Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

Συνηθισμένες, αγαπημένες νύχτες


Σε πήρα τρεις φορές τηλέφωνο χθες. Ήθελα κάτι να σου πω, αλλά όλο λείπεις και όλο φεύγεις και μετά γυρνάς και δεν είσαι μόνος μου λες και μένω μόνη εγώ να μιλάω στους τοίχους και να μοιράζομαι μαζί τους τη χαρά μου ή τη λύπη μου….και να σκέφτομαι και να παραληρώ και να χαμογελάω και να τσαντίζομαι. Χωρίς εσένα, χωρίς κανένα. Μόνη μου. Όλα μόνη μου.
Θα σ’αγαπάω από απόσταση. Αυτές είναι οι καλύτερες αγάπες τελικά. Δεν φθείρονται. Σου αφήνουν πάντα την αίσθηση του κενού και με το κενό δεν μπορείς να βαρεθείς, μόνο να ασχοληθείς μαζί του. Για να το γεμίσεις. Μην μπερδεύεις το κενό με το απωθημένο, μου έλεγες. Με το κενό δεν ασχολείται κανείς. Πόσο λάθος έκανες. Το κενό υπάρχει εκεί που είναι η παρουσία, το απωθημένο υφίσταται και χωρίς αυτήν.
Πρώτα από όλα ένα πράγμα. Μ’αγαπάς; Το πιο σημαντικό και τα υπόλοιπα, δευτερεύοντα.
Άσε το κενό, άσε τα απωθημένα, άσε τις παρουσίες. Δεν είμαστε παρά αόρατες κλωστές που υφαίνουν το τούλι του κοινού μας κρεβατιού.  Μόνοι μας τίποτα, μαζί τα πάντα. Κι εσύ εκεί να τραβάς με δύναμη ό,τι απέμεινε από τα απομεινάρια της δικής μας ύφανσης.
Μ’αγαπάς; Σε ξαναρώτησα.

Αγαπάω τις μπύρες μου απάντησες. Όσο αδειάζουν, με γεμίζουν.
Είναι μέρες που έχεις διάθεση ή έχω εγώ και παίρνω τις απαντήσεις σου ως πνευματώδεις. Κι άλλες που σε στήνω στον τοίχο και χτυπάω κατά ριπάς. Και μετά ξαπλώνουμε και οι δυο εξουθενωμένοι από αυτόν τον παράλογο πόλεμο. Τον πόλεμο που γεμίζει τα περισσεύματα της ψυχής μας με κομμάτια από σένα και μένα. Στρώνω το καλό τραπεζομάντιλο στο ξύλινο τραπέζι της βεράντας, ανάβω τα κεριά, φτιάχνω σολωμό με βότκα και ανοίγεις το κρασί.  Κι εγώ πίνω και πίνω και το μπουκάλι αδειάζει και συνειδητοποιώ πως δεν είσαι εδώ να φέρεις δεύτερο, καταλαβαίνω πως  τρώω μηχανικά, γεμίζω το ποτήρι μου ασυναίσθητα, μιλάω στην απουσία. Καλύτερα έτσι. Οι παρουσίες με κούρασαν. Συνεχώς ζητούν και εγώ δεν μπορώ ή δεν θέλω να δώσω πια. Με πονάει κάθε προσπάθεια μπαλώματος μιας ουτοπικής πραγματικότητας.
Και μετά χτυπάει το κουδούνι και κρύβω στο σάκο που κουβαλάω πάντα μαζί μου τις όποιες βαθυστόχαστες σκέψεις και ανασφάλειες. Σκουπίζω τα μάτια μου, τα ρουθούνια που τρέχουν και αλλάζω πάλι. Παίρνω το γλυκό μου ύφος, την αυτοπεποίθηση από το χέρι, ανοίγω την πόρτα και σε ρωτώ με νάζι ΄΄τόσο γρήγορα σου έλειψα;΄΄

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου