Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

Το σώμα της αναπνοής




Γύρισε στο σπίτι και κάθισε δίπλα στο στρογγυλό τραπεζάκι να ξελαχανιάσει. Μετά από ένα λεπτό η ανάσα του άρχισε να γίνεται κανονική ξανά.  Έβαλε το χέρι στη δεξιά τσέπη του παλτού και έπιασε την ταμπακιέρα. Την κοίταξε για λίγο, έκανε να βγάλει τον για χρόνια αδελφικό φίλο του, αλλά κάτι τον κράτησε. Την άφησε πάνω στο έπιπλο και τη χάιδεψε απαλά. Έκανε το ίδιο και με τον επιχρυσωμένο αναπτήρα που είχε στην εσωτερική τσέπη. Σηκώθηκε κι έβαλε ένα ουίσκυ. Από τη μια εξάρτηση στην άλλη, σκέφτηκε. Ο πάγος έλιωνε μέσα στο κιτρινωπό υγρό αφήνοντας ίχνη- λες και τίποτα δε χάνεται, χωρίς να αφήσει σημάδι- μαζί με ένα παράπονο χαμένης  πληρότητας.
‘’Πενήντα’’, ψέλλισε. Έβαλε την Εντίθ Πιάφ στο σι-ντι πλέιερ. Non je ne regrette rien. Και αμέσως μετά επιδόθηκε σε ένα ασταμάτητο, πανηγυρικό γέλιο. Σαν να είχε τρελαθεί ένιωθε, αν και από τη  άλλη, μήπως ήξερε πώς νιώθουν οι τρελοί; Μια ανυπέρβλητη χαρά και μέσα εκεί ένας κρυμμένος φόβος που προσπαθούσε να καταλαγιάσει.
Περπάτησε ως την κρεβατοκάμαρα, άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου και έβγαλε από μέσα το μικρό κλειδί. Το τοποθέτησε με ορμή εφήβου στην ανοιχτό κενό της κλειδαριάς και το δεξί φύλλο της ντουλάπας, όπου φύλαγε δεκαεννιά χρόνια τώρα τα προσωπικά του αντικείμενα, άνοιξε σαν σε συνωμοτικό χαμόγελο. Τράβηξε από μέσα την καρώ βαλίτσα, τη σήκωσε και την άφησε προσεκτικά πάνω στο κρεβάτι. Ένας τελευταίος έλεγχος είπε φωναχτά. Και αμέσως μετά σώπασε απότομα, σα να φοβήθηκε μήπως ακουστεί.
Το σπίτι, όμως παρέμενε άδειο. Από χθες. Έφυγε εκείνη πρώτα, λίγο μετά το μεσημέρι με τα παιδιά. Αργά το βράδυ του τηλεφώνησε πως έφτασαν καλά και ο μικρός  φώναζε από την άλλη άκρη της γραμμής να μη ξεχάσει αύριο να φέρει τις εσωθερμικές κάλτσες. Το βουνό ήταν πρώιμα λευκό και το Σαββατοκύριακο προσφερόταν για σκι. Η Σοφία πήρε το ακουστικό και του ζήτησε όλο νάζι την επόμενη μέρα να σβήσουν μαζί τα κεράκια στην τούρτα των γενεθλίων του.
 Έστρεψε το κεφάλι σε εκείνη την οικογενειακή φωτογραφία των περασμένων Χριστουγέννων που ήταν πάνω στον κομό και πάλεψε για κάμποση ώρα με την αδυναμία. Τελικά, τη νίκησε. Με στεγνά μάτια άνοιξε το φερμουάρ. Δεν έλειπε τίποτα. Μόνο εκείνες οι δυο δεκαετίες. Αυτές είχαν αποφασίσει να μείνουν για πάντα εδώ.
Θυμήθηκε τη μέρα του γάμου του. Ή μάλλον το βράδυ πριν απ’αυτήν. Τσακώθηκαν άσχημα. Κι εκείνος του είπε ότι μια ζωή θα κάνει πίσω. Δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει σε αυτή του την απόφαση. Ήταν λάθος. Αυτό ήταν και το τέλος. Το ήξερε, παρόλο που του ζήτησε να μείνει δίπλα του. Γνώριζε ότι δεν θα το κάνει.
Δεν τον ξαναείδε από τότε. Για μήνες γύριζε μέσα στο σπίτι σαν αερικό. Μόλις η Άννα κοιμόταν και αφού είχε εκπληρώσει τα συζυγικά του καθήκοντα, κάτι τον πλάκωνε. Κατέβαινε στο καθιστικό, άναβε το αμπαζούρ, φυλάκιζε στα δυο του δάχτυλα το τσιγάρο και βυθιζόταν.
Θυμόταν τα παιδικά του χρόνια, την αυτοσχέδια αυλή στο πλακώστρωτο έξω από το σπίτι του Τάκη, το μπλε ποδήλατο που του έφερε ο πατέρας του όταν γύρισε από τη Βραζιλία, καπετάνιος πλέον. Κάθε επιστροφή του από τα ταξίδια κι ένα μεγάλο τραπέζι για όλο το σόι. Σε ένα από αυτά γνώρισε τον Αλέξη. Τον έφερε μαζί ένας ξάδερφος. Ήταν δε θα ταν δεκατέσσερα τότε. Κάτι χτύπησε λάθος μέσα του. Και από τότε όλα γίνονταν λάθος. Έτσι έπεισε τον εαυτό του να κάνει ένα μεγαλύτερο. Στα τριακοστά γενέθλιά του της έκανε πρόταση. Έβαλε στο χέρι της την πολύτιμη πέτρα –τετρακόσιες πενήντα χιλιάδες δραχμές ξόδεψε τότε για αυτήν- και όλα έμοιαζαν κανονικά πια. Μέχρι που τον έχασε. Και τα πάντα γύρισαν τούμπα ξανά.
 Έκλεισε τη βαλίτσα, την κράτησε από το χερούλι και κατέβηκε τα σκαλιά. Κοίταξε το μεγάλο ρολόι στον τοίχο πάνω από το τζάκι. Εφτά παρά δέκα. Άνοιξε το πορτοφόλι και έριξε μια τελευταία ματιά στα εισιτήρια. Λονδίνο. Ώρα αναχώρησης δέκα μετά μεσημβρίας. Θέσεις δύο. Πάτησε το ριπίτ στο σίντι πλέιερ. Το μάτι του έπεσε πάνω στην Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Ήταν παρατημένη στο σύνθετο, δίπλα στα σι ντι. Το διάβαζε στη Σοφία, τη λιλιπούτεια Σοφία του, προχθές το απόγευμα που της το έφερε ως επιβράβευση για το δέκα που πήρε στη Γλώσσα. Αυτή τη φορά δεν μπορούσε να παραμείνει δυνατός. Ξέσπασε σε λυγμούς. Η Πιάφ τον επανέφερε ’’ Όχι, δε λυπάμαι για τίποτα. Ούτε για το καλό που μου κάνανε, ούτε για το κακό.’’  
Ακούστηκε η κόρνα του αυτοκινήτου. Πήρε τα κλειδιά, τη γεμάτη βαλίτσα του και μια βαθιά αληθινή ανάσα δραπέτευσε από τη φυλακή ενός μέχρι πρότινος ξένου σώματος. Το σι ντί το άφησε να παίζει. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και οι τελευταίοι ξέπνοοι στίχοι χάιδεψαν λυτρωτικά τα αυτιά του. ‘’Όχι, δε μετανιώνω για τίποτα. Γιατί η ζωή μου, οι χαρές μου σήμερα ξαναρχίζουν μαζί σου’’.

