Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

Το δείπνο του απωθημένου



‘’Έχω αρχίσει να κάνω ρυτίδες. Θα με σώσει ένα μπότοξ’’.
‘’ Ούτε να το σκέφτεσαι. Αυτό να μην το κάνεις ποτέ!’’
Κατέβασα το σκιάδιο του αυτοκινήτου και σε κοίταξα.  Το βλέμμα σου είχε κάτι το απόλυτο.
‘’Τί έγινε;  Έχουμε συμβιβαστεί με το χρόνο;΄΄ σε ειρωνεύτηκα.
‘’Μα δεν μπορούμε να κάνουμε και κάτι άλλο’’, μου απάντησες με εκείνο το demi χαμόγελο που αναγνώριζα από χιλιόμετρα μακριά.
Δε γελούσες. Όχι, ποτέ δεν το ‘κανες.  Μου μιλούσες για τη λάμψη των δικών μου ματιών με μια μελαγχολία στα δικά σου. Είμαι σίγουρη πια.  Δεν ήσουν ευχαριστημένη με τίποτα κι ας έδειχνες συγκατάβαση σε πολλά. Τα βράδια δεν κοιμόσουν, αν πριν δεν είχε αδειάσει το μπουκάλι και τα πρωινά – εκείνα τα ανέμελα πρωινά! – σχεδόν ποτέ δεν κατάφεραν να σε συμπεριλάβουν στη γιορτή τους. Εσύ δεν το ΄θελες. Όλο σκεφτόσουν και σκεφτόσουν.... αντί να ζεις, σκεφτόσουν. Αυτό έκανες πάντα. Μέγα λάθος.
Πολλές φορές, μου είχες πει, ότι με ονειρεύτηκες. Να σου βάζω τις φωνές για την αδράνειά σου, για εκείνα τα ‘’όχι’’ σου που γαντζώνονταν πάνω στα όνειρά σου και εκείνα τα λανθασμένα ‘’ναι’’ που έσφιγγαν σαν αλυσίδα το λαιμό σου.
Με κατηγόρησες πολλάκις για ρομαντική κι εγώ ενοχλημένη σε αποκαλούσα κυνική. Χρειάστηκαν πολλές εποχές για να διαπιστώσω τελικά ότι ο κυνισμός εδρεύει τόσο κοντά στην έδρα του ρομαντισμού.
‘’Μετανιώνω’’ είπες κάποτε ‘’δε θα ‘πρεπε, αλλά μετανιώνω’’.
Θυμάμαι μέτραγες τα αποτσίγαρα στο τασάκι και τα παγάκια που είχαν απομείνει στην κατάψυξη.  Ήσουν χαμένη.
 ‘’ Άγεσαι και φέρεσαι από επιθυμίες’’.
’’Όχι, άγομαι και φέρομαι από αδυναμίες.’’ ούρλιαξες
… και επιτέλους διέκρινα ολοφάνερα  το σπαραγμό μέσα σου.  
Πάντα έτσι ήσουν. Τώρα θα αλλάξεις; Από μικρό παιδί. Αδυναμίες παντού κι επιτέλους το παραδέχτηκες. Επιτέλους σήμερα για πρώτη φορά στην κοινή ζωή μας, ζήτησες τη βοήθειά μου. Κι εγώ; Μπορώ να σε βοηθήσω εγώ; Φόβος με κυρίευσε. Τρομερό δίδυμο κάνουμε. Εσύ αδύναμη κι εγώ φοβιτσιάρα. Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό σου.
‘’Όχι, μην κλαις. Έχουμε ήδη πνίξει τα πάντα μέσα μας.’’
Κι εκείνες οι γυναίκες....φορούν κατακόκκινες τουαλέτες κι εμείς κάθε παραμονή πρωτοχρονιάς τους ακυρώνουμε την έξοδο.


Είναι στιγμές που γυρίζω πίσω, στην εφηβεία μου, σε εκείνο το πρώτο όνειρο που μάζεψε τα ρούχα του από το πάτωμα και μου γύρισε την πλάτη, αφήνοντας στη θέση του το νεογέννητο απωθημένο. Κι από τότε, αυτά είναι που μετράω, που κλείνω σε κουτιά με κιτρινισμένες ετικέτες. Κι ας λέω ότι είναι αναμνήσεις, πεπερασμένες στιγμές και τις συλλέγω.... Ψέμματα. Στην πραγματικότητα αυτά που συλλέγω καθόλου δεν με αφορούν. Στο ρεαλιστικό παρόν μου μόνο αγχόνες στέκουν στη βιτρίνα. Πώς λέγονται τα όνειρα όταν αυτοκτονούν; Οι αδυναμίες όταν νικούν;


‘’Με κοιτάς με λύπη ή κάνω λάθος;’’
 Θεέ μου...εύχομαι να κάνω λάθος! Αλλά αυτό το βλέμμα, δυστυχώς, ξέρω να το αναγνωρίζω. Με λυπάσαι, το βλέπω. Και συγχρόνως λυπάσαι κι εσένα.
 Είσαι σίγουρη πια. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω. Κάθεσαι αμίλητη απέναντι μου και με κοιτάς ώρες τώρα. Κι αυτή η βροχή χαρίζει τα δάκρυά της  πάνω στο τζάμι μας. Πριν λίγο άστραψε και νόμισα λες, πως είδα ολοκάθαρα το πρόσωπό σου. Όλο στο σκοτάδι σου αρέσει να τρώμε. Με το ζόρι να δεχθείς το ένα και μοναδικό κερί που βάζω στη μέση του τραπεζιού. Έσπρωξα την καρέκλα και σηκώθηκα. Δεν είχε νόημα πια αυτή η συζήτηση. Εγώ μιλούσα ακατάπαυστα για τις κοινές μας μνήμες, τα λάθη μας, την αφέλειά μας στην επιμονή για αναζήτηση του χαμένου χρόνου  κι εσύ για άλλη μια φορά με έκανες να αισθανθώ γελοία.
Πώς λέγονται τα όνειρα όταν αυτοκτονούν;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου