Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2011

ΔΕΚΑ ΕΝΤΟΛΕΣ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ


  1. Να θερίζεις τον καρπό της γης που σου προσφέρεται,
  2. Να τραγουδάς υμνώντας το δώρο της ζωής,
  3. Να ευχαριστείς για ότι σου χαρίζει η φύση αλλά και για ότι δεν σου χαρίζει, ίσως κάπου αλλού υπήρξε η ανάγκη να το δώσει,
  4. Να τρως και να πίνεις τους καρπούς της φύσης γιατί έτσι τρέφεσαι με τη σοφία της,
  5. Να αγαπάς γιατί μόνο έτσι θα απολαμβάνεις τη συντροφιά των ανθρώπων,
  6. Να αγκαλιάζεις γιατί έτσι πολλαπλασιάζεται η ενέργεια των ανθρώπων γύρω σου,
  7. Να προσφέρεις γιατί η φύση σου το έμαθε, προσφέροντάς σου πρώτη τους καρπούς της,
  8. Να αφήνεις τα παιδιά να παίζουν κοντά της γιατί αυτή σίγουρα μπορεί να τους διδάξει ισορροπίες,
  9. Να μην λησμονείς ότι η φύση ποτέ δεν σου υποσχέθηκε κάτι αλλά απλά σου χαρίζεται,
  10. Να γιορτάζεις την κάθε σου μέρα σαν να είναι του Αυγούστου.


Έτρεχα και φώναζα ανάμεσα από τις θημωνιές στο κάμπο. Το βουητό από τα γέλια και τις φωνές μου, προκαλούσε ασφάλεια στους γονείς, που συνέχιζαν τη δουλειά τους απερίσπαστοι. Κάποιες στιγμές κρυβόμουν και ξαφνικά σώπαινα. Η σιωπή μου τους προκαλούσε ανησυχία. Σε μερικά δευτερόλεπτα ακούγονταν οι φωνές τους που μου ζητούσαν να εγκαταλείψω την κρυψώνα της επιλεγμένης μου θημωνιάς. Μου άρεσε να τους κάνω να ανησυχούν και αφού πλέον με εκβίαζαν με την απειλή να μην με ξαναπάρουν μαζί τους, αποκαλυπτόμουν με την μικροκαμωμένη φιγούρα μου να τρέχει προς το μέρος τους, ζητώντας συγνώμη και διαβεβαιώνοντάς τους ότι δεν θα το ξαναέκανα . Μετά από μία ώρα το ξεχνούσα και παίζαμε πάλι το αγαπημένο μου κρυφτούλι.

Ο κάμπος ζωντάνευε ενώ η μικρή Ζωή τραγουδούσε και γιόρταζε το μεγαλείο του ερχομού της σε έναν κόσμο που της υπόσχονταν ομορφιά και πολύ παιχνίδι. Έτσι περνούσε η μέρα της στο κάμπο ενώ ο θεριστής μήνας σηματοδοτούσε τη λήξη του καλοκαιριού. Αγαπημένος μήνας ο Αύγουστος για όλους στην οικογένεια.

Ο εύφορος θεριστής σήμανε την ικανοποίηση της οικογένειας εξαιτίας της νέας πλούσιας σοδειάς, ενέπνεε την ελευθερία στην μικρή Ζωή να παίζει ασταμάτητα με τις αγαπημένες της θημωνιές, υπόσχονταν έναν όμορφο χειμώνα με χορτάτο στομάχι όπου οι συζητήσεις και οι ιστορίες γύρω από το τζάκι θα ηχούσαν ευχάριστα στα αυτιά όλων, ο τρύγος των αμπελιών θα πρόσφερε την πολυτέλεια του οίνου στο τραπέζι για τις γιορτινές μέρες του χειμώνα. Οι δέκα εντολές θα έβρισκαν την απόλυτη εφαρμογή τους στο φετινό θεριστή.

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

Ο Ρομπέν της Απουσίας (Part I)



 Η μέρα που το βαθούλωμα στο άδειο μαξιλάρι δίπλα μου αποκρυσταλλώθηκε, ήταν και η μέρα που μου χτύπησε την πόρτα η Ρομπέν και Σία ΟΕ.

«Είμαστε στη διάθεσή σας, δεσποινίς. Ονομάζομαι Λόξλεϊ. Το συνεργείο μου και εγώ θα καθαρίσουμε το σπίτι σας από κάθε μικρόβιο της λιγδερής απουσίας που σας τρώει σαν το σαράκι. Η Ρομπέν και Σία θα αφαιρέσουν για εσάς αυτό που δεν είναι πια εδώ».

Πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα μέχρι να μετατρέψω σε μιαν αντιληπτή μορφή τα ντανταϊστικά ηχητικά κύματα που έφταναν κατά πάνω μου. Μπροστά μου στεκόταν ένας άνδρας που θα μπορούσε να ήταν ο Σάκης ο υδραυλικός της γειτονιάς, από τον τρόπο που μύριζε- προπολεμική κολώνια με μία εσάνς eau de βαρβατίλα- μέχρι την ενδυμασία του, φαρδιά σκισμένη σαλοπέτα με το επάνω μέρος κατεβασμένο, αναδεικνύοντας για μπλούζα έναν άλλοτε λευκό καμβά, μουντή εκδοχή του πώς θα ήταν οι πίνακες του Μιρό αν διέθετε στο χρωματολόγιό του αποκλειστικά το μαύρο, το γκρι και το καφέ. Το πρόσωπό του, σκαμμένο και μελαχρινό, διαφωνούσε αρμονικά με τα ξανθά γένια και φρύδια που φύτρωναν επάνω του σαν υστερικά περιποιημένο γκαζόν. Στα χέρια του κρατούσε ένα ασημί βαλιτσάκι με το λόγκο της εταιρείας στα πλάγια: ένα τόξο τεντωμένο με μια σκούπα στη θέση του βέλους, στραμμένη προς μια καρδιά ραγισμένη στα δύο. Από πίσω από τον Σάκη- Λόξλεϊ,  στέκονταν δύο κλωνοποιημένες παραλλαγές του νεότερες σε ηλικία, μασώντας τσίχλα και ρίχνοντάς μου κουταβίσια βλέμματα γεμάτα διαθεσιμότητα. Το συνεργείο.

«Συγγνώμη», του απάντησα, προσπαθώντας να καταπνίξω το γελάκι που ετοιμαζόταν για αναρρόφηση, «είστε ο ποιός από πού και θα κάνετε τι ακριβώς για εμένα;»

Ο Λόξλεϊ με κοίταξε σχεδόν προσβεβλημένος πίσω από τα τοξωτά του φρύδια και ίσιωσε το υπερρεαλιστικό του μπλουζάκι - ή τουλάχιστον, το τελευταίο εκατοστό από αυτό που μπορούσε πια να ισιωθεί. «Δεσποινίς μου, δε νομίζω πως χρειάζονται και πολλές διευκρινήσεις, άλλα επειδή δεν σας κόβω και πολύ της πιάτσας, θα κάνω μια εξαίρεση και θα σας εξηγήσω. Είναι φως φανάρι η κατάσταση στην οποία έχετε επέλθει. Είστε πλέον ένας τόσο πλούσιος από απουσία άνθρωπος, που είναι ντροπή και όνειδος. Είμαι σίγουρος ότι δεν ξέρετε καν πόση απουσία έχετε στοιβαγμένη στη ζωή σας. Την έχετε ιδιοποιηθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό, που φαίνεται στα μάτια σας, στο ατημέλητο ντύσιμό σας, στο χολ από πίσω σας, χωρίς να τολμήσω να αναφερθώ στο υπόλοιπο σπίτι που φαντάζομαι ότι δεν σφύζει ακριβώς από παρουσία. Η δικιά μας δουλειά εδώ είναι να σας απαλλάξουμε από αυτό το αφόρητο βάρος που κοντεύει να σας πνίξει, - να το κλέψουμε, για να μιλήσω πιο ντόμπρα- και να το χαρίσουμε σε κάποιον άλλο που ίσως το έχει περισσότερη ανάγκη. Όλα αυτά αφιλοκερδώς, φυσικά. Σκεφτείτε το λίγο…. Έχετε πονέσει τόσο πολύ, έχετε κλάψει τόσο,  που αν δεν ήξερα θα έλεγα ότι σας τσίμπησε σφίγγα στα βλέφαρα. Η σημασία που έχετε προσδώσει στον πρόσφατο χωρισμό σας είναι τόσο βαριά, που η απουσία, από εκεί που κανονικά σημαίνει έλλειψη και κενό, για εσάς έχει αποκτήσει σάρκα και οστά, όπως ένα κατοικίδιο που τριγυρνά με τη γλώσσα απ’ έξω, σαλιαρίζοντας το παρκέ σας.  Αρκετά υποφέρατε εσείς, όπως και κάθε πολυαπουσιούχος στον οποίον έχουμε προσφέρει τις υπηρεσίες μας. Τώρα ήρθε η ώρα να χαρίσουμε απουσία σε κάποιον φτωχό στην καρδιά συνάνθρωπό μας που δε ξέρει τι θα πει πονάω, που δεν έχει νιώσει ποτέ τσίμπιμα στα βλέφαρα από τη σφίγγα του ληγμένου έρωτα».

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ


Στον ήχο μιας ατέρμονης σιγής

Υψώνεται η ανάμνηση μιας μέρας

Βουίζει η ανάγκη της φυγής

Παλλόμενη από το φόβο της χολέρας


Ταξίδι διαγράφουν μακρινό

Ουράνιοι αυτόφωτοι αστέρες

Φρουροί ενός αιθέριου δειλινού

Εργάτες ενός άδικου ουρανού


Εκεί όπου η ψυχή αποδομείται

Εκεί όπου η ζωή εγκαταλείπεται

Εκεί όπου η πνοή απορροφάται

Εκεί όπου η τροφή αποσυντίθεται


Γεννιέται η μορφή που αιωρείται

Τρεφόμενη αρώματα αιωνιότητας..


Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

Το Λάθος του Ζίσκιντ



 Είχα αρκετό χρόνο στη διάθεση μου πριν φύγει η πτήση. Πέρασα από τα μαγαζιά σε αναζήτηση μιας αφορολόγητης ανάμνησης. Άκουσα ότι το άρωμά σου είχε βγει σε οικονομική συσκευασία ειδικά για μένα, ώστε να μη μου κοστίζει πολύ η θύμησή σου.

Ρώτησα την πωλήτρια πού βρίσκονται τα ανθρωπαρώματα, «ξέρετε, εκείνα τα μπουκαλάκια που περιέχουν τη μοναδική, αναντικατάστατη μυρωδιά του κάθε ανθρώπου». Με κοίταξε περίεργα, δεν ξέρω τι άνοιξε πιο διάπλατα- τα μάτια της ή τα ρουθούνια της - και με ρώτησε αν είχα συγγένεια με κάποιον ονόματι Πάτρικ Ζίσκιντ.    

Μη βγάζοντας άκρη με τη γυναίκα αυτή με αύρα πατσουλί, αποφάσισα να βρω τη λύση από μόνη μου. Μου ήρθε μια ιδέα λίγο αργότερα, κάπου στα 10.000 μέτρα πάνω απ’  τη γη. Άλλωστε, όταν πετάμε στα σύννεφα, οι ιδέες ξεκολλάνε και αυτές από το έδαφος, απογειώνονται και γίνονται πιο γαργαλιστικές.

 Το βράδυ κλειδαμπαρώθηκα στο δωμάτιο μου. Έκλεισα πόρτες, παράθυρα, σχισμές, καλοριφέρ. Σφράγισα τα πάντα με μονωτική ταινία, ήπια ένα σφηνάκι λικέρ βύσσινο, και αποκοιμήθηκα.

Στο όνειρό μου σε συνάντησα.

Εισπνοή, εκπνοή, το βλέμμα σου, το βλέμμα μου
Ρυθμική εναλλαγή, το χάδι, ο οργασμός σου
Εισπνοή, εκπνοή, το Σ’ αγαπώ μου,  το Και ‘γω σου
Περιοδική πολεμική, αμμοθύελλα στα μάτια μου
Εισπνοή, εκπνοή, το δάκρυ της ερήμου σου
Ανάδρομη φυγή, ο δυσνόητος Ερμής μου
Εισπνοή, εκπνοή, το Είναι μας ολόκληρο
μια χρονορωγμή

Στο όνειρό μου σε άφησα.

Σηκώθηκα το πρωί και πήρα από το κομοδίνο το άδειο μπουκάλι λικέρ βύσσινο. Το βούτηξα στο πυκνό άρωμα του ονείρου μου, διαχυμένο στο δωμάτιο, και το έκλεισα με φελλό.
Ψέματα μας έλεγαν τόσα χρόνια, ότι ο καθένας από μόνος του έχει μια
 μοναδική
 αναντικατάστατη
 μυρωδιά.
Χωρίς εσένα τώρα μυρίζω σα νερό, και θέλω να φαντάζομαι πως και ‘συ το ίδιο. Μέχρι να βρούμε ο καθένας μας κάποιον άλλον για να συνδυάσουμε τα προσωπικά -κατά τ’ άλλα- αρώματα μας, αυτά θα κείτονται κλεισμένα σ’ ένα μπουκάλι, που δεν το βρίσκεις σε κανένα duty free.

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

Η ΕΙΡΩΝΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΚΑΤΑΒΑΣΗΣ

Του εξήγησα όλα όσα με ενοχλούσαν. Δεν μπορούσε να συνεχιστεί άλλο αυτή η κατάσταση. Άσπρο έλεγα εγώ, μαύρο απαντούσε εκείνος. Σαν να ήμασταν οι δύο όψεις ενός νομίσματος που δεν επικοινωνούσαν πουθενά και οι διαφορές μας είχαν γίνει θάλασσα που μας έπνιγε. Πόσο μπορεί να κρατήσει μία σχέση με συνεχείς καυγάδες και φωνές; Μήπως είχε έρθει η ώρα για το τέλος; Μήπως το τέλος είχε φτάσει εδώ και καιρό, αλλά αρνιόμασταν να το αποδεχτούμε;
«Βαρέθηκα να διαφωνείς σε ό,τι λέω. Νιώθω ότι το κάνεις επίτηδες», του είπα με ένα ήρεμο τόνο που αντανακλούσε παραίτηση από την πλευρά μου…
«Όλο λες ότι θα αλλάξεις αλλά τίποτα! Ο ίδιος είσαι από τότε που σε γνώρισα», ψέλλισα και κατευθύνθηκα προς το δωμάτιό μου.
«Θα αλλάξω», ψιθύρισε αλλά δεν του έδωσα καμία σημασία. Είχα ακούσει αυτή τη φράση τόσες φορές, χωρίς να δω αποτέλεσμα, που δε με άγγιζε πια..
Από εκείνο τον καυγά μας έχουν περάσει 20 μέρες και όντως, άλλαξε. Σε ό,τι λέω συμφωνεί σαν υπάκουο παιδάκι που φοβάται μη θυμώσει η μητέρα του με τις σκανταλιές του και έτσι, δεν έχουμε μαλώσει ούτε μία φορά. Οι επιθυμίες μου είναι διαταγή για εκείνον και η συγκατάβαση είναι η λέξη που τον χαρακτηρίζει τώρα πια. Πρέπει να χαίρομαι, έτσι δεν είναι;
Έγινε αυτό που ήθελα… Άλλαξε για μένα. Όμως τώρα πια, δε μου αρέσει. Δεν είναι αυτός που γνώρισα, που αγάπησα. Είναι αυτός που έφτιαξα εγώ, όμως πάντα προτιμούσα τα φυσικά πράγματα από τα τεχνητά. Προσπάθησα να τον κάνω να μου εναντιωθεί, τον προσέβαλλα, του μίλησα υποτιμητικά. Αλλά αυτός παρέμεινε ήρεμος και μου χαμογελούσε. Είχα μπροστά μου έναν άγνωστο. Φοβήθηκα… Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι η αγάπη μας πέθανε, γιατί πολύ απλά της στερήσαμε το οξυγόνο της, που είναι η ελευθερία. Αν δε δεχτείς τον άλλο όπως ακριβώς είναι και προσπαθείς να τον αλλάξεις, σημαίνει ότι δεν αγαπάς πραγματικά αυτόν που έχεις απέναντί σου αλλά αυτόν που έχεις πλάσει εσύ στη φαντασία σου. Τα ψεγάδια είναι αυτά που κάνουν τον άλλο μοναδικό, αλλιώς θα ήταν ένα ρομπότ που θα λειτουργούσε με τηλεχειριστήριο τις εντολές μας. Γιατί να λέμε στον άλλο ότι τον αγαπάμε παρά τα ελαττώματά του και όχι, ότι τον αγαπάμε μαζί με αυτά; Ας σκεφτούμε ότι χωρίς αυτά δε θα ήταν ο ίδιος άνθρωπος…
«Αντίο» του είπα και έκλεισα την πόρτα πίσω μου…
Είναι ειρωνικό το ξέρω, χωρίσαμε γιατί έκανε αυτό ακριβώς που του ζήτησα. Έμαθα από αυτή την ιστορία ότι η διαφορετικότητα σε συμπληρώνει και σε βοηθάει να εξελιχθείς. Πήρα στις αποσκευές μου αυτή την εμπειρία και συνέχισα το ταξίδι της ζωής με μία σταγόνα σοφίας παραπάνω…

Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΗΡΘΕ ΧΤΕΣ

Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΗΡΘΕ ΧΘΕΣ

Στο άκουσμα της είδησης την πρώτη φορά, η Δέσποινα κόντεψε να λιποθυμήσει.
«Σαν ψέματα μου φαίνεται. Δεν είναι δυνατόν» φώναξε. «Πρέπει να κάνετε κάποιο λάθος! Ποτέ δεν θα μπορούσε να μου συμβεί αυτό, όχι σε μένα, όχι στο δικό μου το παιδί!», είπε, και κοίταξε έντρομη τον γιατρό περιμένοντας ίσως να παραδεχτεί ότι πράγματι είχε γίνει κάποιο λάθος.
Ο γιατρός ψιθύρισε ένα λυπάμαι, την ακούμπησε απαλά στην πλάτη θέλοντας να της δώσει κουράγιο και την άφησε να σωριαστεί ανήμπορη στην καρέκλα και να βυθιστεί στις σκέψεις της. Έκανε νόημα σε μια νοσοκόμα να την προσέχει κι απομακρύνθηκε στους διαδρόμους του νοσοκομείου.
Η Δέσποινα δεν ήξερε τι να πρωτοσκεφτεί. «Να πάρω και μια δεύτερη γνώμη; Ποια δεύτερη γνώμη; Ίσως ήταν ο πέμπτος, ο έκτος γιατρός στη σειρά που ζητούσα τη γνώμη του», μονολόγησε, «και όλοι καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα. Δεν γίνεται τίποτα. Είναι μάταιο».
Αυτός ο γιατρός ήταν η τελευταία της ελπίδα αλλά όπως φάνηκε δεν υπήρχε ούτε σταγόνα. «Η διάγνωση είναι επιβεβαιωμένη» της έλεγε πριν από λίγο. «Τα χρονικά περιθώρια σας είναι πολύ στενά. Ίσως να απομένουν λίγα χρόνια, ίσως μόνο μερικοί μήνες, εξαρτάται από την κράση κάθε οργανισμού. Απλά, προσπαθήστε να περάσετε όσο το δυνατόν καλύτερα τους τελευταίους μήνες, όχι τόσο για το παιδί αλλά για εσάς, για να έχετε μια γλυκιά θύμηση» της είπε.
Νοσταλγία. Η νοσταλγία φώλιασε μέσα της από εκείνη την πρώτη μέρα που της ανακοίνωσαν τα δυσάρεστα νέα. Σαν χθες ήταν κιόλας, που της είπαν ότι το κοριτσάκι της έπασχε από μια σπάνια ασθένεια και η ζωή του θα χανόταν σύντομα. Που να το’ξερε η Δέσποινα ότι εκείνος ο βήχας που το τυραννούσε τα τελευταία δύο χρόνια δεν ήταν και τόσο αθώος.
Κάθε μέρα που ξημέρωνε, η Δέσποινα νοσταλγούσε την προηγούμενη γιατί έτσι θα είχε την κόρη της στη ζωή της μια μέρα παραπάνω. Και κάθε μέρα που περνούσε την έφερνε πιο κοντά στο μοιραίο τέλος και αυτό ήταν οδυνηρό.
Την έπιανε νοσταλγία για πράγματα που θα χανόντουσαν για πάντα. Σύντομα δεν θα την ξανάκουγε να την φωνάζει «μανούλα», δεν θα ξανάβλεπε το προσωπάκι της να της χαμογελά, ούτε θα την καμάρωνε να τραγουδά και να χορεύει με χάρη στους ρυθμούς του αγαπημένου της τραγουδιού. 
Την έπιανε νοσταλγία και για όλα εκείνα τα πράγματα που δεν είχαν προλάβει καν να της συμβούν. Όπως κάθε μάνα έκανε όνειρα για το παιδί της. Νοσταλγούσε να τη δει να μεγαλώνει, να ομορφαίνει, να έχει φίλους, να σπουδάσει, να βρει ένα σύντροφο, να γίνει και το ίδιο μάνα. Τίποτα, όμως, από όλα αυτά δεν θα συνέβαινε στη δική της την περίπτωση.
«Αν γινόταν κάτι και σταματούσε ο χρόνος, δεν θα ερχόταν ποτέ το τέλος», σκεφτόταν. «Αν γινόταν κάτι και μπορούσα να την κρατήσω περισσότερο στη ζωή ίσως προλάβαιναν να βρουν μια θεραπεία, ίσως γινόταν κάτι …»