Το αμφίβολο φύλο της ομορφιάς



Άναψα το τσιγάρο και γύρισα το πρόσωπό μου προς τη μεριά σου. Το χαμηλό φως από το κερί έφτυνε τις τελευταίες του ανάσες πάνω στο σεντόνι και νόμισα πως είδα το σχήμα του κορμιού σου ξαπλωμένο εκεί. Ένιωσα σαν να σε βρήκα ξανά. Για μια στιγμή.  Ανάμεσα στα κομμάτια μιας περασμένης σκέψης και μιας ανολοκλήρωτης αίσθησης. Ρούφηξα μια μεγάλη τζούρα απ’το στριφτό μου  και η στάχτη του κοκκίνησε, λες από ντροπή που σε θυμόμουν ακόμα.  
Δυο μήνες είχαν περάσει. Τον πρώτο καιρό δεν μπορούσα να κοιμηθώ, παρά μονάχα νωρίς το ξημέρωμα. Δεν άντεχα τη μυρωδιά σου που ορμούσε με βια στα ρουθούνια μου, καταλύοντας την οποιαδήποτε αντίσταση. Μια βδομάδα κράτησε αυτό. Σεντόνια, όμως, δεν άλλαζα. Ήθελα η αδυναμία μου, να μου θυμίζει πόσο τρωτή ήμουν.
Αναλοκλήρωτος πίνακας έμοιαζα, ημιτελές έργο άσημου ζωγράφου που η ομορφιά του βρίσκεται στην τελευταία  πινελιά. Κι αυτό περίμενα. Την τελευταία πινελιά σου. Ίσως και να την έβαλες εκείνο το βράδυ, όταν το χάδι της το πέρασα για αρχή. Τότε που η ανάσα σου σκορπούσε όλες τις προηγούμενες και με έκανε να αναμετρηθώ με την αθανασία.


Καθόμουν στον μεγάλο πράσινο επιχρυσωμένο καναπέ του LaDuree και πίσω μου απλώνονταν τα Ιλίσια Πεδία. Έτρωγα τα ωραιότερα κρουασάν της ζωής μου και χτύπαγα τα ασημένια κουταλάκια στο φλυτζάνι του μισοχυμένου καφέ μου, όταν ένιωσα εκείνη την κυρία στον μεγάλο πίνακα να με κοιτά ενοχλημένη. Της έβγαλα τη γλώσσα μαζί με μικρά, μικρά κομματάκια από τη λυωμένη σοκολάτα που δεν είχα προλάβει να καταπιώ και τότε έγινε ο χαμός. Ο ηλικιωμένος Γάλλος που καταβρόχθιζε μέχρι εκείνη τη στιγμή ό,τι υπήρχε στο τραπέζι του, σηκώθηκε να μου ζητήσει το λόγο.
‘’Μα δεν το έκανα σε εσάς’’, μάταιος κόπος.
‘’Ι don’t speak French’’, τίποτα.
Και τότε άκουσα για πρώτη φορά τη φωνή σου και μετά γύρισα και αντίκρισα το βλέμμα σου. Μέσα σε ένα λεπτό τα είχες όλα τακτοποιήσει, το ευτραφές Γαλλάκι συνέχιζε το γεύμα του σα να μην είχε συμβεί το παραμικρό, ο αέρας του Παρισιού έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο και μύριζε άνοιξη και η φιγούρα στον πίνακα χόρευε μόνο για μένα.
Τότε ήταν που είδα την πόλη του φωτός έτσι όπως έπρεπε. Θυμάσαι; Σε εκείνο το παγκάκι, έξω από το LaDuree, όταν μου έδωσες το χέρι σου, αφού κατεβήκαμε.  Συστήθηκες και μαζί σου συστήθηκε και το Παρίσι. Για δεύτερη φορά. Έχω ακόμα τη γεύση από τα σαλιγκάρια στο στόμα μου και τους ήχους από το πιάνο στο la bucherie, το βράδυ που είχα γίνει τύφλα κι έβλεπα απέναντι τον Κουασιμόδο να χτυπά τις καμπάνες της Notre Dame. Κι εσύ γελούσες κι αυτό είναι το μόνο πράγμα που θυμάμαι πιο έντονα απ’όλα...


‘’Cherie’’ με φώναζες, όπως άρεσε στον αγαπημένο σου Καζαντζάκη να προσφωνεί τις ενδιαφέρουσες κυρίες, αιτιολογούσες. Διασχίζαμε τη γέφυρα τοy Αλεξάνδρου του Γ', εγώ μιλούσα ελάχιστα βγάζοντας προσεκτικά τις λέξεις από μέσα μου κι εσύ με χαρακτήρισες θηλυκό Ιψενικό Peer Gunt, γεμάτο στρώσεις, τις οποίες ανοίγει προσεκτικά και βαθμιαία και με προέτρεψες να σου μιλώ περισσότερο σα Νόρα. Ελεύθερα, έντονα, άφοβα. Ήταν τόσο παράξενη εκείνη η νύχτα, γιατί το έκανα. Μπροστά σε έναν άνθρωπο που ήξερα μόνο λίγες ώρες...

