Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

Το Μπαλόνι του Αρχιτέκτονα



 Η μακέτα τού τελείωσε. Τα σχέδιά του εξανεμίστηκαν εν μία νυκτί, οι διατριβές ξεγράφτηκαν λέξη προς λέξη. Τα πτυχία λυντσαρίστηκαν λίαν κακώς απ’ τις κορνίζες, κομπλεξικές λόγω του μονίμως περιθωριακού τους ρόλου. Στέγνωσε η  πείρα του, απορροφήθηκε σταγόνα- σταγόνα απ’ το μουλιασμένο βετέξ της ακαδημαϊκής επανάπαυσης. Οι γνώσεις του πλύθηκαν στους 90 βαθμούς και ξέβαψαν επάνω στα καλά του κοστούμια. 

Του απέμεινε η ιδιότητα: Αρχιτέκτονας. Αρχι-τέκτων. Ο πρώτος, ο ανώτατος σχεδιαστής και κτίστης της υπόστασης του εαυτού του, με γνώμονα τρεις βασικές αρχές, κατά τον Ρωμαίο αρχιτέκτονα Βιτρούβιο: τη σταθερότητα, την ομορφιά και την ευχρηστία.

Χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ένας υποψήφιος πελάτης.
«Θέλω να μου σχεδιάσετε και να μου κατασκευάσετε ένα….. Ναι αυτό, καλά ακούσατε….Πώς είπατε; Δεν σας άκουσα…η γραμμή κάνει διακοπές. Πώς να είναι, με ρωτάτε;…. Κοιτάξτε, θέλω να είναι όμορφο, σταθερό, και εύχρηστο….Ορίστε; Τι εννοείτε, κύριε, τι είναι αυτό που θα το κάνει εύχρηστο; Κοτζάμ αρχιτέκτονας! Μα το υλικό του, φυσικά!... μμ ναι, και όσο για την αμοιβή σας… τι θα λέγατε αν δεν είναι χρηματική αλλά υπαρξιακή; Νομίζω πως δε σας συμφέρει να αρνηθείτε την προσφορά μου. Τι λέτε λοιπόν;»

            Μην έχοντας άλλη επιλογή, ο Αρχιτέκτονας δέχεται την προσφορά και κατεβάζει το ακουστικό. Πέραν του αιτήματος του πελάτη, το μυαλό του είναι άδειο. Αμέσως ξανασηκώνει το ακουστικό και καλεί τις πρώην συζύγους του. «Ελάτε να με γδάρετε», τις λέει. Καταφτάνουν σπίτι του και οι τέσσερις χωρίς να χάσουν χρόνο. Πιάνουν από ένα μαχαίρι η κάθε μία και αρχίζουν να τον ξεφλουδίζουν με ευχαρίστηση. Το δέρμα του πέφτει ελικοειδώς, σαν ένα μήλο που γδύνεται αδιάκοπα, και από πάνω το αίμα ξετυλίγεται σαν αυτοματοποιημένη αλφάβητος, ΑΒ ρέζους θετικό, γάμμα, δέλτα, έψιλον, και πάει λέγοντας. Λες και ο Αρχιτέκτονας, στο σημείο αυτό,  έχει πλέον ανάγκη από μια λογική ακολουθία.


Όταν πια δεν έχει μείνει καθόλου πετσί επάνω του, ο Αρχιτέκτονας ευχαριστεί τις γυναίκες και τις διώχνει. Μαζεύει την αιματοβαμμένη στολή του από το πάτωμα και την περιεργάζεται. Γυμνός από το δέρμα του, τώρα δεν έχει φυσικό όριο. Δεν υπάρχει τίποτα που να τον χωρίζει από τον έξω κόσμο, έχει γίνει ένα με το περιβάλλον του∙ ο εαυτός του έχει πάψει να υφίσταται ως συνείδηση. Οποιαδήποτε επόμενη σκέψη ή συναίσθημα, επομένως, θα πρέπει να αποδοθεί στην υπόθεση της υποκειμενικότητας κάποιου άλλου, αφού ο Αρχιτέκτονας είναι πλέον κάτι παραπάνω από αντικειμενικός: είναι  αντικείμενος.

Πιάνει βελόνα και κλωστή και αρχίζει να ράβει μεταξύ τους τα κομμάτια του δέρματος. Μέσα σε λίγη ώρα έχει σχηματίσει ένα άψυχο, κόκκινο μπαλόνι. Το τεντώνει με τα δυο του χέρια για να δει αν αντέχει. Δε σκίζεται∙ είναι σταθερό. Ο Αρχιτέκτονας θαυμάζει τα καλλιτεχνήματα που διακρίνονται στην επιφάνειά του: ουλές, ελιές, αναμνήσεις, σπυράκια, ένα τατουάζ, αναμνήσεις, μπόλικες τρίχες, ρυτίδες, λήθες. Είναι το πιο όμορφο μπαλόνι που έχω δει, σκέφτεται. Ο Αρχιτέκτονας φέρνει το μπαλόνι στο στόμα του για να το φουσκώσει. Μάταια όμως∙ η τελευταία του πνοή έχει εξαντληθεί εδώ και λίγη ώρα, μαζί με την υποκειμενικότητά του. Τρέχει έξω στον άδειο δρόμο, κρατώντας το μπαλόνι ψηλά. Ένας αργόσχολος άνεμος γεμάτος διλήμματα ανταποκρίνεται αμέσως στο σιωπηλό κάλεσμα του Αρχιτέκτονα. Ορμάει κατά πάνω του ο άνεμος με λύσσα και τυλίγεται φευγαλέα γύρω του και μέσα του, αφήνοντας στο κάθε εκτεθειμένο του κόκαλο την επίγευση μιας πιθανότητας. Ο Αρχιτέκτονας ξάφνου δε νιώθει καλά, όλο αυτό το φύσημα του έχει προκαλέσει ναυτία. Γονατίζει στην άσφαλτο και τυλίγει τα χείλη του γύρω απ΄ το στόμιο του μπαλονιού. Και ξερνάει. Ξερνάει τους χιλιάδες εαυτούς που ποτέ δεν επέλεξε, ξερνάει το προσχέδιο της καρδιάς του που ποτέ δεν υλοποίησε, ξερνάει την τρισδιάστατη μακέτα μιας μονοδιάστατης ψυχής. Ο Αρχιτέκτονας σηκώνει το κεφάλι του και κοιτάζει το γεμάτο πλέον μπαλόνι. Εύχρηστο.
Με τη λίγη δύναμη που του απομένει, ο Αρχιτέκτονας σέρνεται ως τα σκαλοπάτια του πελάτη και του παρουσιάζει το δημιούργημά του.
«Μα τι είναι αυτό, κύριέ μου; Είστε με τα καλά σας; Εγώ ένα μπαλκόνι σας ζήτησα να μου σχεδιάσετε!». 

1 σχόλιο:

  1. Φοβερή αλληγορία, καφκική ατμόσφαιρα. Θα ήθελα να το δω και με συνοδεία εικονογράφησης!

    ΑπάντησηΔιαγραφή