Έπειτα κοιτούσε το γλυκό προσωπάκι της να της χαμογελά και προσπαθούσε να φυλακίσει αυτή τη στιγμή μέσα της για πάντα. Τη φωτογράφιζε ανά πάσα ώρα και στιγμή σε ό,τι  κι αν έκανε, την έπαιρνε video, φύλαγε όλα της τα ρουχαλάκια και τα παπούτσια, τα αγαπημένα της παιχνίδια και τα παραμύθια. Μάζευε στιγμές, χαμόγελα, αγγίγματα. Ήθελε να σιγουρευτεί ότι ακόμα κι όταν φύγει από κοντά της το κορμάκι της, εκείνη θα θυμάται τα πάντα. Κι όταν πάλι έκανε κάποια αταξία η μικρή και τη μάλωνε, η Δέσποινα το μετάνιωνε πικρά, κλεινόταν στο υπνοδωμάτιο της κι έκλαιγε με τις ώρες για να τιμωρήσει τον εαυτό της, κι εκείνη, της χάιδευε το χέρι και της έλεγε «Μην στεναχωριέσαι, μανούλα, δεν θα το ξανακάνω. Συγνώμη».
Κι έπειτα, στο τέλος της ημέρας, κάθε βραδύ, η Δέσποινα, πριν κοιμηθεί, καθισμένη στο κρεβάτι της με τα μάτια κλειστά, αναπολούσε και ξαναζούσε τις στιγμές της ημέρας και, στη συνέχεια, τις κατέγραφε σε ένα ημερολόγιο, ένα ημερολόγιο μονάχα για εκείνο το παιδί της.     
~~~
Τις τελευταίες μέρες στο νοσοκομείο, η Δέσποινα δεν έλειψε ούτε δευτερόλεπτο από κοντά της. Στο πρόσωπο της μικρής δεν έβλεπε τα σημάδια ενός άρρωστου παιδιού αλλά συνέχιζε να βλέπει το χαρούμενο και γελαστό προσωπάκι της μικρής της, όπως την είχε συνηθίσει. Κλεισμένες και οι δύο στο δωμάτιο του νοσοκομείου, η Δέσποινα είχε επιστρατεύσει όλες τις καλές στιγμές τους. Εξάλλου ήταν προετοιμασμένη από καιρό γι’αυτό.
Εκεί, λοιπόν, της έβαζε στην τηλεόραση τα dvd που είχε τραβήξει με τις περιπέτειες της, της έδειχνε τις φωτογραφίες της, και της διάβαζε τις ιστορίες της μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου της. Και, έτσι, με αυτόν τον τρόπο, η μικρούλα της δεν ένιωθε άρρωστη, ένιωθε πάλι ζωντανή και γερή, χαμογελούσε, της κρατούσε το χέρι, την κοίταζε γλυκά και της έλεγε «μανούλα».
Κι όταν εκείνο το τελευταίο βράδυ, η μικρούλα αποφάσισε να φύγει από κοντά της για πάντα, η Δέσποινα δεν ήταν στεναχωρημένη, δεν ήταν φοβισμένη γιατί η μικρούλα της είχε ζήσει μια χαρούμενη ζωή και θα συνέχιζε να ζει μέσα της.   

Το ταξίδι που δεν άρχισε

Το ταξίδι που δεν άρχισε

«Ίντα’ναι τώρα τούτο να και γιάντα το θυμούμαι;»
Θωρώ τη θάλασσα ομπρός,
Κι ο νους μου ταξιδεύει,
Κοιτάω δεξά,
 η μάνα μοναχιά, σκάβει τ’αμπέλι
Κοιτάω ζερβά,
τα λιόφυτα είναι βαριά, το σκιάζουν το κοπέλι.
Ξοπίσω τρέχει ο λογισμός, Και δεν μ’αφήνει
Και με κρατά γερά, Και θάρρος δεν μου δίνει

Τι να’ναι τώρα πάλι αυτό και γιατί το ανακαλώ;
Βλέπω τη θάλασσα μπροστά μου,
Και το μυαλό μου ταξιδεύει
Κοιτάζω δεξιά,
Μια μάνα σκάβει το χωράφι μόνη της
Κοιτάζω αριστερά,
Τα ελαιόδεντρα έχουν βαρύνει απ’τον καρπό
Και φοβίζουν το μικρό παιδί που στέκει από κάτω
Οι αναμνήσεις δεν μ’αφήνουν να προχωρήσω,
Με κρατάνε γερά και δεν βρίσκω το θάρρος να τις προσπεράσω.