Τέσσερις μέρες περάσαμε έτσι. Μιλώντας για τους αθανάτους, κλέβοντας λίγη από τη δόξα τους, εισπνέοντας κάτι απ’την πνοή τους. Διάβαζες στίχους από τους καταραμένους ποιητές, τους άφηνες στη μέση και συμπλήρωνες δικούς σου, αναλύαμε το έργο του Rodin με τα δυο ενωμένα χέρια, την ‘’Πολωνέζα’’ του Chopin, το λατρεμένο Soleil levant-une impression του Μονέ. Μας έβρισκε η αυγή να συζητάμε για τον Ρέμπραντ και τη μεταφυσική του ισχύ, για τον Γκρέκο και την ουράνια αύρα, τον Καραβάτζιο για την κινητικότητα στις μορφές, τον Καντίνσκυ για τους χρωματικούς συνδυασμούς και βέβαια τον Πικάσσο που μου έλεγες όλο παράπονο πως δεν τον καταλαβαίνεις. Και μετά πάντα κλείναμε εκείνες τις ατελείωτες συζητήσεις που περισσότερο με στοχασμούς έμοιαζαν, με την αγαπημένη σου Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Τότε ήταν που η υγρασία των ματιών σου έδινε λόγο ύπαρξης στα όνειρά σου κι εκείνα ψέλιζαν με τη βοήθεια των χειλιών σου ‘’Δεν πιστεύω όπως πιστεύουν, δεν ζω όπως ζουν, δεν αγαπώ όπως αγαπούν’’, για να παραδοθούν στο τέλος στο παράπονο ‘’...Θα πεθάνω όπως πεθαίνουν΄΄. Και η υγρασία γινόταν πλημμύρα και η ορμή της έπνιγε κάθε συμβατότητα ατέρμονος ζωής.
Εκείνες οι στιγμές ενώθηκαν μέσα μου πολύ αργότερα σε ένα μωσαϊκό ανθρώπων, ιδεών και αισθημάτων και μου κατέδειξαν την αλλοτινή διτή σημασία της ομορφιάς. Στα δάχτυλα τα δικά μου και τα δικά σου, στα χρώματα των ζωγράφων, στο φύλο της ανθρωπότητας.
Τρια βράδια κοιμηθήκαμε έτσι. Χαράσσοντας με το μολύβι για τα μάτια τις δικές μου λέξεις πάνω στο γυμνό δέρμα σου. Πίνοντας αμέτρητα μπουκάλια κρασί που φωνάζαμε τον γκρουμ να μας τα ανοίξει στις 3 το πρωί, γιατί ως συνήθως δε θυμόμουν που είχα βάλει εκείνο το μπλε ανοιχτήρι που έφερες την πρώτη νύχτα που ήρθες στο δωμάτιο. Το βρήκα τις προάλλες μέσα στο κρυφό φερμουάρ της βαλίτσας μου. Και αυτή τη φορά μου έλειπε μόνο το κρασί και λίγο περισσότερο η παρουσία σου.
‘’Σε ευχαριστώ για το κρεβάτι σου, για το φαγητό σου...εύχομαι όλα να πάνε καλά με τα σχέδιά σου’’, έκανες να κλείσεις την πόρτα πίσω σου, μα εκείνη είχε ανοίξει για σένα.
Δεν με πήγες ως το αεροδρόμιο, σε άφησα εγώ όμως εκεί, δυόμιση μήνες μετά. Κι έπειτα...σιωπή. Η σάρκα σου προϊστορική σπηλιά. Άγνωστη, ακατοίκητη...ξανά. Κατοικημένη γνώριμη..κάποτε. Πόσο δίκιο είχες. ‘’Πληθυντική θα ήταν η αγάπη αν βολευόταν η καρδιά’’.


Τελείωσε ο καπνός. Σηκώνομαι απ’το κρεβάτι. Το ρολόι δείχνει δυο παρά, γλυτώνω το κερί από τη δυστυχία του, βάζω μια φόρμα και βγαίνω στο δρόμο. Σταματώ κάπου στην Ιερά οδό, αγοράζω Golden Virginia κίτρινα και πιάνω συζήτηση με τον περιπτερά. Καταθέτω στο τζάμι του την εκτίμησή μου για την υπέροχη ιδέα του να κρατάει ακόμα ανοιχτό αυτό το μίζερο αποπνικτικό κουτί και κάνω να φύγω. Δυο βήματα πριν μπω στο αυτοκίνητο και μετρώντας τις πλάκες  του πεζοδρομίου σα μικρό παιδί, συναντώ  το άρωμά σου και για μια στιγμή, σηκώνω το βλέμμα. Έπειτα, καθώς το ξένο ειπώνεται σε μιαν αλήθεια, τα βλέφαρά μου χαμηλώνουν ξανά.

Η πολυτέλεια της καταστολής



Φόρεσα εκείνο το αγαπημένο κόκκινο πουλόβερ που είχε αρχίσει να φτύνει τους κόμπους του από τα χρόνια, αλλά εγώ το λάτρευα, και άφησα το σώμα μου να πέσει στην αγκαλιά της κρεμ μπερζέρας δίπλα στο τζάκι. Πάλευα αρκετά λεπτά να το ανάψω, αλλά δεν συμβιβαζόμουν με την υποκριτική ζεστασιά ενός σώματος καλοριφέρ. Οι φλόγες παιχνίδιζαν στο πρόσωπό μου, λες και χόρευαν μόνο για μένα κι εγώ δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω τους. 
‘’Πόσα χρόνια;’’, νόμισα ότι σε άκουσα να με ρωτάς. Εκεί ανάμεσα στις πυρωμένες αναμνήσεις του μυαλού μου θυμήθηκα τα σταχτιά μαλλιά σου. Ήταν ένα τέτοιο βράδυ κι εκείνο. Τα μάγουλά σου είχαν γίνει κατακόκκινα από την πυρά και σε κορόιδευα. Έστριβα το τσιγάρο μου, πηγαινοερχόμουν στο χώρο, χοροπηδούσα σε κάθε νέο τραγούδι που έπαιζε στο σι-ντι πλέιρερ, τραγουδούσα. Έκανα τα πάντα, εκτός από το να σε κοιτάζω. Και μετά, μου το είπες.
‘’Είμαι άρρωστη’’.
Δεν ξέρω πόση ώρα μου πήρε για να υπάρξω και πάλι μέσα στο χρόνο και το χώρο, θυμάμαι μόνο όταν συνήλθα τον Λέοναρντ Κοέν να μου θυμίζει πόσο όμορφη ήσουν και να με παρακινεί να χορέψουμε με ένα φλεγόμενο βιολί μέχρι το τέλος της αγάπης. Σε σήκωσα από το χαλί και άρχισα να σε στριφογυρίζω σε εκείνες τις νότες. Σε κοίταζα συνέχεια και τα δάκρυά μας άφηναν τις δικές τους αυτοσχέδιες φιγούρες να χαϊδεύουν στον ίδιο ρυθμό το δικό μου και το δικό σου πρόσωπο.
‘’Πόσα χρόνια;’΄, που λείπεις, που δεν είσαι εδώ, που φτιάχνω τον ελληνικό σε εκείνο το ξεχαρβαλωμένο μπρίκι που αρνούμαι να πετάξω, γιατί εκεί μου έμαθες...
‘’Πόσα χρόνια;’’, που τα μάτια σου ξεθωριάζουν στο φως των νέων μου στιγμών και η φωνή σου πνίγεται στη βοή της συνήθειας...
‘’Πόσα χρόνια;’’, που τρέχαμε σαν τις τρελές να προλάβουμε ό,τι συνέβη και ό,τι θα μπορούσε να μας συμβεί...
Νιώθω να έχω πυρετό. Κι αναζητώ το χέρι σου, να αγγίξει πάλι το μετωπό μου, όπως τότε που ήμουν παιδί, να με φιλήσεις και να γίνω καλά ως δια μαγείας.
Δεν έχω κανέναν να μου φέρει μια κουβέρτα. Μιλώ στη φωτιά-κι αυτό εσύ μου το ΄μαθες-, είναι η μόνη που με ακούει πια.
Καταστέλλω τις επιθυμίες μου, το χρόνο μου, τις σχέσεις μου, πατάω παύση τώρα που μπορώ, που είμαι καλά.
Για να ακούσω για άλλη μια φορά εκείνο το βιολί και σηκώνομαι και γίνομαι ένα μαζί του και δε σταματώ παρά μονάχα όταν οι φλόγες σβήσουν.   

