε τι ακριβώς για εμένα;»

Ο Λόξλεϊ με κοίταξε σχεδόν προσβεβλημένος πίσω από τα τοξωτά του φρύδια και ίσιωσε το υπερρεαλιστικό του μπλουζάκι - ή τουλάχιστον, το τελευταίο εκατοστό από αυτό που μπορούσε πια να ισιωθεί. «Δεσποινίς μου, δε νομίζω πως χρειάζονται και πολλές διευκρινήσεις, άλλα επειδή δεν σας κόβω και πολύ της πιάτσας, θα κάνω μια εξαίρεση και θα σας εξηγήσω. Είναι φως φανάρι η κατάσταση στην οποία έχετε επέλθει. Είστε πλέον ένας τόσο πλούσιος από απουσία άνθρωπος, που είναι ντροπή και όνειδος. Είμαι σίγουρος ότι δεν ξέρετε καν πόση απουσία έχετε στοιβαγμένη στη ζωή σας. Την έχετε ιδιοποιηθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό, που φαίνεται στα μάτια σας, στο ατημέλητο ντύσιμό σας, στο χολ από πίσω σας, χωρίς να τολμήσω να αναφερθώ στο υπόλοιπο σπίτι που φαντάζομαι ότι δεν σφύζει ακριβώς από παρουσία. Η δικιά μας δουλειά εδώ είναι να σας απαλλάξουμε από αυτό το αφόρητο βάρος που κοντεύει να σας πνίξει, - να το κλέψουμε, για να μιλήσω πιο ντόμπρα- και να το χαρίσουμε σε κάποιον άλλο που ίσως το έχει περισσότερη ανάγκη. Όλα αυτά αφιλοκερδώς, φυσικά. Σκεφτείτε το λίγο…. Έχετε πονέσει τόσο πολύ, έχετε κλάψει τόσο,  που αν δεν ήξερα θα έλεγα ότι σας τσίμπησε σφίγγα στα βλέφαρα. Η σημασία που έχετε προσδώσει στον πρόσφατο χωρισμό σας είναι τόσο βαριά, που η απουσία, από εκεί που κανονικά σημαίνει έλλειψη και κενό, για εσάς έχει αποκτήσει σάρκα και οστά, όπως ένα κατοικίδιο που τριγυρνά με τη γλώσσα απ’ έξω, σαλιαρίζοντας το παρκέ σας.  Αρκετά υποφέρατε εσείς, όπως και κάθε πολυαπουσιούχος στον οποίον έχουμε προσφέρει τις υπηρεσίες μας. Τώρα ήρθε η ώρα να χαρίσουμε απουσία σε κάποιον φτωχό στην καρδιά συνάνθρωπό μας που δε ξέρει τι θα πει πονάω, που δεν έχει νιώσει ποτέ τσίμπιμα στα βλέφαρα από τη σφίγγα του ληγμένου έρωτα».

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

Το Λάθος του Ζίσκιντ



 Είχα αρκετό χρόνο στη διάθεση μου πριν φύγει η πτήση. Πέρασα από τα μαγαζιά σε αναζήτηση μιας αφορολόγητης ανάμνησης. Άκουσα ότι το άρωμά σου είχε βγει σε οικονομική συσκευασία ειδικά για μένα, ώστε να μη μου κοστίζει πολύ η θύμησή σου.

Ρώτησα την πωλήτρια πού βρίσκονται τα ανθρωπαρώματα, «ξέρετε, εκείνα τα μπουκαλάκια που περιέχουν τη μοναδική, αναντικατάστατη μυρωδιά του κάθε ανθρώπου». Με κοίταξε περίεργα, δεν ξέρω τι άνοιξε πιο διάπλατα- τα μάτια της ή τα ρουθούνια της - και με ρώτησε αν είχα συγγένεια με κάποιον ονόματι Πάτρικ Ζίσκιντ.    

Μη βγάζοντας άκρη με τη γυναίκα αυτή με αύρα πατσουλί, αποφάσισα να βρω τη λύση από μόνη μου. Μου ήρθε μια ιδέα λίγο αργότερα, κάπου στα 10.000 μέτρα πάνω απ’  τη γη. Άλλωστε, όταν πετάμε στα σύννεφα, οι ιδέες ξεκολλάνε και αυτές από το έδαφος, απογειώνονται και γίνονται πιο γαργαλιστικές.

 Το βράδυ κλειδαμπαρώθηκα στο δωμάτιο μου. Έκλεισα πόρτες, παράθυρα, σχισμές, καλοριφέρ. Σφράγισα τα πάντα με μονωτική ταινία, ήπια ένα σφηνάκι λικέρ βύσσινο, και αποκοιμήθηκα.

Στο όνειρό μου σε συνάντησα.

Εισπνοή, εκπνοή, το βλέμμα σου, το βλέμμα μου
Ρυθμική εναλλαγή, το χάδι, ο οργασμός σου
Εισπνοή, εκπνοή, το Σ’ αγαπώ μου,  το Και ‘γω σου
Περιοδική πολεμική, αμμοθύελλα στα μάτια μου
Εισπνοή, εκπνοή, το δάκρυ της ερήμου σου
Ανάδρομη φυγή, ο δυσνόητος Ερμής μου
Εισπνοή, εκπνοή, το Είναι μας ολόκληρο
μια χρονορωγμή

Στο όνειρό μου σε άφησα.

Σηκώθηκα το πρωί και πήρα από το κομοδίνο το άδειο μπουκάλι λικέρ βύσσινο. Το βούτηξα στο πυκνό άρωμα του ονείρου μου, διαχυμένο στο δωμάτιο, και το έκλεισα με φελλό.
Ψέματα μας έλεγαν τόσα χρόνια, ότι ο καθένας από μόνος του έχει μια
 μοναδική
 αναντικατάστατη
 μυρωδιά.
Χωρίς εσένα τώρα μυρίζω σα νερό, και θέλω να φαντάζομαι πως και ‘συ το ίδιο. Μέχρι να βρούμε ο καθένας μας κάποιον άλλον για να συνδυάσουμε τα προσωπικά -κατά τ’ άλλα- αρώματα μας, αυτά θα κείτονται κλεισμένα σ’ ένα μπουκάλι, που δεν το βρίσκεις σε κανένα duty free.