Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΗΡΘΕ ΧΘΕΣ
Στο άκουσμα της είδησης την πρώτη φορά, η Δέσποινα κόντεψε να λιποθυμήσει.
«Σαν ψέματα μου φαίνεται. Δεν είναι δυνατόν» φώναξε. «Πρέπει να κάνετε κάποιο λάθος! Ποτέ δεν θα μπορούσε να μου συμβεί αυτό, όχι σε μένα, όχι στο δικό μου το παιδί!», είπε, και κοίταξε έντρομη τον γιατρό περιμένοντας ίσως να παραδεχτεί ότι πράγματι είχε γίνει κάποιο λάθος.
Ο γιατρός ψιθύρισε ένα λυπάμαι, την ακούμπησε απαλά στην πλάτη θέλοντας να της δώσει κουράγιο και την άφησε να σωριαστεί ανήμπορη στην καρέκλα και να βυθιστεί στις σκέψεις της. Έκανε νόημα σε μια νοσοκόμα να την προσέχει κι απομακρύνθηκε στους διαδρόμους του νοσοκομείου.
Η Δέσποινα δεν ήξερε τι να πρωτοσκεφτεί. «Να πάρω και μια δεύτερη γνώμη; Ποια δεύτερη γνώμη; Ίσως ήταν ο πέμπτος, ο έκτος γιατρός στη σειρά που ζητούσα τη γνώμη του», μονολόγησε, «και όλοι καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα. Δεν γίνεται τίποτα. Είναι μάταιο».
Αυτός ο γιατρός ήταν η τελευταία της ελπίδα αλλά όπως φάνηκε δεν υπήρχε ούτε σταγόνα. «Η διάγνωση είναι επιβεβαιωμένη» της έλεγε πριν από λίγο. «Τα χρονικά περιθώρια σας είναι πολύ στενά. Ίσως να απομένουν λίγα χρόνια, ίσως μόνο μερικοί μήνες, εξαρτάται από την κράση κάθε οργανισμού. Απλά, προσπαθήστε να περάσετε όσο το δυνατόν καλύτερα τους τελευταίους μήνες, όχι τόσο για το παιδί αλλά για εσάς, για να έχετε μια γλυκιά θύμηση» της είπε.
Νοσταλγία. Η νοσταλγία φώλιασε μέσα της από εκείνη την πρώτη μέρα που της ανακοίνωσαν τα δυσάρεστα νέα. Σαν χθες ήταν κιόλας, που της είπαν ότι το κοριτσάκι της έπασχε από μια σπάνια ασθένεια και η ζωή του θα χανόταν σύντομα. Που να το’ξερε η Δέσποινα ότι εκείνος ο βήχας που το τυραννούσε τα τελευταία δύο χρόνια δεν ήταν και τόσο αθώος.
Κάθε μέρα που ξημέρωνε, η Δέσποινα νοσταλγούσε την προηγούμενη γιατί έτσι θα είχε την κόρη της στη ζωή της μια μέρα παραπάνω. Και κάθε μέρα που περνούσε την έφερνε πιο κοντά στο μοιραίο τέλος και αυτό ήταν οδυνηρό.
Την έπιανε νοσταλγία για πράγματα που θα χανόντουσαν για πάντα. Σύντομα δεν θα την ξανάκουγε να την φωνάζει «μανούλα», δεν θα ξανάβλεπε το προσωπάκι της να της χαμογελά, ούτε θα την καμάρωνε να τραγουδά και να χορεύει με χάρη στους ρυθμούς του αγαπημένου της τραγουδιού.
Την έπιανε νοσταλγία και για όλα εκείνα τα πράγματα που δεν είχαν προλάβει καν να της συμβούν. Όπως κάθε μάνα έκανε όνειρα για το παιδί της. Νοσταλγούσε να τη δει να μεγαλώνει, να ομορφαίνει, να έχει φίλους, να σπουδάσει, να βρει ένα σύντροφο, να γίνει και το ίδιο μάνα. Τίποτα, όμως, από όλα αυτά δεν θα συνέβαινε στη δική της την περίπτωση.
«Αν γινόταν κάτι και σταματούσε ο χρόνος, δεν θα ερχόταν ποτέ το τέλος», σκεφτόταν. «Αν γινόταν κάτι και μπορούσα να την κρατήσω περισσότερο στη ζωή ίσως προλάβαιναν να βρουν μια θεραπεία, ίσως γινόταν κάτι …»
Έπειτα κοιτούσε το γλυκό προσωπάκι της να της χαμογελά και προσπαθούσε να φυλακίσει αυτή τη στιγμή μέσα της για πάντα. Τη φωτογράφιζε ανά πάσα ώρα και στιγμή σε ό,τι κι αν έκανε, την έπαιρνε video, φύλαγε όλα της τα ρουχαλάκια και τα παπούτσια, τα αγαπημένα της παιχνίδια και τα παραμύθια. Μάζευε στιγμές, χαμόγελα, αγγίγματα. Ήθελε να σιγουρευτεί ότι ακόμα κι όταν φύγει από κοντά της το κορμάκι της, εκείνη θα θυμάται τα πάντα. Κι όταν πάλι έκανε κάποια αταξία η μικρή και τη μάλωνε, η Δέσποινα το μετάνιωνε πικρά, κλεινόταν στο υπνοδωμάτιο της κι έκλαιγε με τις ώρες για να τιμωρήσει τον εαυτό της, κι εκείνη, της χάιδευε το χέρι και της έλεγε «Μην στεναχωριέσαι, μανούλα, δεν θα το ξανακάνω. Συγνώμη».
Κι έπειτα, στο τέλος της ημέρας, κάθε βραδύ, η Δέσποινα, πριν κοιμηθεί, καθισμένη στο κρεβάτι της με τα μάτια κλειστά, αναπολούσε και ξαναζούσε τις στιγμές της ημέρας και, στη συνέχεια, τις κατέγραφε σε ένα ημερολόγιο, ένα ημερολόγιο μονάχα για εκείνο το παιδί της.
~~~
Τις τελευταίες μέρες στο νοσοκομείο, η Δέσποινα δεν έλειψε ούτε δευτερόλεπτο από κοντά της. Στο πρόσωπο της μικρής δεν έβλεπε τα σημάδια ενός άρρωστου παιδιού αλλά συνέχιζε να βλέπει το χαρούμενο και γελαστό προσωπάκι της μικρής της, όπως την είχε συνηθίσει. Κλεισμένες και οι δύο στο δωμάτιο του νοσοκομείου, η Δέσποινα είχε επιστρατεύσει όλες τις καλές στιγμές τους. Εξάλλου ήταν προετοιμασμένη από καιρό γι’αυτό.
Εκεί, λοιπόν, της έβαζε στην τηλεόραση τα dvd που είχε τραβήξει με τις περιπέτειες της, της έδειχνε τις φωτογραφίες της, και της διάβαζε τις ιστορίες της μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου της. Και, έτσι, με αυτόν τον τρόπο, η μικρούλα της δεν ένιωθε άρρωστη, ένιωθε πάλι ζωντανή και γερή, χαμογελούσε, της κρατούσε το χέρι, την κοίταζε γλυκά και της έλεγε «μανούλα».
Κι όταν εκείνο το τελευταίο βράδυ, η μικρούλα αποφάσισε να φύγει από κοντά της για πάντα, η Δέσποινα δεν ήταν στεναχωρημένη, δεν ήταν φοβισμένη γιατί η μικρούλα της είχε ζήσει μια χαρούμενη ζωή και θα συνέχιζε να ζει μέσα της.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου