Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011

Το παιδί της πληγής

“«Το παιδί της πληγής» στην πόλη μας μόνο για λίγες μέρες!” ακούστηκε η φωνή του τελάλη που τριγυρνούσε στα σοκάκια, κρατώντας παραμάσχαλα μερικές παλιοφυλλάδες ψάχνοντας μάταια για υποψήφιους αγοραστές ανάμεσα στους αγράμματους κατά πλειοψηφία κατοίκους του χωριού.
Δεν ήταν δα και ασήμαντο το γεγονός ότι «Το παιδί της πληγής» βρισκόταν στην πόλη τους που πιο πολύ έμοιαζε με χωριό από την ακινησία των στιγμών που διαδραματίζονταν, μια μικρή πόλη, στριμωγμένη στην έρημο, χαμένη μέσα στους αμμόλοφους της Merguza, όπου τίποτα συνταρακτικό δεν συμβαίνει και κανένας τουρίστας δεν επιλέγει να επισκεφτεί.
-          Το άκουσες αυτό; Ψιθύρισε η μαυροντυμένη γυναίκα, αγνώστων χαρακτηριστικών και ηλικίας κάτω από τη σαρία της. «Το παιδί της πληγής» είναι στην πόλη μας. Δηλαδή είναι αλήθεια;
-          Πρέπει να πάμε οπωσδήποτε να το δούμε, απάντησε η διπλανή της, επίσης μαυροφορεμένη γυναίκα και, επίσης, αγνώστων λοιπών χαρακτηριστικών εκτός ίσως από το ύψος της, όπου ήταν ξεκάθαρα πιο κοντή από την πρώτη και τα μάτια της συγκριτικά με αυτήν δεν πετούσαν μαύρες σπίθες.
Με μια πιο προσεκτική παρατήρηση μπορούσες να διακρίνεις κάποιες διαφορές ανάμεσα στις δύο γυναίκες, όπως ποια είναι πιο παχουλή, αλλά η παραμονή του βλέμματος σου επάνω τους πέρα από μερικά δευτερόλεπτα μπορούσε να αποτελέσει ποινικό αδίκημα με ολέθριες συνέπειες μονάχα για την ίδια.
Ο τελάλης τώρα ακουγόταν από πολύ μακριά και οι λιγοστές πληροφορίες που έδινε ήταν ικανές να σου εξιτάρουν την περιέργεια σχετικά με το πότε θα μπορούσες να θαυμάσεις «Το παιδί της πληγής» στο τοπικό Μουσείο, ο Αλλάχ να το κάνει.  Ίσως αυτό να ήταν και το μοναδικό σημαντικό έκθεμα του Μουσείου από την εποχή που κατασκευάστηκε, καθώς η πλειοψηφία των αντικειμένων που περιλαμβάνονταν στη λίστα των εκθεμάτων του ήταν κάτι σκοροφαγωμένα σεντόνια, τσακισμένα κατσαρολικά, μισοσπασμένα πιθάρια και κάμποσα μπαλωμένα ρούχα, ό,τι δηλαδή μπορούσαν να αρπάξουν οι ιδιοκτήτες του από το σπίτι κάποιου που πέθανε μονάχος του δίχως συγγενείς. 
Οι δύο μαυροφορούσες διέκοψαν την άκρως ενδιαφέρουσα συζήτηση τους με το φόβο ότι είχαν μείνει για πολύ ώρα εκτεθειμένες στο ίδιο σημείο προκαλώντας δυσαρέσκεια στον αντρικό πληθυσμό που περιφερόταν βιαστικά γύρω τους πουλώντας την πραμάτεια τους στην κεντρική αγορά. Διόρθωσαν τη σαρία τους σφίγγοντας την γερά στο λαιμό και γύρω από το πρόσωπο τους, κοίταξαν τριγύρω τους για να βεβαιωθούν ότι δεν έβλεπαν κάποιο μέλος της οικογένειας τους, το οποίο θα είχαν ντροπιάσει με την παραμονή τους στο χώρο άνευ συνοδείας, και με ταχύ βήμα επέστρεψαν στα σπίτια τους για να μοιραστούν τα αναπάντεχα νέα με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας τους.
«Το παιδί της πληγής», ‘ένα χρυσοποίκιλτο χαλί, ήταν σχεδόν μυθικό για όλους τους κατοίκους του μικρού χωριού και κανείς δεν πίστευε ότι υπήρχε στην πραγματικότητα καθώς κανείς δεν είχε καταφέρει να το δει ή να το βρει. Είχε εξαφανιστεί πριν από εκατοντάδες χρόνια από την πόλη τους μαζί με την κοπέλα που το είχε υφάνει και με τα χρόνια όλοι είχαν πιστέψει ότι αποτελούσε περισσότερο έναν μύθο για τις νεαρές κοπέλες όπου έτρεφαν την προσδοκία για μια καλύτερη, πιο αξιόλογη ζωή, με έναν άντρα που πραγματικά αγαπούσαν, παρά την αναπόφευκτη και οδυνηρή πολλές φορές πραγματικότητα τους με έναν άντρα μεγαλύτερο τους στα χρόνια, ο οποίος δεν τρέφει συναισθήματα για αυτές, δεν τις αντιμετωπίζει ως νοήμον ον και τις αντιμετωπίζει περισσότερο σαν ένα προϊόν από ένα αλισβερίσι.
Ο μύθος που κάλυπτε «Το παιδί της πληγής» είχε μεταφερθεί από στόμα σε στόμα μια και κανείς δεν είχε ενδιαφερθεί να τον γράψει ποτέ, καθώς η έννοια της γραφής σε ένα μικρό χωριό του Μαρόκου μέσα στην έρημο ήταν άγνωστη για εκείνα τα χρόνια ακόμα και για τα νεότερα. Ως εκ τούτου ήταν αναμενόμενο να έχουν υπάρξει προσωπικές παρεμβάσεις στην ιστορία τις οποίες προσέθετε ο εκάστοτε αφηγητής με άλλοτε ζωηρότερη και άλλοτε λιγότερο ζωηρή φαντασία. 
Η Λάιλα πέρασε το κατώφλι του σπιτιού της αφού πρώτα έβγαλε τα παπούτσια της και τα άφησε στο σκαλοπάτι. Τα παχιά χαλιά έλιωναν κάτω από τα πόδια της με τη ζέστη, ενώ ο ανεμιστήρας της οροφής δούλευε ασταμάτητα νύχτα μέρα δροσίζοντας με ευχαρίστηση τα πρόσωπα της οικογένειας που μοιράζονταν την ίδια στέγη. Η γιαγιά ήταν όπως πάντα στην κουζίνα να επιβλέπει το καθημερινό φαγητό και να δίνει οδηγίες στα μικρότερα κορίτσια για τη συμπεριφορά τους και για τη στάση τους στην οικογένεια και στον ευρύτερο κοινωνικό τους κύκλο.
Πλησίασε τη μητέρα της, της φίλησε το χέρι και της ανακοίνωσε τα απροσδόκητα νέα για την έλευση του «Παιδιού της πληγής» στην πόλη τους.
-          Τα μάθατε τα νέα, μητέρα; «Το παιδί της πληγής» βρίσκεται εδώ. Τελικά είναι αλήθεια.
-          Που το άκουσες, εσύ;
-          Στην αγορά, το διαλαλούσε ο τελάλης.
-          Πόσες φορές σου έχουμε πει Λάιλα να μην πηγαίνεις στην αγορά μόνη σου; Για μια κοπέλα σαν και σένα, δεν επιτρέπεται να τριγυρνάς σε αυτούς τους χώρους δίχως την αντρική συνοδεία κάποιου μέλους της οικογένειας σου. Το ξέρεις καλά αυτό.  Και ειδικά τώρα που γίνονται οι διαπραγματεύσεις για το γάμο σου. Τι χαρακτήρα θα δείξεις στον μελλοντικό σύζυγο σου;    
-          Μα, δεν τον γνωρίζω καν τον μελλοντικό σύζυγο μου, ψιθύρισε η Λάιλα, πώς να προσέξω το χαρακτήρα μου απέναντι του; Κι αμέσως μετάνιωσε για τον τρόπο που μίλησε στη μητέρα της.
-          Ένας λόγος παραπάνω για να είσαι περισσότερο προσεκτική, διότι αυτός σε γνωρίζει και μπορεί να παρακολουθεί τη συμπεριφορά σου έξω από το σπίτι, κι αν υπάρχει κάτι που δεν τον ικανοποιήσει θα αυξήσει την τιμή της προίκας και θα δυσκολευτούμε πολύ να σε παντρέψουμε μαζί του. Κι όπως καταλαβαίνεις κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφή για την οικογένεια μας. Ήδη έχει συμβεί μία φορά και αναγκαστήκαμε να στείλουμε την αδερφή σου στη Ραμπάτ κοντά στο θείο και στη θεία σας ώστε να μπορέσει να παντρευτεί, δεν θα θέλαμε να συμβεί και σε σένα. Ποια θα υπάρχει μετά στο σπίτι για να με βοηθάει; Οι δίδυμες αδερφές σου είναι πολύ μικρές ακόμα για παντρειά, δεν έχουν φτάσει καν τα 10 και η γιαγιά σου κάθε χρόνο δυσκολεύεται όλο και περισσότερο με το περπάτημα της.
Η Λάιλα συνειδητοποίησε ότι δεν θα μπορούσε να μάθει κάτι από τη μητέρα της σχετικά με «Το παιδί της πληγής» και έτσι αποχώρησε κατευθυνόμενη προς την κουζίνα με την ελπίδα ότι η γιαγιά της θα μπορούσε να τη διαφωτίσει περισσότερο.
-          Γιαγιά, «Το παιδί της πληγής» έρχεται στο Μουσείο σε λίγες μέρες. Εσύ το έχεις δει ποτέ;
-          Δεν είμαι δα και τόσο γριά κόρη μου για να έχω καταφέρει να το δω. «Το παιδί της πληγής» εξαφανίστηκε από τον τόπο μας πριν από πάρα πολλά χρόνια, όταν σε αυτό το σπίτι ζούσαν οι παππούδες, των παππούδων, των παππούδων μου.
-          Και τι ξέρεις εσύ γι’αυτό γιαγιά;
Η γιαγιά την περιεργάστηκε με τη ματιά της και είδε στα βαθιά μαύρα μάτια της την περιέργεια για ένα γεγονός που θα προσδοκούσε κάθε κοπέλα με την ομορφιά της από τη θέση που βρισκόταν η εγγονή της.
Ο πατέρας της Λάιλα ετοιμαζόταν να την παντρέψει με έναν άντρα από το χωριό που είχε τα διπλά της χρόνια μόνο και μόνο για μερικές καμήλες παραπάνω, κάμποσα κιλά παστουρμά και μια πηγή με νερό. Κι αν αυτό φάνταζε εξαιρετική ευκαιρία στα μάτια του πατέρα της, στο μυαλό της Λάιλα δεν έπαιρνε τις ίδιες γοητευτικές διαστάσεις. Στο κοριτσίστικο μυαλό της των 16 χρόνων, η έλευση του «Παιδιού της Πληγής» ακριβώς αυτή τη χρονική στιγμή που ετοιμαζόταν να παντρευτεί φάνταζε ότι θα μπορούσε να ήταν η ίδια η νέα ενσάρκωση του μύθου.
Η γιαγιά της δεν θέλησε να παρατείνει άλλο την αγωνία της και την πήρε στα γόνατα της όπως έκανε όταν ήταν μικρή.   
-          Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα μικρό κορίτσι, περίπου στην ηλικία σου, τόσο όμορφο όσο εσύ, που ζούσε σε ένα φτωχικό σπίτι στην άκρη του χωριού μας. Μία μέρα, σταμάτησε στην πόρτα του σπιτιού τους ένας ταξιδιώτης, ο οποίος ερχόταν από την έρημο, και καθώς του είχε σωθεί το νερό, τους χτύπησε την πόρτα του σπιτιού για να τους ζητήσει λίγο νερό για την καμήλα του κι αυτόν. Το κορίτσι ήταν μόνο του στο σπίτι εκείνη τη στιγμή και, όπως γνωρίζεις, από εκείνα τα χρόνια δεν επιτρεπόταν να βρεθεί κάποιος άντρας μόνος του σε ένα δωμάτιο με ένα κορίτσι. Αρχικά, το κορίτσι δίστασε να ανοίξει την πόρτα, όταν άκουσε όμως τον άντρα να σωριάζεται κάτω αφήνοντας έναν φοβερό γδούπο, άνοιξε την πόρτα, τον έβαλε να ξαπλώσει και του έδωσε νερό. Όταν ο άντρας συνήλθε αντίκρισε όλη την οικογένεια της από πάνω του να τον κοιτάει απειλητικά. Το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει μέσα στην αδυναμία του προκειμένου να σώσει την τιμή και την υπόληψη του σωτήρα του και να αποτρέψει τον διωγμό της κοπέλας στην έρημο, ο οποίος θα κατέληγε σε μαρτυρικό και βέβαιο θάνατο, ήταν ότι θα την παντρευτεί. Για να την παντρευτεί όμως θα έπρεπε να του δοθεί και κάποια προίκα την οποία η οικογένεια δεν διέθετε. Τότε το μικρό κορίτσι πρότεινε να υφάνει ένα χαλί που όμοιο του δεν θα έχει υπάρξει σε ολόκληρο το Μαρόκο, ένα χαλί από χρυσή, μεταξωτή κλωστή με περίτεχνους κόμπους και μοναδικό σχέδιο. Το κορίτσι, που είχε αγαπήσει τον άντρα από την πρώτη στιγμή που τον είδε στην πόρτα του σπιτιού της - και ξέρεις ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στα μέρη μας να αγαπάει η γυναίκα πρώτη τον άντρα που επιλέγει να την παντρευτεί - ξεκίνησε να υφαίνει το χαλί και όσο προσπαθούσε να το κάνει όλο και πιο όμορφο τόσο το ξήλωνε και το ξαναέδενε πληγιάζοντας τα χέρια της, τα οποία έσταζαν αίμα πάνω στη χρυσή κλωστή και την πότιζαν. Όταν μετά από δύο χρόνια το κορίτσι τελείωσε να υφαίνει το χαλί, το χαλί απεικόνιζε έναν χρυσό ήλιο που έλουζε με κόκκινες αχτίδες τη χρυσαφένια έρημο με ένα μοναδικό τρόπο. Για αυτό το λόγο και το ονόμασαν αυτό το χαλί «Το παιδί της πληγής», από το αίμα των πληγιασμένων χεριών του παιδιού που είχε στάξει πάνω του.
-          Και γιατί γιαγιά λένε ότι αυτό το χαλί δεν υπήρξε ποτέ και όλο αυτό είναι ένας μύθος;  
-          Γιατί κόρη μου πολλές κοπέλες προσπάθησαν από τότε να υφάνουν χαλί με χρυσή κλωστή για να έχουν την τύχη του κοριτσιού, δηλαδή να παντρευτούν τον άντρα που αγάπησαν, αλλά καμία δεν το κατάφερε. Ακόμα κι εγώ προσπάθησα, είπε η γιαγιά, κάνοντας μια παύση, κι ένας ελαφρύς αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της, και ξέρεις πόσο επιδέξια ήμουν με την ύφανση, αλλά είναι τόσο λεπτή η χρυσή κλωστή που σπάει από τον πρώτο κόμπο.
-          Και πως χάθηκε γιαγιά αυτό το χαλί από το χωριό μας;
-          Κανείς δεν ξέρει ακριβώς. Άλλοι λένε ότι η κοπέλα πέταξε πάνω στο χαλί για να βρει τον αγαπημένο της όταν εκείνος έλειπε στην έρημο για πάρα πολλές μέρες και εκείνη είχε ανησυχήσει και φοβόταν ότι είχε πάθει κάτι  κακό. Άλλοι λένε ότι την τύλιξαν σε αυτό σαν πέθανε και την έθαψαν μαζί του. Άλλοι πάλι ότι το έδωσε στην κόρη της σαν προίκα κι αυτή στη δική της και …
-          Ναι, αλλά τώρα είναι εδώ, έτσι δεν είναι;
Η Λάιλα εγκατέλειψε τη γιαγιά της μέσα στις σκέψεις της μόλις είδε το βλέμμα της να πλανάται στο άπειρο χωρίς προορισμό και γρήγορη επιστροφή και αποσύρθηκε στο δωμάτιο της στον επάνω όροφο του σπιτιού. Ξάπλωσε στο κρεβάτι της και με κλειστά μάτια άρχισε να συνθέτει την εικόνα του άντρα που ήθελε να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Τη Λάιλα δεν την ενδιέφεραν οι καμήλες, ο παστουρμάς και το νερό, αλλά την ενδιέφεραν τα μάτια του άντρας της να είναι σαν την νύχτα, το δέρμα του μελαχρινό σαν το χρώμα της άμμου της ερήμου, η κορμοστασιά του γερή και δυνατή σαν το άλογο και τα λόγια του γλυκά και ζουμερά σαν την καλύτερη καρύδα. Και πάνω από όλα να τον αγαπάει και να την αγαπάει. Με αυτές τις σκέψεις αποκοιμήθηκε και δεν ξύπνησε παρά μόνο όταν άκουσε τη φωνή της μητέρας της να την φωνάζει ότι είχε παραμελήσει τα καθήκοντα της στο νοικοκυριό του σπιτιού πράγμα που θα είχε άσχημο αντίκτυπο πάνω της αν αυτό το επαναλάμβανε και μελλοντικά στο δικό της σπίτι.
Μια εβδομάδα μετά, η Λάιλα, στεκόμενη όρθια συνοδεία της οικογένειας της έξω από την πόρτα του Μουσείου, αποτελούσε έναν από τους κρίκους μιας ατελείωτης ανθρώπινης αλυσίδας που είχε δημιουργηθεί για «Το παιδί της πληγής» και χανόταν σαν πολύχρωμο χορτασμένο φίδι στα στενά σοκάκια του χωριού. Στεκόταν ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, προσεκτικά περιτριγυρισμένη από τη μητέρα, τον πατέρα και τα αδέρφια της στην προσπάθεια τους να προστατέψουν την τιμή της και την υπόληψη της . Το βλέμμα της δεν έπρεπε να ξεπερνά μερικά εκατοστά από το έδαφος και αυτό είχε ως συνέπεια για τη Λάιλα να έχει εξασκηθεί κατ΄λα τη διάρκεια της οικογενειακής βόλτας στην αξιολόγηση των ανθρώπων γύρω της από το είδος και την ποιότητα των παπουτσιών τους.
Το πολύχρωμο φίδι προχώρησε σερνόμενο, το χρώμα του άλλαξε λίγο τη σύνθεση του και μία νέα παλέτα δημιουργήθηκε στο βλέμμα της Λάιλα. Ανάμεσα στις πλαστικές σαγιονάρες, τις μαυρισμένες φτέρνες, τα κακοφορμισμένα νύχια και τα τρύπια δερμάτινα μοκασίνια, ένα καινούριο ζευγάρι παπούτσια μπήκε στο οπτικό της πεδίο, λευκό, καθαρό, μοντέρνο, περιποιημένο, ένα ζευγάρι που δεν είχε δει ποτέ ξανά ως τώρα και ήταν σαφώς διαφορετικό από αυτά που είχε συνηθίσει να βλέπει στον περίγυρο της. Η Λάιλα άφησε να της ξεφύγει ένας ελαφρύς αναστεναγμός όμοιος με αυτόν της γιαγιάς της όταν της εξιστορούσε την ιστορία του «Παιδιού της πληγής» και απόρησε κι η ίδια με το τρέμουλο που ένιωσε στο στήθος της καθώς δεν το είχε ξανανιώσει ποτέ. Ίσως, μόνο μια φορά, όταν ήταν 6 χρονών να το είχε νιώσει για τον μεγαλύτερο ξάδερφο της αλλά μάλλον ήταν κάτι περισσότερο σε θαυμασμό για το κατόρθωμα τους να σκαρφαλώνει στο δέντρο της αυλής με περισσή ευκολία παρά … έρωτας.
Η Λάιλα τρομοκρατήθηκε μόνο και στην σκέψη αυτού του συναισθήματος που αποτελούσε αμαρτία για τα δεδομένα του χωριού, της οικογένειας, του φύλλου και της ηλικίας της. Το φιδίσιο σώμα σύρθηκε ξανά και τα χρώματα του ανασυντάχθηκαν για άλλη μια φορά παίρνοντας τώρα μια πιο μουντή απόχρωση ενώ το λευκό ζευγάρι παπούτσια έφυγε από το οπτικό της πεδίο και όσο κι αν προσπάθησε η Λάιλα να το ξανασυναντήσει, δεν τα κατάφερε, κι η προσδοκία έδωσε τη θέση της στην απογοήτευση για την απώλεια του.
Τώρα βρισκόταν μπροστά στο «Παιδί της πληγής» κι αυτό που αντίκρυζε ήταν πραγματικά υπέροχο. Το φως του ήλιου έμπαινε από την οροφή του κτιρίου και έπεφτε πάνω στο «Παιδί της πληγής», γυμνό, που με τη σειρά του αντανακλούσε τις χρυσαφένιες του ακτίνες λούζοντας τους τοίχους του δωματίου του Μουσείου όπου βρισκόταν κρεμασμένο, καθώς  και το στριμωγμένο πλήθος που το θαύμαζε εκστασιασμένο.
Μια ευχή δεν πρόλαβε να βγει από τα χείλη της Λάιλα αντικρίζοντας κι αυτή με τη σειρά της «Το παιδί της πληγής» αλλά πνίγηκε από φόβο μήπως θεωρηθεί βλασφημία και ασέβεια. Η ευχή να έχει την τύχη της κοπέλας που ύφανε «Το παιδί της πληγής» φάνηκε τώρα να βρίσκει το δρόμο για το μυαλό της την ίδια στιγμή που το λευκό ζευγάρι παπούτσια στεκόταν λίγο πιο πίσω της δίχως να της δίνει τη δυνατότητα να το δει.
Το φίδι σύρθηκε κουρασμένο και νωχελικό για άλλη μια φορά και πέταξε έξω από την αίθουσα του Μουσείου τη Λάιλα οδηγώντας αυτήν και την οικογένεια της πίσω στο σπίτι τους.
Μέρες αργότερα, ο πατέρας της Λάιλα ανακοίνωσε στην οικογένεια τα ευχάριστα νέα, ότι η συμφωνία του γάμου είχε κλείσει και ο γαμπρός με την οικογένεια του θα τους επισκεπτόταν προκειμένου να ορίσουν την ημερομηνία τέλεσης του μυστηρίου.
Μυστήριο ήταν αυτός ο γάμος για τη Λάιλα κυριολεκτικά. Όσο κι αν είχε προσπαθήσει η Λάιλα σαν πιστό σκυλί που κουνά την ουρά του χαριτωμένα ελπίζοντας ότι το αφεντικό του θα του πετάξει ένα μπισκοτάκι, να επιδείξει περισσή προθυμία στις ετοιμασίες της επίσκεψης με την ελπίδα ότι θα έπαιρνε κάποιες κουβέντες και λέξεις από τη μητέρα της για την όψη του μέλλοντα γαμπρού, το χαρακτήρα του, την ηλικία του και την οικογένεια του, όσο κι αν προσπαθούσε ήταν σαν να μιλούσε σε τοίχο. Στην πραγματικότητα, η μητέρα της δεν έδινε καμία σημασία σε αυτές τις λεπτομέρειες από τη στιγμή που ο σύζυγος της ήταν ικανοποιημένος και ευχαριστημένος με τη συμφωνία αυτή και έτσι θα έπρεπε να κάνει και η Λάιλα σύμφωνα με τα λεγόμενα της, πράγμα που έκανε τη Λάιλα να αναρωτιέται αν τελικά η μητέρα της γνώριζε κι η ίδια κάτι παραπάνω.
Η μέρα της γνωριμίας είχε φθάσει αργότερα από ό,τι θα ήθελε η Λάιλα και νωρίτερα από ό,τι θα επιθυμούσε. Από τη μια πλευρά η αγωνία για το άγνωστο και από την άλλη η αποδοχή του μοιραίου και αναπόφευκτου. Δεν ήταν στο χέρι της εξάλλου να κάνει κάτι διαφορετικό για να προκαλέσει τη μοίρα της όπως τα είχε καταφέρει «Το παιδί της πληγής».
Κατέβηκε τη μεγάλη σκάλα, ακολουθώντας τη φωνή του πατέρα της που την προσκαλούσε, με τα μάτια της να δυσκολεύονται να κοιτάξουν οπουδήποτε αλλού πέρα από τα σκαλοπάτια με κίνδυνο να πέσει από τη μεγάλη σκάλα και μόνο όταν κατέβηκε και το τελευταίο σκαλοπάτι μπόρεσε να ρίξει κλεφτές ματιές στο πάτωμα γύρω της προσπαθώντας να αναγνωρίσει τη θέση που κάθονταν ο πατέρας της και να σταθεί δίπλα του.
Το λευκό ζευγάρι παπούτσια απέναντι της, καθαρό και μοντέρνο, ακουμπούσε ελαφρά πάνω στο βαθυκόκκινο χαλί, σε εκείνο το σημείο ακριβώς που είχε πέσει και είχε χτυπήσει η Λάιλα όταν ήταν μικρή και ένα δάκρυ για μια σταγόνα αίμα είχαν κυλήσει και είχαν απορροφηθεί αμέσως από το παχύ πέλος του χαλιού δίχως να το αντιληφθεί κανείς.
Με κοφτά βήματα πλησίασε τον πατέρα της μακαρίζοντας την τύχη της που το λευκό ζευγάρι παπούτσια βρισκόταν σπίτι της και όταν ο πατέρας της ανακοίνωνε ότι αυτός θα ήταν ο σύζυγός της, η Λάιλα κατόρθωσε να πνίξει το χαμόγελο της κάτω από τη σαρία και να αποδώσει την ανέλπιστη τύχη της στον ερχομό του «Παιδιού της πληγής» στην πόλη τους.

Η ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ (Μαγειρεύοντας για άλλους)

Γαστρονομία. Συνταγή. Μαγειρική. Γεύση. Απόλαυση.
Συνδυασμοί.
Η γαστρονομία περιλαμβάνει τις συνταγές. Οι συνταγές για να εκτελεστούν χρειάζονται τη μαγειρική. Η μαγειρική έχει ως αποτέλεσμα τη γεύση. Η γεύση αποσκοπεί στην απόλαυση.
Όλα τα παραπάνω βασίζονται στον κατάλληλο συνδυασμό υλικών. Και η ύπαρξη ή η ανυπαρξία ενός υλικού μπορεί να κάνει τη διαφορά. Επιλέγεις ένα βασικό υλικό και γύρω από αυτό χτίζεις τη συνταγή. Δυο τρία υλικά με ήπια γεύση, ένα δυο υλικά για διαφορετικότητα στο χρώμα, άλλο ένα υλικό από διαφορετική διατροφική ομάδα, ένα μυρωδικό και … έτοιμη η συνταγή σου!
Υπάρχουν σωστοί και λάθος συνδυασμοί υλικών; Πότε θεωρείται ότι έχει πετύχει μια συνταγή; Πότε θεωρείτε ΕΣΕΙΣ ότι έχει πετύχει η συνταγή σας; Όταν την έχετε εκτελέσει ακριβώς όπως περιγράφεται; Όταν την ώρα που την εκτελείτε την εξελίσσετε; Όταν σας αρέσει το γευστικό ή και το οπτικό αποτέλεσμα της; Όταν ικανοποιεί αυτούς που τους το προσφέρετε;
Ας συμφωνήσουμε σε κάτι εξαρχής. Είναι προφανές ότι είναι αδύνατο να ικανοποιήσετε όλους όσους θέλετε με μια μόνη συνταγή. Για παράδειγμα, εμένα μου αρέσουν οι τηγανιτές πατάτες με τριμμένο τυράκι ενώ σε άλλους αρέσουν να έχουν ρίγανη. Σε εσάς;
Συνεπώς δεν υπάρχουν σωστοί και λάθος συνδυασμοί υλικών διότι αυτό που αρέσει σε μένα μπορεί να μην αρέσει σε εσένα. Κι αυτό από μόνο του είναι μία πρόκληση και μία πρόσκληση για κάθε εμπλεκόμενο στην τέχνη της γαστρονομίας.
Ποια συνταγή άραγε είναι αυτή που θα ικανοποιούσε κάθε ουρανίσκο; Ποιος είναι αυτός ο μαγικός συνδυασμός υλικών που μπορεί να εξιτάρει τον καθέναν μας ανεξαιρέτως; Υπάρχει αυτή η μαγική συνταγή;
Δεν νομίζω. Ή μήπως κάνω λάθος;
Παρομοιάζω τις σχέσεις των ανθρώπων με τις συνταγές μαγειρικής. Μία παρέα ανθρώπων είναι μία συνταγή μαγειρικής. Η παρέα περιλαμβάνει ποικιλία χαρακτήρων και ανθρώπινων χαρακτηριστικών, εσωτερικών και εξωτερικών, με μοναδιαίο αποτέλεσμα τη σχέση που δημιουργούν μεταξύ τους και αλληλεπιδρούν. Και λέω μοναδιαίο διότι εάν εκλείψει ένας χαρακτήρας ή εάν προστεθεί ένας άλλος στην παρέα το δυναμικό αποτέλεσμα των σχέσεων είναι διαφορετικό.
Ο χαρακτήρας κάθε ανθρώπου, μιας μονάδας, αποτελεί ένα ιδιαίτερο συστατικό σε μια παρέα και η παρέα ολόκληρη αποτελεί μια συνταγή υψηλής γαστρονομίας. Ένα συνονθύλευμα χαρακτηριστικών, μορφών, συμπεριφορών, ιδιαιτεροτήτων αλλά και γλώσσας, καταγωγής, κουλτούρας, θρησκευτικών και άλλων πεποιθήσεων και τόσων άλλων πραγμάτων.
Η συνταγή πετυχαίνει και η παρέα έχει διάρκεια όταν τα συστατικά της, δηλαδή οι άνθρωποι που την απαρτίζουν, μπορούν να συνυπάρχουν, να αλληλοσυμπληρώνονται και να αλληλοϋποστηρίζονται, και να δίνουν ένα όμορφο «γευστικό» και οπτικό αποτέλεσμα.
Εάν αλλάξει μία μονάδα τότε το αποτέλεσμα είναι διαφορετικό διότι κανένας άνθρωπος δεν είναι ίδιος με κάποιον άλλο και συνεπώς δεν μπορεί να τον αντικαταστήσει ισάξια και όχι επάξια.
Εάν αλλάξει ένα συστατικό σε μια συνταγή, ως προς την ποσότητα του και την ποιότητα, ή ακόμα και το ίδιο το συστατικό τότε η συνταγή είναι μια διαφορετική συνταγή. Κάθε υλικό σε μια συνταγή κάνει τη διαφορά και, ως εκ τούτου, κάθε άνθρωπος σε ένα σύνολο κάνει τη διαφορά, και η ύπαρξη του καθενός μας σε μια κοινωνική ομάδα κάνει τη διαφορά ανάλογα με το βάρος που εμείς προσδίδουμε σε αυτήν.
Εσείς, τι βάρος δίνετε στην ύπαρξη σας μέσα στα κοινωνικά σύνολα που συμμετέχετε; 

Το κλειδί της αθωότητας

Γεννιέσαι αθώος, γυμνός, δεν ξέρεις τι σε περιμένει και τι έχεις να αντιμετωπίσεις έξω από τη μήτρα που σε φιλοξενούσε για 9 μήνες. Το μόνο που σε νοιάζει είναι να μπορείς να αναπνέεις και να τρέφεσαι. Το ένστικτο της επιβίωσης. Ένα ένστικτο που χαρακτηρίζει όλα τα ζώα του βασιλείου της γης.
Κι όμως τα κατάφερες, εκείνο το πρώτο βράδυ σου που βγήκες στη ζωή. Ανέπνευσες, τράφηκες, αναπτύχτηκες, μεγάλωσες, έμαθες καινούρια πράγματα και ξέχασες τα άλλα, τα παλιά. Περάσανε κι άλλα χρόνια, προχώρησες στη ζωή σου και τώρα ψάχνεις, ψάχνεις το κλειδί της πόρτας που θα σε οδηγήσει πάλι πίσω, εκεί στη χαμένη σου αθωότητα που ίσως να μην ήταν και τόσο αθώα τελικά. Πότε την έχασες ακριβώς δεν ξέρεις. Πότε να ήταν;
Όταν η μάνα σου, ο Θεός να την κάνει, σε παράτησε στα σκαλοπάτια του ορφανοτροφείου και σε βρήκανε να σπαράζεις από το κλάμα σαν γατάκι; Ευτυχώς ήταν καλοκαίρι, ζέστη, σουρούπωνε και δεν κρύωνες. Κανείς δεν αντιλήφθηκε το παραμικρό σε εκείνη την ερημιά. Ένα μικροσκοπικό κορμί τυλιγμένο σε ένα σεντόνι δίχως τίποτα να το συνοδεύει, να το ακολουθεί. Με μόνο του όπλο το ένστικτο της επιβίωσης, η αναπνοή, η πείνα, ο κίνδυνος, η αναζήτηση της αίσθησης προστασίας και θαλπωρής.
Μήπως να την έχασες όταν συνειδητοποίησες ότι είσαι ένα διαφορετικό παιδί; Όταν τα περισσότερα παιδιά έρχονται στον κόσμο από μια μοναδική μάνα, σε ένα σπίτι, με έναν πατέρα, εσύ ζεις και μεγαλώνεις σε ένα μεγάλο κτίριο με ασπροντυμένες γυναίκες που τις φωνάζουν όλες ανεξαιρέτως «μητέρα» ή «προϊσταμένη»;
Ίσως πάλι να την έχασες όταν μεγαλώνοντας θέλησες να φύγεις από εκείνο το σπίτι αλλά δεν είχες κανένα συγγενή που θα μπορούσες να επισκεφτείς, αδερφό ή αδερφή, παππού ή γιαγιά.
Έτσι σε οδήγησε ο δρόμος σε εκείνη την αποβάθρα του τρένου μιας επαρχιακής πόλης δίχως να γνωρίζεις σε ποιό βαγόνι πρέπει να μπεις και ποιά κατεύθυνση πρέπει να ακολουθήσεις. Μόνο που αυτή τη φορά δεν είσαι μόνος όπως εκείνη την πρώτη μέρα που βγήκες στη ζωή. Σήμερα βγαίνεις σε μια άλλη ζωή αλλά έχεις ένα σύμμαχο στο πλάι σου, έναν συνοδοιπόρο.
Ο Μιχάλης συνέχισε να κάθεται αδιάφορος στην γωνία της αίθουσας αναμονής του σταθμού αν και βούλιαζε στις σκέψεις που βάραιναν το μυαλό του τα τελευταία χρόνια. Βλέμμα σκοτεινό και κρύο, ατάραχο αλλά μέσα στην ψυχή του γινόταν πάρτι. Την προηγούμενη μέρα είχε τα γενέθλια του. Παράξενο. Δεν είναι σίγουρος καν πότε είναι τα γενέθλια του στην πραγματικότητα. Δεν τον είχαν δηλώσει σε κάποιο μαιευτήριο ή κάπου αλλού όσο κι αν έψαξαν οι υπεύθυνοι του ορφανοτροφείου. Δεν τον συνόδευε κανένα χαρτί όταν τον βρήκαν στα σκαλοπάτια του ορφανοτροφείου τυλιγμένο μόνο με ένα γαλάζιο σεντονάκι. Ένα σώμα χωρίς προέλευση με μόνο εφόδιο το ένστικτο της επιβίωσης. Το προσωπικό και οι γιατροί υπολόγισαν ότι θα έπρεπε να είχε γεννηθεί μερικές μέρες νωρίτερα, κι έτσι δήλωσαν την ημερομηνία γέννησης του μερικές μέρες πριν από την ημερομηνία που τον βρήκαν, στο περίπου. Πότε πρόλαβε αυτή η μάνα και τον αγάπησε και τον απέρριψε ταυτόχρονα ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει. Τι την ώθησε να τον αφήσει τόσο νωρίς και να τον αποχωριστεί; Ακόμα κι ένα σκυλί το κρατάς περισσότερο κοντά σου μέχρι να βεβαιωθείς ότι δεν το θέλεις ή ότι δεν το αντέχεις. Που να βρίσκεται αυτή η μάνα άραγε τώρα; Πώς να είναι; Να ζει; Να υπάρχει πατέρας; Βιολογικός σίγουρα, πως αλλιώς να γεννήθηκε, με τον κρίνο; Να τον έχει αναζητήσει άραγε ο πατέρας του ποτέ;
«Μπορεί να είναι και σήμερα τα γενέθλια μου», σκεφτόταν, «Μία καινούρια αρχή, λοιπόν. Αλλιώτικη. Μία αρχή που έχω επιλέξει εγώ αυτή τη φορά. Θα είναι πιο σωστή από την άλλη; Την πρώτη. Ποιος να ξέρει; Τουλάχιστον αυτή τη φορά θα είναι διαφορετικά. Δεν θα είναι το ένστικτο που θα δουλεύει αλλά η λογική και το μυαλό μου».
Η Άννα κουλουριάστηκε δίπλα του σαν να κατάλαβε τις σκέψεις του και ήθελε να του δηλώσει «Αυτή τη φορά δεν είσαι μόνος, είσαι δύο, είμαστε μαζί».
Με το ένα χέρι την κρατούσε αγκαλιά και με το άλλο χέρι έβγαλε το πακέτο τα τσιγάρα από την τσέπη του μπουφάν. Πήρε ένα τσιγάρο με το στόμα και ξαναέβαλε το πακέτο στην τσέπη. Δεν ήθελε να την ξυπνήσει. Είχαν ακόμα πολύ ώρα στη διάθεση τους μέχρι την αναχώρηση του τρένου τους.
Έβγαλε τον αναπτήρα, άναψε το τσιγάρο και τράβηξε μια γερή τζούρα. Ο καπνός κινήθηκε αργά προς τα πάνω. Η Άννα ξύπνησε από τη μυρωδιά του, νωχελικά σηκώθηκε από την αγκαλιά του και με γατίσιες κινήσεις τράβηξε πίσω την πλάτη της να την ισιώσει από την παράδοξη θέση που βρισκόταν ξαπλωμένη πρωτύτερα.
-          Θες; Της είπε
-          Θέλω αλλά μαζί με καφέ, του απάντησε. Πάω να πάρω έναν. Έναν στα δύο;
-          Ναι.
Ο καφές τους ήταν πάντα ένας στα δύο. Το τσιγάρο, το φαγητό, η κουβέρτα, το μαξιλάρι. Ένα στα δύο. Ήταν πάντα ο Μιχάλης και η Άννα, η Άννα και ο Μιχάλης. Ένα.
-------------------------------
Η Άννα είχε φτάσει στο ορφανοτροφείο πολύ αργότερα από τον Μιχάλη. Ήταν 6 χρονών όταν την άφησε εκεί η μητέρα της, η οποία πάλευε με τον καρκίνο, μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία για θεραπείες κάθε τρεις και λίγο, και δεν είχε κανέναν να φροντίσει το παιδί της. Συγγενείς και αδέρφια, όλοι φτωχοί, βιοπαλαιστές του μεροκάματου, δεν μπορούσαν να αναλάβουν να θρέψουν άλλο ένα στόμα. Βάρος τους ήταν η Αννούλα κι η μάνα της Άννας ήταν περήφανη, δεν ήθελε να είναι υποχρεωμένη, ούτε να κακοπεράσει το παιδί της. Μια ζωή τα έβγαζε πέρα μόνη της, ακόμα κι όταν πέθανε ο πατέρας της, σε εργατικό ατύχημα στο αμπάρι ενός πλοίου, η μαμά της Άννας δεν ζήτησε από κανέναν βοήθεια. Έσκυψε το κεφάλι κι αναγκάστηκε να κάνει δυο και τρεις δουλειές για να τα βγάλει πέρα και να μεγαλώσει την δίχρονη, τότε, κόρη της. Την έπαιρνε την Άννα παντού μαζί της σε κάθε της δουλειά. Τι να έκανε κι αυτή η μάνα; Πάλεψε, πάλεψε πολύ, και τώρα που δεν μπορεί να παλέψει άλλο γι’αυτό το παιδί, αυτή τη λύση σκέφτηκε σαν καλύτερη.
Η Άννα ήξερε τι γινόταν, ήταν έξυπνο παιδί, και η μαμά της της είχε εξηγήσει τι θα γινόταν εκείνη τη μέρα στο σπίτι που είχαν πάει. Όση ώρα η μαμά της μιλούσε με την προϊσταμένη για να κανονίσουν τις λεπτομέρειες, η Άννα φοβισμένη, κρατούσε τη μάνα της από το χέρι και με το άλλο χέρι βαστούσε μια μικροσκοπική βαλιτσούλα που είχε στριμώξει τα λιγοστά της ρούχα και παιχνίδια. Σε μια απέλπιδα προσπάθεια της να μην κλάψει, έτσι είχε υποσχεθεί στη μαμά της νωρίτερα, διέκρινε τον Μιχάλη να στέκεται μισοκρυμμένος πίσω από την κάσα της πόρτας, να την κοιτάζει επίμονα κι εκείνη ενστικτωδώς έσφιξε με αγωνία το χέρι της μητέρας της διαισθανόμενη ότι μάλλον αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που την έβλεπε.
Ο Μιχάλης, δύο χρόνια μεγαλύτερος της, της έτεινε το χέρι του που κρατούσε μια καραμέλα και της έκανε νόημα να πάει κοντά του. Την είχε ξαναδεί πολλές φορές αυτή τη σκηνή στο σπίτι. Παιδιά να έρχονται με τη μάνα τους και να απομένουν εκεί. Οι περισσότερες μάνες δεν ξανάρχονταν ποτέ, άλλες ερχόντουσαν κάπου κάπου, έφερναν μερικά πραγματάκια για το παιδί κι εξαφανίζονταν και πάλι. Άλλες, οι πιο λίγες, έρχονταν και τα έπαιρναν πίσω μαζί τους τα παιδιά μόλις έλυναν τα προβλήματα που τους είχαν αναγκάσει να τα αφήσουν εκεί. Αλλά αυτές ήταν η εξαίρεση, μια θλιβερή μειοψηφία.
Τα μάτια της Άννας γυάλισαν στη θέα της καραμέλας. Είχε μέρες να φάει φυσιολογικά πόσο μάλλον να διασκεδάσει το στόμα της με ένα γλυκό. Άφησε το χέρι της μητέρας της και τον πλησίασε.
«Μη φοβάσαι, είναι καλά εδώ», της είπε, και της έδωσε την καραμέλα. Η Άννα την έβαλε βιαστικά στο στόμα μην και τη χάσει. «Έχει φαί εδώ;» τον ρώτησε. «Και φαί και παιχνίδια» της είπε ο Μιχάλης και της έδειξε με το χέρι του την κουζίνα και το σαλόνι στο τέλος του διαδρόμου. Η Άννα του χαμογέλασε και ένας αναστεναγμός ανακούφισης γλίστρησε από τα χείλια της, εκείνα τα πανέμορφα, ροζ, ζουμερά χείλη που τον είχαν συναρπάσει από την πρώτη στιγμή που την αντίκρισε. Ο Μιχάλης κόλλησε το βλέμμα του πάνω της με περισσή αδιακρισία για άλλη μια φορά.
Λίγες μέρες αφού την άφησε στο σπίτι, άφησε κι η ίδια τον κόσμο. Ήταν Χριστούγεννα. Η Άννα πόνεσε πολύ, πάρα πολύ, αλλά ο Μιχάλης στάθηκε δίπλα της σαν αδερφός και καλύτερα. Αν δεν ήταν ο Μιχάλης, η Άννα θα είχε φύγει από το σπίτι και θα την είχαν βρει παγωμένη πάνω από τον τάφο της μητέρας της με τα δάκρυα κρυσταλλωμένα στα μάτια και στα χείλια της.
Έπειτα από το θάνατο της μητέρας της, ο Μιχάλης έγινε για την Άννα ο φύλακας άγγελος της και τίποτα δεν ήταν ικανό να τους χωρίσει μέχρις ακόμα που μεγάλωσαν.
-------------------------------
Σαν να ξύπνησε ο Μιχάλης από ένα λήθαργο, τινάχτηκε και … «Πρέπει να σηκωνόμαστε σιγά σιγά» της είπε, «Όπου να’ναι θα έρθει το επόμενο τρένο. Που πάμε πρώτα;»
«Στην αδερφή της μητέρας μου. Οδός Αντιμάχου 15, στη Νίκαια» του απάντησε η Άννα.
Έσβησε το τσιγάρο στο πάτωμα, δευτερόλεπτα πριν ακουστεί ο θόρυβος από το τρένο που τσουλάει πάνω στις ράγες, φορτώθηκε το σακίδιο του, πήρε και το δικό της στον άλλον ώμο όπως τότε που της σήκωνε τη σχολική τσάντα, και βγήκαν βιαστικά από την αίθουσα αναμονής. Ενώ χανόντουσαν μέσα στο πλήθος, μια εφημερίδα έπεσε από τα χέρια ενός περαστικού.
Το πρωτοσέλιδο έγραφε «Αγνοούνται δύο παιδιά, ένα αγόρι ηλικίας 18 ετών και ένα κορίτσι 16 ετών, από το ορφανοτροφείο Βόλου «Η Ελπίδα» Πληροφορίες θέλουν να είναι μαζί και κατευθύνονται κατά πάσα πιθανότητα προς την Αθήνα…»  

