Γύρισε στο σπίτι και κάθισε δίπλα
στο στρογγυλό τραπεζάκι να ξελαχανιάσει. Μετά από ένα λεπτό η ανάσα του άρχισε
να γίνεται κανονική ξανά. Έβαλε το χέρι
στη δεξιά τσέπη του παλτού και έπιασε την ταμπακιέρα. Την κοίταξε για λίγο,
έκανε να βγάλει τον για χρόνια αδελφικό φίλο του, αλλά κάτι τον κράτησε. Την
άφησε πάνω στο έπιπλο και τη χάιδεψε απαλά. Έκανε το ίδιο και με τον
επιχρυσωμένο αναπτήρα που είχε στην εσωτερική τσέπη. Σηκώθηκε κι έβαλε ένα
ουίσκυ. Από τη μια εξάρτηση στην άλλη, σκέφτηκε. Ο πάγος έλιωνε μέσα στο
κιτρινωπό υγρό αφήνοντας ίχνη- λες και τίποτα δε χάνεται, χωρίς να αφήσει
σημάδι- μαζί με ένα παράπονο χαμένης
πληρότητας.
‘’Πενήντα’’, ψέλλισε. Έβαλε την
Εντίθ Πιάφ στο σι-ντι πλέιερ. Non je ne regrette rien.
Και αμέσως μετά επιδόθηκε σε ένα ασταμάτητο, πανηγυρικό γέλιο. Σαν να είχε
τρελαθεί ένιωθε, αν και από τη άλλη, μήπως
ήξερε πώς νιώθουν οι τρελοί; Μια ανυπέρβλητη χαρά και μέσα εκεί ένας κρυμμένος
φόβος που προσπαθούσε να καταλαγιάσει.
Περπάτησε ως την κρεβατοκάμαρα,
άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου και έβγαλε από μέσα το μικρό κλειδί. Το
τοποθέτησε με ορμή εφήβου στην ανοιχτό κενό της κλειδαριάς και το δεξί φύλλο
της ντουλάπας, όπου φύλαγε δεκαεννιά χρόνια τώρα τα προσωπικά του αντικείμενα,
άνοιξε σαν σε συνωμοτικό χαμόγελο. Τράβηξε από μέσα την καρώ βαλίτσα, τη σήκωσε
και την άφησε προσεκτικά πάνω στο κρεβάτι. Ένας τελευταίος έλεγχος είπε
φωναχτά. Και αμέσως μετά σώπασε απότομα, σα να φοβήθηκε μήπως ακουστεί.
Το σπίτι, όμως παρέμενε άδειο. Από
χθες. Έφυγε εκείνη πρώτα, λίγο μετά το μεσημέρι με τα παιδιά. Αργά το βράδυ του
τηλεφώνησε πως έφτασαν καλά και ο μικρός φώναζε από την άλλη άκρη της γραμμής να μη
ξεχάσει αύριο να φέρει τις εσωθερμικές κάλτσες. Το βουνό ήταν πρώιμα λευκό και το
Σαββατοκύριακο προσφερόταν για σκι. Η Σοφία πήρε το ακουστικό και του ζήτησε
όλο νάζι την επόμενη μέρα να σβήσουν μαζί τα κεράκια στην τούρτα των γενεθλίων
του.
Έστρεψε το κεφάλι σε εκείνη την οικογενειακή φωτογραφία
των περασμένων Χριστουγέννων που ήταν πάνω στον κομό και πάλεψε για κάμποση ώρα
με την αδυναμία. Τελικά, τη νίκησε. Με στεγνά μάτια άνοιξε το φερμουάρ. Δεν
έλειπε τίποτα. Μόνο εκείνες οι δυο δεκαετίες. Αυτές είχαν αποφασίσει να μείνουν
για πάντα εδώ.