Τα περιττώματα της υστεροφημίας




Σε έπιασα να με κοιτάς με τη γνωστή φευγαλέα ματιά σου. Μόνο που, παραδόξως, αυτή τη φορά σαν να έκοψε η ταχύτητά της πάνω μου.
΄΄Άλλαξες΄΄ είπες και τα γράμματα λες και έβγαιναν ένα ένα από τον αμνιακό σάκο του προσώπου σου. Τυλιγμένα με σταγόνες από δικό σου αίμα. Ήταν φανερό πόσο είχες πονέσει για να τα προφέρεις. Να τα γεννήσεις εκείνη τη στιγμή για μένα.
Μα εγώ αυτό αναζητούσα. Να αλλάζω. Μισούσα τη στατικότητα. Τη μη εξέλιξη. Εντός μου χόρευαν προοπτικές, στρώνονταν σταυροδρόμια επιλογών, ζωγράφιζαν προκλητικά όνειρα, με αυθάδεια στον καμβά του μυαλού μου.
Ξαναπρόφερες τη λέξη. Αυτή τη φορά με όλα τα σύμφωνα και τα φωνήεντα ενωμένα σφιχτά, σαν σε γροθιά και επιχείρησες να με χτυπήσεις. Πόση δύναμη μπορεί να έχει ένα παράπονο; Ή ακόμα και μια ικεσία. Έτσι έμοιαζες στα μάτια μου εκείνη τη στιγμή. Ικέτης.
Αποκλείεται, λάθος θα κάνω. Θα σε έχει παραμορφώσει εκείνη η μεγεθυντική ζωή που κάνει τα πάντα να φαίνονται αλλιώς. Ακόμα κι εγώ, έτσι μεγάλωσα ξαφνικά.
Εξάλλου, ανέκαθεν κάτι μου έλειπε. Δέσμια για χρόνια στο κυνήγι αυτού του αμφιλεγόμενου και απροσδιόριστου ΄΄κάτι΄΄.  Μέχρι να αγγίξω το ανικανοποίητο. Χείμαιρες κυνηγούσα, το ξέρω. Μόνο που ποτέ δεν κατάλαβες ότι εγώ μιλούσα για ανάγκες κι εσύ για υπέρμετρη φιλοδοξία. Πώς να συναντηθούμε έτσι;
Μάταια πάσχιζα να σε κάνω να δεις ότι την ύπαρξή μου μπορεί να τη διαφέντευαν μοίρες, στη ζωή μου, όμως, μόνο Κίρκες είχαν θέση.
Νομίζεις πως δεν το ξέρω. Ότι είμαι γυναίκα αγνώστου ταυτότητος, γιατί δεν θέλησα να συμβιβάσω τη ζωή με την άγνοια. Τη βραδύτητα με την έλλειψη αποφασιστικότητας. Κι εσύ που το έκανες, τί κατάλαβες;
Φώναζες εκείνη την τελευταία στιγμή μας. Πέταγες τα πράγματά μου από το μπαλκόνι του τρίτου. Δεν με άγγιζε η οργή σου, ούτε καν τα ξεβαμμένα τζιν και το αγαπημένο άσπρο πουκάμισο – λάφυρο της σχέσης μας – που πνίγονταν σε βρώμικα ξένα νερά λίγα μέτρα πιο κάτω. Τα κείμενά μου, όμως; Αυτό δε θα σου το συγχωρούσα ποτέ. Οι δικές μου λέξεις δεν ενταφιάζονται σε λάσπες! Ούρλιαξα. Εγώ, μπορεί. Αυτές, όχι!
Και στο απέδειξα. Χρόνια αργότερα.
Τη μέρα που πρόφερες με παράπονο εκείνα τα γράμματα,  όταν με είδες δήθεν τυχαία στον ίδιο δρόμο που γνωριστήκαμε τότε.
Εκείνα με άλλαξαν, σου ανταπάντησα. Τα ταξίδια μου, που όχι απλά δεν ακολούθησες, αλλά δεν κατανόησες καν. ‘Επειτα, γύρισα το κεφάλι σαν να μετάνιωσα που σου απυήθηνα ακόμα και το λόγο...αλλά πριν επιταγχύνω το βήμα, πρόλαβα να δω ένα πικραμένο χαμόγελο να κατρακυλά από το στόμα σου.
Γύρισα ξημερώματα σχεδόν στο σπίτι. Με το ζόρι βρήκα την κλειδαριά να ανοίξω. Πήγα στο μπάνιο και έπλυνα το πρόσωπό μου. Κοίταξα τις γραμμές που απλώνονταν δίπλα στα μάτια μου. Τις σακούλες που έμοιαζαν με αιώρα δακρύων. Πόσα είχαν ξαπλώσει πάνω τους; Τα δάχτυλά μου, που ακόμα αντιστέκονταν σε εκείνον τον ύπουλο εχθρό. Ευτυχώς,  οι ιστορίες μου δεν έπαψαν στιγμή να χαριεντίζονται στο άγγιγμά τους. Μόνο κάτι καφέ κηλίδες προέβαλαν στις παλάμες μου. Καθημερινή, ανελέητη φθορά.
Ξέρασα στη λεκάνη ένα λεπτό αργότερα. Τις μοιρασμένες δοτικές στιγμές μου, τα νιάτα μου, τον πρωτογενή ενθουσιασμό μου. Τα αποχαιρέτησα λίγο πριν τραβήξω το καζανάκι και αναπόλησα την προηγούμενη ζωή μου. Τότε που η υστεροφημία ήταν έννοια που ήθελα να κατακτήσω....χωρίς να καταλαβαίνω ότι ο δρόμος προς αυτήν είναι ο ίδιος που σε πάει προς το τέλος. Τί αδαής. Αλλά, όλοι οι δρόμοι εκεί δεν οδηγούν τελικά; Στον πόνο, αυτούς που καταλαβαίνουν ότι ο χρόνος είναι αυτό ακριβώς....και η υστεροφημία το παυσίπονό του.
Δε με άφησες να σου εξηγήσω ότι ήθελα να είμαι σε καταστολή μέχρι να έρθει το αναπόφευκτο. Κι αυτό, μόνο με εκείνη μπορούσα να το πετύχω.

Το δείπνο του απωθημένου



‘’Έχω αρχίσει να κάνω ρυτίδες. Θα με σώσει ένα μπότοξ’’.
‘’ Ούτε να το σκέφτεσαι. Αυτό να μην το κάνεις ποτέ!’’
Κατέβασα το σκιάδιο του αυτοκινήτου και σε κοίταξα.  Το βλέμμα σου είχε κάτι το απόλυτο.
‘’Τί έγινε;  Έχουμε συμβιβαστεί με το χρόνο;΄΄ σε ειρωνεύτηκα.
‘’Μα δεν μπορούμε να κάνουμε και κάτι άλλο’’, μου απάντησες με εκείνο το demi χαμόγελο που αναγνώριζα από χιλιόμετρα μακριά.
Δε γελούσες. Όχι, ποτέ δεν το ‘κανες.  Μου μιλούσες για τη λάμψη των δικών μου ματιών με μια μελαγχολία στα δικά σου. Είμαι σίγουρη πια.  Δεν ήσουν ευχαριστημένη με τίποτα κι ας έδειχνες συγκατάβαση σε πολλά. Τα βράδια δεν κοιμόσουν, αν πριν δεν είχε αδειάσει το μπουκάλι και τα πρωινά – εκείνα τα ανέμελα πρωινά! – σχεδόν ποτέ δεν κατάφεραν να σε συμπεριλάβουν στη γιορτή τους. Εσύ δεν το ΄θελες. Όλο σκεφτόσουν και σκεφτόσουν.... αντί να ζεις, σκεφτόσουν. Αυτό έκανες πάντα. Μέγα λάθος.
Πολλές φορές, μου είχες πει, ότι με ονειρεύτηκες. Να σου βάζω τις φωνές για την αδράνειά σου, για εκείνα τα ‘’όχι’’ σου που γαντζώνονταν πάνω στα όνειρά σου και εκείνα τα λανθασμένα ‘’ναι’’ που έσφιγγαν σαν αλυσίδα το λαιμό σου.
Με κατηγόρησες πολλάκις για ρομαντική κι εγώ ενοχλημένη σε αποκαλούσα κυνική. Χρειάστηκαν πολλές εποχές για να διαπιστώσω τελικά ότι ο κυνισμός εδρεύει τόσο κοντά στην έδρα του ρομαντισμού.
‘’Μετανιώνω’’ είπες κάποτε ‘’δε θα ‘πρεπε, αλλά μετανιώνω’’.
Θυμάμαι μέτραγες τα αποτσίγαρα στο τασάκι και τα παγάκια που είχαν απομείνει στην κατάψυξη.  Ήσουν χαμένη.
 ‘’ Άγεσαι και φέρεσαι από επιθυμίες’’.
’’Όχι, άγομαι και φέρομαι από αδυναμίες.’’ ούρλιαξες
… και επιτέλους διέκρινα ολοφάνερα  το σπαραγμό μέσα σου.  
Πάντα έτσι ήσουν. Τώρα θα αλλάξεις; Από μικρό παιδί. Αδυναμίες παντού κι επιτέλους το παραδέχτηκες. Επιτέλους σήμερα για πρώτη φορά στην κοινή ζωή μας, ζήτησες τη βοήθειά μου. Κι εγώ; Μπορώ να σε βοηθήσω εγώ; Φόβος με κυρίευσε. Τρομερό δίδυμο κάνουμε. Εσύ αδύναμη κι εγώ φοβιτσιάρα. Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό σου.
‘’Όχι, μην κλαις. Έχουμε ήδη πνίξει τα πάντα μέσα μας.’’
Κι εκείνες οι γυναίκες....φορούν κατακόκκινες τουαλέτες κι εμείς κάθε παραμονή πρωτοχρονιάς τους ακυρώνουμε την έξοδο.


Είναι στιγμές που γυρίζω πίσω, στην εφηβεία μου, σε εκείνο το πρώτο όνειρο που μάζεψε τα ρούχα του από το πάτωμα και μου γύρισε την πλάτη, αφήνοντας στη θέση του το νεογέννητο απωθημένο. Κι από τότε, αυτά είναι που μετράω, που κλείνω σε κουτιά με κιτρινισμένες ετικέτες. Κι ας λέω ότι είναι αναμνήσεις, πεπερασμένες στιγμές και τις συλλέγω.... Ψέμματα. Στην πραγματικότητα αυτά που συλλέγω καθόλου δεν με αφορούν. Στο ρεαλιστικό παρόν μου μόνο αγχόνες στέκουν στη βιτρίνα. Πώς λέγονται τα όνειρα όταν αυτοκτονούν; Οι αδυναμίες όταν νικούν;


‘’Με κοιτάς με λύπη ή κάνω λάθος;’’
 Θεέ μου...εύχομαι να κάνω λάθος! Αλλά αυτό το βλέμμα, δυστυχώς, ξέρω να το αναγνωρίζω. Με λυπάσαι, το βλέπω. Και συγχρόνως λυπάσαι κι εσένα.
 Είσαι σίγουρη πια. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω. Κάθεσαι αμίλητη απέναντι μου και με κοιτάς ώρες τώρα. Κι αυτή η βροχή χαρίζει τα δάκρυά της  πάνω στο τζάμι μας. Πριν λίγο άστραψε και νόμισα λες, πως είδα ολοκάθαρα το πρόσωπό σου. Όλο στο σκοτάδι σου αρέσει να τρώμε. Με το ζόρι να δεχθείς το ένα και μοναδικό κερί που βάζω στη μέση του τραπεζιού. Έσπρωξα την καρέκλα και σηκώθηκα. Δεν είχε νόημα πια αυτή η συζήτηση. Εγώ μιλούσα ακατάπαυστα για τις κοινές μας μνήμες, τα λάθη μας, την αφέλειά μας στην επιμονή για αναζήτηση του χαμένου χρόνου  κι εσύ για άλλη μια φορά με έκανες να αισθανθώ γελοία.
Πώς λέγονται τα όνειρα όταν αυτοκτονούν;

Στελλόμυγα, μια μύγα με απωθημένα


   
   

Ουφ! Τί πέταγμα κι αυτό! Στο τσακ τη γλύτωσα! Ήταν ωραίο πλάσμα όμως! Τί μεγάλα υπέροχα μάτια, τί κίνηση, τί ταχύτης! Κι αυτά τα δόντια....για μια στιγμή με έκαναν να θέλω να με φάνε. Μόνο και μόνο για να νιώσω εκείνον τον μαζοχιστικό πόνο της αρπαγής από τη μοίρα. Νομίζω άκουσα να τη φωνάζουν γάτα. Ένα πλάσμα με δυο πόδια και ψηλό όσο δέκα χιλίαδες μύγες μαζί. Την έδειξε με το δάχτυλο και είπε: ‘’γάτα!’’
 
Γάτα, λοιπόν! Με λαμπερό τρίχωμα, καθαρή, όχι σαν εμένα και με ταυτότητα ιδιοκτησίας. Αυτά είναι. Έτσι είναι όμορφη η ζωή. Όταν ανήκεις κάπου. Να θες, όμως να ανήκεις.  Εγώ δίνομαι και δε με παίρνει κανείς. Μεταφορικά και κυριολεκτικά. Άτιμη ζωή! 
Άκουσα ότι κάποτε είχαν βγάλει και τραγούδι γι’αυτήν τη γάτα. Κάτσε να θυμηθώ πώς πήγαινε.......Α, ναι. ‘’Νιαου, νιαου βρε γατούλα με τη ροζ μυτούλα γατούλα μου γλυκιααααά!....’’ κάπως έτσι. Το έλεγε μια ξανθιά χαζογκόμενα και η μάνα μου, μου είπε – καλή της ώρα εκεί που είναι (τσιτσιρισμένη πάνω σε ένα φως)- ότι αυτή, λεγόταν άνθρωπος. 
Ναι, ναι. Με εκείνη έμοιαζε το πανύψηλο δίποδο πλάσμα που είδα σήμερα, αλλά χωρίς ξανθό μακρί μαλλί και τσαχπινιά στο μάτι.  Και χωρίς φτερά. 
Πφφφ! Άνθρωπος σου λέει μετά. Ούτε να πετάξει δεν μπορεί. Και το κακό είναι με αυτόν ότι δεν το καταλαβαίνει.
Όχι, όχι! Γάτα! Θα ήθελα να είμαι γάτα! Τουλάχιστον αυτή έχει αυτογνωσία και ..φυσικές  χάρες. Μια στρουμπουλή σπιτόγατα με άσπρο τρίχωμα και κόκκινο κολάρο ιδιοκτησίας με κουδουνάκι. Με τις κροκέτες μου, τις κονσέρβες που θα αγόραζα ακόμα κι εγώ, τα χάδια και τις αγκαλιές μου από το διαφορετικό. Μ’αρέσει το διαφορετικό. Όλο μύγες με ακουμπούν. Εγώ θέλω ουρές ή πατουσούλες ή τεράστια φτερά. Να, σαν εκείνα που είδα προχθές. 
Τί πτηνό κι αυτό! Τί όγκος! Και μόλις πέταξε......τί κατραπακιά ήταν εκείνη! Ερωτεύθηκα! Χάθηκε ο ήλιος από μπροστά μου. Φανταζόμουν ήδη να ξαπλώνω πάνω στις φτερούγες του και να μου δείχνει τη ζωή από χιλιάδες πόδια ψηλά. Κι όταν με κοίταξε, καθώς έπαιρνε εκείνη τη λοξή στροφή κατεβαίνοντας στο χώμα, στροβιλίστηκα στο βλέμμα του. 
Xθες  το  βράδυ κιόλας, το ονειρεύτηκα.  Ήμουν λέει,  μέσα σε ένα αυγό και χτυπούσα με δύναμη τα πόδια μου να σπάσω το τσόφλι και να δω την πρώτη αχτίδα φωτός.
Ως γεράκι!

Είναι φορές που πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται επικίνδυνα. Εγώ μύγα γεννήθηκα και μύγα θα πεθάνω. Το ξέρω. Αν μπορούσα να πατινάρω, όμως, πάνω στις αράδες των ονείρων μου, να τα βεντουζάρω με τα τριχωτά μου πόδια που σχεδόν μόνο σκατά πατάνε....

Έχω δυο μέρες να φάω περιττώματα. Αρνούμαι πεισματικά.Θα γίνω vegetarian. Μια μύγα χορτοφάγος. Έτσι θα με θυμούνται οι επόμενες γενιές. Υστεροφημία φίλε μου, υστεροφημία. Μεγάλο πράγμα. Ας με θυμούνται ακόμα και για το τίποτα. Για τα χόρτα που κατανάλωσα προσπαθώντας να γίνω ιδιαίτερη. Ενθάδε κείται  η Στελλόμυγα. Πέθανε από το πολύ χέσιμο ως απόροια υπερβολικής κατανάλωσης μπρόκολου!
 ‘’Ηλίθια μύγα’’, θα πουν οι περισσότεροι. ‘’Ονειροπόλα’’ οι φίλοι.’’ Επικίνδυνη’’, οι εχθροί.....