Ο ΠΟΘΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ


Το γλυκό που απαγορεύεται να φας.
Η γυναίκα που απαγορεύεται να κοιτάξεις.
Το κορμί που δεν πρέπει να αγγίξεις.
Η λέξη που δεν μπορείς να πεις.
Αυτό που δεν θα αποκτήσεις ποτέ.
Ο απαγορευμένος καρπός. Αυτό είναι πόθος.

Το φίδι τυλίγεται γύρω σου και σε σφίγγει. Σε προκαλεί.
Προσπαθείς να ξεφύγεις αλλά ξέρεις ότι είναι απελπιστικά μάταιο.
Είσαι οπουδήποτε αλλού αλλά είσαι πάντα αποκλειστικά και μόνο εκεί.
Δεν αντέχεις. Ο πόθος δεν σταματά.
Περιμένεις τη λύτρωση. Η λύτρωση δεν θα έρθει ποτέ. Το ξέρεις.
Όσο τη ζητάς, τόσο δεν τη θέλεις. Είναι αυτό που σε κρατάει ζωντανή.
Ο πόθος λαδώνει τα γρανάζια του μυαλού σου, τρομπάρει τις βαλβίδες της καρδιάς σου.
Όταν ο πόθος ικανοποιηθεί ξέρεις ότι όλα θα έχουν τελειώσει και η ρουτίνα θα πάρει τη θέση του.
Και τότε, πρέπει να αναζητήσεις τον επόμενο για να αρχίσεις πάλι να ζεις, να σκέφτεσαι, να αναπνέεις.
Να ποθείς και να σε ποθούν. Αυτήν την ευχή σου δίνω τώρα που έγινα δικός σου.

Νύχτα Πάθους

Πάθος. Παράνομο. Κρυφό. Ξένο.
Κορμιά διψασμένα για πόνο και ηδονή.
Σάρκα με σάρκα.
Χέρια πλεγμένα.
Στάλες ιδρώτα.
Στα μαύρα σεντόνια. Στον καναπέ. Στον πάγκο.
Και μετά σιωπή. Ξέπνοες ανάσες όλα τα είχαν πει.

Το ρολόι χτυπά για να θυμίσει ότι κάτι έχει τελειώσει,
και κάτι καινούριο ετοιμάζεται να αρχίσει.
Οι κινήσεις επαναλαμβάνονται,
όλα είναι ίδια κι όμως τόσο διαφορετικά.
Δυο γνώριμοι άνθρωποι που συστήνονται ξανά.
Σε ένα καινούριο δρόμο, σε μια άλλη γλώσσα, μια άλλη εποχή.

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011

Η φαντασίωση της ημέρας

Είναι πάντα η ίδια μέρα που φαντασιώνομαι, σε διαφορετικές παραλλαγές. Δεν έχει σημασία αν είναι μέρα ή νύχτα – συνήθως είναι μέρα, υπάρχει φως έξω. Είναι η μέρα του θανάτου μου. Το μόρσιμον ήμαρ. Ή αν θέλετε το νόστιμον ήμαρ, η ημέρα της επιστροφής μου στην ανυπαρξία, από την οποία κάνω ένα σύντομο διάλειμμα, όπως όλοι οι ζωντανοί.

Συνήθως φαντασιώνομαι απότομες προσκρούσεις πάνω σε σκληρές επιφάνειες. Η πιο διαδεδομένη μου φαντασίωση, αυτή με τη μεγαλύτερη επιτυχία, με τοποθετεί σκηνικά στο μπαλκόνι του δωματίου μου, από το οποίο βουτάω. Όπως στα όνειρά μου όταν πέφτω, έτσι και στη φαντασίωση νιώθω την πίεση της πτώσης, που ολοένα αυξάνεται καθώς επιταχύνεται ραγδαία η μάζα μου. Η στιγμή της πρόσκρουσης φαντάζομαι ότι είναι μία στιγμή οριακή, στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου. Ζεις και δεν ζεις για μια στιγμή. Είσαι στο ενδιάμεσο, μεταξύ πόνου και έλλειψης πόνου. Περισσότερο φαντάζεσαι τον απερίγραπτο πόνο και τον απερίγραπτο γδούπο που πυροδότησε η πτώση του σώματός σου πάνω στο τσιμέντο, παρά προλαβαίνεις να το βιώσεις.