Θυμήθηκε τη μέρα του γάμου του. Ή
μάλλον το βράδυ πριν απ’αυτήν. Τσακώθηκαν άσχημα. Κι εκείνος του είπε ότι μια
ζωή θα κάνει πίσω. Δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει σε αυτή του την απόφαση.
Ήταν λάθος. Αυτό ήταν και το τέλος. Το ήξερε, παρόλο που του ζήτησε να μείνει
δίπλα του. Γνώριζε ότι δεν θα το κάνει.
Δεν τον ξαναείδε από τότε. Για
μήνες γύριζε μέσα στο σπίτι σαν αερικό. Μόλις η Άννα κοιμόταν και αφού είχε
εκπληρώσει τα συζυγικά του καθήκοντα, κάτι τον πλάκωνε. Κατέβαινε στο καθιστικό,
άναβε το αμπαζούρ, φυλάκιζε στα δυο του δάχτυλα το τσιγάρο και βυθιζόταν.
Θυμόταν τα παιδικά του χρόνια,
την αυτοσχέδια αυλή στο πλακώστρωτο έξω από το σπίτι του Τάκη, το μπλε ποδήλατο
που του έφερε ο πατέρας του όταν γύρισε από τη Βραζιλία, καπετάνιος πλέον. Κάθε
επιστροφή του από τα ταξίδια κι ένα μεγάλο τραπέζι για όλο το σόι. Σε ένα από
αυτά γνώρισε τον Αλέξη. Τον έφερε μαζί ένας ξάδερφος. Ήταν δε θα ταν
δεκατέσσερα τότε. Κάτι χτύπησε λάθος μέσα του. Και από τότε όλα γίνονταν λάθος.
Έτσι έπεισε τον εαυτό του να κάνει ένα μεγαλύτερο. Στα τριακοστά γενέθλιά του
της έκανε πρόταση. Έβαλε στο χέρι της την πολύτιμη πέτρα –τετρακόσιες πενήντα
χιλιάδες δραχμές ξόδεψε τότε για αυτήν- και όλα έμοιαζαν κανονικά πια. Μέχρι
που τον έχασε. Και τα πάντα γύρισαν τούμπα ξανά.
Έκλεισε τη βαλίτσα, την κράτησε από το χερούλι
και κατέβηκε τα σκαλιά. Κοίταξε το μεγάλο ρολόι στον τοίχο πάνω από το τζάκι.
Εφτά παρά δέκα. Άνοιξε το πορτοφόλι και έριξε μια τελευταία ματιά στα εισιτήρια.
Λονδίνο. Ώρα αναχώρησης δέκα μετά μεσημβρίας. Θέσεις δύο. Πάτησε το ριπίτ στο
σίντι πλέιερ. Το μάτι του έπεσε πάνω στην Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Ήταν
παρατημένη στο σύνθετο, δίπλα στα σι ντι. Το διάβαζε στη Σοφία, τη λιλιπούτεια
Σοφία του, προχθές το απόγευμα που της το έφερε ως επιβράβευση για το δέκα που
πήρε στη Γλώσσα. Αυτή τη φορά δεν μπορούσε να παραμείνει δυνατός. Ξέσπασε σε
λυγμούς. Η Πιάφ τον επανέφερε ’’ Όχι, δε λυπάμαι για τίποτα. Ούτε για το καλό
που μου κάνανε, ούτε για το κακό.’’
Ακούστηκε η κόρνα του αυτοκινήτου.
Πήρε τα κλειδιά, τη γεμάτη βαλίτσα του και μια βαθιά αληθινή ανάσα δραπέτευσε
από τη φυλακή ενός μέχρι πρότινος ξένου σώματος. Το σι ντί το άφησε να παίζει. Έκλεισε
την πόρτα πίσω του και οι τελευταίοι ξέπνοοι στίχοι χάιδεψαν λυτρωτικά τα αυτιά
του. ‘’Όχι, δε μετανιώνω για τίποτα. Γιατί η ζωή μου, οι χαρές μου σήμερα
ξαναρχίζουν μαζί σου’’.