Σήμερα πήγα βόλτα στο κέντρο. Με πήραν με το ζόρι δηλαδή, τί βόλτα. Δε βγήκαν στους δρόμους για τέταρτη μέρα εκείνα τα ογκώδη κουτιά με τα πορτοκαλί δίποδα και ο αρχηγός αποφάσισε πως αυτή ήταν η κατάλληλη στιγμή για να παντρέψει την κόρη του. Ήμασταν καλεσμένοι όλοι. Οι σωροί από τα σκουπίδια είχαν πάνω και καρτελάκια με τα ονόματα του καθενός μας και επεκτείνονταν σε όλες τις γύρω περιοχές. Από την Ομόνοια ως στο Μεταξουργείο, το Θησείο, το Γκάζι. Χρυσόμυγες, αλογόμυγες, οικιακές σαν κι εμένα, σταβλίτισες, αλανιάρες, πράσινες. Μόλις φτάσαμε στο τραπέζι μας έκανα ότι με έπιασε κόψιμο από το πολύ χορταρικό που είχα φάει τις προηγούμενες μέρες και πέταξα προς Γκάζι. Με κούρασε λίγο η πτήση, αλλά άξιζε τον κόπο. Συνάντησα μύγες τσε τσε που έκαναν το μακρινό ταξίδι μόνο και μόνο για να έρθουν εδώ και να δηλώσουν ότι γουστάρουν αλογόμυγες, περιστέρια που θέλουν να αποκαλούνται πεταλούδες και ακρίδες που λατρεύουν να αγαπούν γρύλους. Επιτέλους! Η άλλη οπτική μού κλείνει το μάτι! Συστήθηκα.
-Στελλόμυγα. Μια μύγα χορτοφάγος.
Με υποδέχθηκαν με τιμές αρχηγού κράτους. Νέο αίμα. Όλη η προσοχή τους ήταν στραμένη πάνω μου. Αυτά είναι! 
Πήγαμε σε μια πλατεία που μοσχομύριζε φρέσκο φαγητό και ανταλλάξαμε απόψεις. Για τη ζωή, τη φύση, τις επιθυμίες... και μετά δίψασα και πέταξα μέχρι τα διπλανά τραπεζάκια να πιώ μια μπυρίτσα να στανιάρω λίγο. Κι εκεί που πήγα να βουτήξω την προβοσκίδα μου μέσα στο αφρώδες υγρό, το δίποδο μαλακισμένο ον έκανε μια κίνηση με το χέρι του και με αποπροσανατόλισε. Έχασα την ισορροπία μου και πλαφ! Έσκασα φαρδιά πλατιά μέσα στο ποτήρι. Αυτό ήταν! Τετέλεσται! Παρακαλώ τον τελευταίο ασπασμόν. Ούτε αυτόν δεν θα έχω; Ε, όχι ρε πούστη μου! -Περιστέρι, δε φωνάζω σε σένα!- Γλύτωσα από τσιτσιριστά φώτα, από απαίσιες μυρωδιές που σε κάνουν να μη μπορείς να πάρεις ανάσα, από γλυκές ρευστές ουσίες που κολλάνε στα πόδια σου και σε αιχμαλωτίζουν, από μικρά μικρά πλαστικά τετραγωνάκια με κορμό που πέφτουν με οργή πάνω σου και να πάω από πνιγμό; Ε, όχι! Δεν το δέχομαι! Καλύτερα από χέσιμο. Όπως το φανταζόμουν. 
Έκανα απέλπιδες προσπάθειες να κολυμπήσω. Τα πόδια μου έσπρωχναν, αλλά εγώ εκεί, ακίνητη. Βήμα δεν έκανα. Πάπια έπρεπε να γεννηθώ τελικά. Μια όμορφη πάπια που θα πλέει με άνεση στο νερό και θα τις ρίχνουν ψίχουλα τα παιδιά της γειτονιάς..... ή κύκνος! Ναιιιιιι! Κύκνος! Που θα τον χαζεύουν όλοι.

Σας το είπα και πριν. Το μυαλό μου δεν είναι και πολύ καλά. Εγώ τώρα πνίγομαι και πάλι αυτό ζει στο όνειρο. Ρε κοπελιά κοίτα να σωθείς! Κούνα τα φτερά σου λίγο. Ξύπναααα! Μπααα, μάταιος κόπος. Είναι τόσο βαριά που δε σηκώνονται. Και σιγά τα φτερά εδώ που τα λέμε. Τόσο μικρά και άσχημα. Ασήμαντα σχεδόν. Ποιος θαύμασε την πτήση μου; Ποιος με έκανε έστω συλλογή; Κανείς. Ενώ οι πεταλούδες...... Όλοι λένε ‘’Έλα σπίτι μου να σου δείξω τη συλλογή μου με τις πεταλούδες’’. Σημείο αναφοράς οι πουτάνες! 
Τέλος πάντων, ας προσπαθήσω ακόμα λίγο. Τουλάχιστον να μην πέσω αμαχητί. Κι αυτός ο μαλάκας με στριφογυρίζει γύρω γύρω με το χοντροδάχτυλό του. Θα με πνίξει μια ώρα αρχύτερα. Μοίρα σου λέει μετά και Θεός. ‘’Όταν έρθει η ώρα σου…’’ ή ‘’έχει ο Θεός’’, όταν απελπίζεσαι. Ποιος Θεός ρε γελοίοι; Ποια ώρα, ποια μοίρα; Άνθρωπος φίλε μου. Άνθρωπος. Άτιμο πλάσμα! 
Και όχι τίποτα άλλο, αλλά θα πνιγώ με απωθημένα. Και μου το ΄λεγε ο daddy, λίγο πριν τον καταπιεί ένας βάτραχος. Ε, μα κι αυτός. Ήθελε, λέει να δει πώς είναι η ζωή πάνω σε ένα νούφαρο. Τώρα θα πάρει ντοκτορά για τη ζωή στο στομάχι ενός βατράχου. Μικρή θα είναι κι εκεί. Δυο-τριών ημερών την κόβω. Μετά.... θα γίνει ένας....απόβλητος. Μου έλεγε, λοιπόν, άνθρωπος σχωρέστον, να μην έχω παράλογα όνειρα. Γιατί εμείς είμαστε μύγες. Και πρέπει να απλώνουμε τα φτερά και την προβοσκίδα μας μέχρι εκεί που φτάνουν. Να μη θέλουμε πολλά, γιατί θα γίνουμε σαν τους ανθρώπους και θα έχουμε απωθημένα. Και  αυτά τα ημιτελή κομμάτια ‘’θέλω’’, είναι άτιμα. Στην αρχή εμφανίζονται σαν επιθυμίες και μετά τσουπ, αλλάζουν με τον καιρό, πικραίνονται που δεν τις αγγίξαμε και βάζουν σκοπό της ύπαρξής τους, να μας βασανίσουν. 
Α, ρε πατέρα, πόσο δίκιο είχες τελικά! Είναι απίστευτος ο τρόπος που πεθαίνω. Σκέτη ειρωνεία. Με μουσική υπόκρουση Τάνια Τσανακλίδου. Ναι, αυτή την ξέρω. Είναι της εποχής μου. Να το λοιπόν και το ρέκβιεμ των ονείρων μου. Χαϊδεύει τα αυτιά μου λίγο πριν βουλώσουν από τον αφρό. ‘’Την ώρα που γεννιόμουνα σχολάγανε οι μοίρες. Μονάχη μου καθόμουνα κι απ΄τη ζωή κρατιόμουνα σε ένα καφάσι μπύρες. Φωτιά και δύναμη, καρδιά τρελή κι αδύναμη, στον κόσμο που ΄ρθαμε χορτάσαμε γκρεμό΄΄.

Ωπ! Ωπ! Ωπ! Ένα μακρύ ροζ πράγμα με πλησιάζει επικίνδυνα. Αχ! Με σήκωσε! Τί καλό! Και το κρατούν τα δάχτυλα του δίποδου πλάσματος. Μέγας είσαι άνθρωπε! Όχι, όχι τα παίρνω όλα πίσω. Σωτήρα μου!
Με άφησε πάνω στο τραπέζι να στεγνώσω κι εκείνος έφυγε. Ούτε ξέρω πόση ώρα έμεινα έτσι ξαπλωμένη, μέχρι τα φτερά μου να ξεκολλήσουν. Στο διάστημα αυτό παραλίγο να με πάρει σβάρνα ένα πράσινο πανί, αλλά ο φίλος μου το περιστέρι, γνωστός και ως Πεταλούδας, το ενόχλησε και έφυγε μαζί με τα χέρια που το κρατούσαν.

Κι αφού σκούπισα για ώρες με τα αξύριστα πόδια μου τα φτερά μου μέχρι να στεγνώσουν, πήρα το μικρό μου κορμί, αποχαιρέτησα τους φίλους στην πλατεία και γύρισα στο γλέντι. Οι μισές μύγες είχαν φουσκώσει τόσο από το φαϊ που δεν μπορούσαν να πετάξουν και έμειναν πάνω στους σωρούς από τα αποφάγεια να ρίξουν έναν υπνάκο. Ο αρχηγός ήταν μεθυσμένος και ροχάλιζε κάτω από μια ωμή πρασινογάλαζη μπριζόλα –όπως του αρέσει- και ο γαμπρός, ανεβασμένος πάνω στη νύφη προσπαθούσε να βρει τo στόχο επί ματαίο με τόσο χαλασμένο βαρβαγιάννη που είχε κατεβάσει.  
Πέταξα για το σπίτι. Το προηγούμενο ή όποιο άλλο είχε ένα παράθυρο ανοιχτό για να μπω. Και να ΄μαι τώρα, να παραλληρώ για τις μέρες της ζωής μου. Θα πάω να κάτσω πάνω σε αυτό το ανοιχτό περιοδικό. Θέλω να διαβάσω. Να μορφωθώ. Για να δούμε.....τί γράφει;
Οι .....επ..ιθυμίες.....κα..τοικούν....όπου.....υπάρχει.....ζω..ή.....Τα....απω..θη..μέ..να....όπου......υπά..ρχουν.....άνθρωποι.
Στέ..λλα.......Ζαφειρο...πούλου.
Και όπου υπάρχουν μύγες, θα συμπληρώσω εγώ, αλλά όχι κοινές, όχι συνηθισμένες. Ιδιαίτερες. Σαν κι εμένα!
Ωχ! Τί είναι αυτό που έρχεται κατά πάνω μου; Έχει τετραγωνάκια. Όχι πάλι ρε γαμώτο!
Πλαφ!!!





Συνηθισμένες, αγαπημένες νύχτες


Σε πήρα τρεις φορές τηλέφωνο χθες. Ήθελα κάτι να σου πω, αλλά όλο λείπεις και όλο φεύγεις και μετά γυρνάς και δεν είσαι μόνος μου λες και μένω μόνη εγώ να μιλάω στους τοίχους και να μοιράζομαι μαζί τους τη χαρά μου ή τη λύπη μου….και να σκέφτομαι και να παραληρώ και να χαμογελάω και να τσαντίζομαι. Χωρίς εσένα, χωρίς κανένα. Μόνη μου. Όλα μόνη μου.
Θα σ’αγαπάω από απόσταση. Αυτές είναι οι καλύτερες αγάπες τελικά. Δεν φθείρονται. Σου αφήνουν πάντα την αίσθηση του κενού και με το κενό δεν μπορείς να βαρεθείς, μόνο να ασχοληθείς μαζί του. Για να το γεμίσεις. Μην μπερδεύεις το κενό με το απωθημένο, μου έλεγες. Με το κενό δεν ασχολείται κανείς. Πόσο λάθος έκανες. Το κενό υπάρχει εκεί που είναι η παρουσία, το απωθημένο υφίσταται και χωρίς αυτήν.
Πρώτα από όλα ένα πράγμα. Μ’αγαπάς; Το πιο σημαντικό και τα υπόλοιπα, δευτερεύοντα.
Άσε το κενό, άσε τα απωθημένα, άσε τις παρουσίες. Δεν είμαστε παρά αόρατες κλωστές που υφαίνουν το τούλι του κοινού μας κρεβατιού.  Μόνοι μας τίποτα, μαζί τα πάντα. Κι εσύ εκεί να τραβάς με δύναμη ό,τι απέμεινε από τα απομεινάρια της δικής μας ύφανσης.
Μ’αγαπάς; Σε ξαναρώτησα.

Αγαπάω τις μπύρες μου απάντησες. Όσο αδειάζουν, με γεμίζουν.
Είναι μέρες που έχεις διάθεση ή έχω εγώ και παίρνω τις απαντήσεις σου ως πνευματώδεις. Κι άλλες που σε στήνω στον τοίχο και χτυπάω κατά ριπάς. Και μετά ξαπλώνουμε και οι δυο εξουθενωμένοι από αυτόν τον παράλογο πόλεμο. Τον πόλεμο που γεμίζει τα περισσεύματα της ψυχής μας με κομμάτια από σένα και μένα. Στρώνω το καλό τραπεζομάντιλο στο ξύλινο τραπέζι της βεράντας, ανάβω τα κεριά, φτιάχνω σολωμό με βότκα και ανοίγεις το κρασί.  Κι εγώ πίνω και πίνω και το μπουκάλι αδειάζει και συνειδητοποιώ πως δεν είσαι εδώ να φέρεις δεύτερο, καταλαβαίνω πως  τρώω μηχανικά, γεμίζω το ποτήρι μου ασυναίσθητα, μιλάω στην απουσία. Καλύτερα έτσι. Οι παρουσίες με κούρασαν. Συνεχώς ζητούν και εγώ δεν μπορώ ή δεν θέλω να δώσω πια. Με πονάει κάθε προσπάθεια μπαλώματος μιας ουτοπικής πραγματικότητας.
Και μετά χτυπάει το κουδούνι και κρύβω στο σάκο που κουβαλάω πάντα μαζί μου τις όποιες βαθυστόχαστες σκέψεις και ανασφάλειες. Σκουπίζω τα μάτια μου, τα ρουθούνια που τρέχουν και αλλάζω πάλι. Παίρνω το γλυκό μου ύφος, την αυτοπεποίθηση από το χέρι, ανοίγω την πόρτα και σε ρωτώ με νάζι ΄΄τόσο γρήγορα σου έλειψα;΄΄