Τώρα τελευταία άρχισα να οραματίζομαι κι άλλους θανάτους. Καμιά φορά σκέφτομαι να γλιστράω στις ράγες του ηλεκτρικού και να νιώθω ξανά αυτή τη στιγμή/μη στιγμή της ζωής/μη ζωής καθώς γίνομαι κομμάτια πάνω στο εισβάλλον βαγόνι, σαν σπερματοζωάριο που ρέει παχύρευστο γύρω από το βαγόνι-πέος το οποίο εφορμά εκστατικά μέσα στη σήραγγα-ωάριο. Άλλες φορές φαντασιώνομαι πως την τελευταία στιγμή, σαν σε μία έκρηξη αυθορμητισμού (αλλά φυσικά ποτέ δεν είναι αυθόρμητη κίνηση, είναι πάντα μία τρελά προγραμματισμένη κίνηση, μία προγραμματική δήλωση που αποσκοπεί σε κάτι) τρέχω μέσα στη μέση του δρόμου και ένα διερχόμενο αυτοκίνητο με σμπαραλιάζει. Αναρωτιέμαι αν ίσως στο τελευταίο αυτό σενάριο θα προλάβω να έχω στιγμιαία συνείδηση του θανάτου, του πόνου μου καθώς θα δω πίδακες αίματος να εκτοξεύονται, ίσως και κάποιο μέλος μου να υψώνεται στον αέρα. Αναρωτιέμαι αν στο νεκρωμένο μου μυαλό, που θα τα παρακολουθεί όλα αυτά αποστασιοποιημένα, θα προλάβω ίσως και να μετανιώσω και για την απόφασή μου αυτή να αυτοκτονήσω.

Πιο φρέσκο ακόμα σενάριο με θέλει να ανοίγω το μπάνιο και να ξαπλώνω μέσα στην μπανιέρα και κατόπιν να κόβω τις φλέβες μου. Ίσως να πάρω και τα απαραίτητα υπνωτικά για έξτρα συμπλήρωμα. Θα νιώσω μία γλυκειά ζαλάδα και μετά θα κοιμηθώ τον ύπνο του Σωκράτη. Βέβαια, εδώ υπάρχει και μία επιπλέον λεπτομέρεια, ότι συνήθως με σώζουν όπως συμβαίνει συνήθως σε όσους επιχειρούν να αυτοχειριαστούν με αυτόν τον τρόπο. Γι’αυτό και είναι συνήθως η πιο ελκυστική από τις φαντασιώσεις μου. Φαντάζομαι τους φίλους μου να μου χτυπάνε το κουδούνι τυχαία, επίμονα, και εγώ να σηκώνομαι τελικά και να τους ανοίγω, οι φλέβες μου να στάζουν αίμα. Θα βάλω βέβαια ένα παντελόνι από κάτω, ας είμαστε κόσμιοι, αλλά θα μείνω γυμνόστηθος. Ίσως και να τυλίξω πρόχειρα τους καρπούς μου με κάποιες γάζες, σε μία δήθεν προσπάθεια να φανεί πως όλα είναι καλά, είμαι καλά, μην ανησυχείτε, δεν έκανα κακό στον εαυτό μου, ο Κώστας είναι καλά, οι συνηθισμένες του εκκεντρικότητες, αλλά κατά βάθος ΟΧΙ, ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ, ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ, ΣΩΣΤΕ ΜΕ ΜΑΛΑΚΕΣ, ΔΕΝ ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΤΕ, ΠΕΘΑΙΝΩ ΕΔΩ ΠΕΡΑ, δεν αστειευόμαστε με αυτά τα πράγματα άλλωστε. Μία γελοία προσπάθεια να στρέψω το ενδιαφέρον πάνω μου.

Κάθε μέρα νιώθω δυστυχία, όλο και περισσότερη δυστυχία να προστίθεται μέσα μου. Νιώθω πως έχω ένα πλεόνασμα δυστυχίας, θέλω να πάρουν και οι άλλοι λίγο από τη δική μου, ειλικρινά. Νιώθω σαν κάποια πολύ πλούσια χώρα, που έχει περισσότερα λεφτά (αν η δυστυχία ήταν νομισματική μονάδα) από όσο δικαιούται να έχει, σε σχέση με όσα παράγει και όσα εξάγει, η Ελβετία της δυστυχίας, ο Καναδάς της δυστυχίας. Σίγουρα όχι η Ελλάδα της δυστυχίας, η μεταφορά θα ήταν τραγική αν χρησιμοποιούσαμε την Ελλάδα για να δείξουμε αυτή την αναλογία με οικονομικούς όρους, όπως καταλαβαίνετε.

Αναρωτιέται κανείς γιατί νιώθω τόση δυστυχία, τόση πολλή που σχεδόν χάνει το νόημά της, ακυρώνεται ως νόημα, τη νιώθω στα βλέφαρά μου, στα χέρια μου, τα πόδια μου, την πλάτη μου, σχεδόν κάθε στιγμή, όχι κάθε στιγμή, αλλά σχεδόν, κάποτε ξεχνιέμαι βλέπετε, το καταφέρνω κι αυτό, καταφέρνω να απασχοληθώ με κάτι και οι σκέψεις παύουν να με κλωθογυρίζουν, τα σατανικά διακοπτάκια που ανάβουν και σε καταδικάζουν, όπως έλεγε και ένας φίλος μου. Θεωρητικά είμαι αχάριστος. Πρέπει να είμαι αχάριστος. Θέλω να πω, γιατί να είμαι δυστυχισμένος; Έχω σοβαρό λόγο να είμαι δυστυχισμένος; Εντάξει, μιλώντας με απόλυτους όρους, έχω τα προβλήματά μου, δεν έχω ίσως το καλύτερο οικογενειακό περιβάλλον, δεν έχω οικονομική άνεση. Αλλά δεν είναι ότι πεθαίνω στον δρόμο. Δεν είμαι βλήμα ούτε τέρας ούτε δεν ξέρω τι. Έχω φίλους. Έχω ερωτική ζωή. Τότε τι; Αφού δεν υπάρχει πρόβλημα υγείας ή άλλο τερατώδες, επείγον πρόβλημα, τότε τι; Γιατί τυραννιέσαι; Γιατί υποφέρεις; Προς τι η δυστυχία; Πώς έχεις δικαίωμα να καρπωθείς τη δυστυχία, να την ιδιοποιηθείς δικαιωματικά και εκ πεποιθήσεως, εξ επιλογής, τη στιγμή που σε άλλους προσφέρεται σαν δώρο, στο πιάτο, στο τραπέζι, ανεπιθύμητο πεσκέσι σε ανθρώπους που ποτέ δεν διανοήθηκαν καν να τη γευτούν;

Αυτά θα συνέβαιναν σε έναν κόσμο που όλα κινούνται με απόλυτες αναλογίες, με απόλυτη δικαιοσύνη. Δεν είναι ένας τέτοιος κόσμος εδώ.

Η δυστυχία που νιώθει κανείς δεν είναι πάντα ανάλογη ή αντίστροφως ανάλογη του ατόμου που είναι, της ζωής που διάγει. Αν μπορούσε κάποιος να ποσοτικοποιήσει τη δυστυχία που νιώθω σε κάποιο φανταστικό, φουτουριστικό μηχάνημα, χωρίς να ξέρει τη ζωή μου, θα υπέθετε, βάσει στατιστικών πιθανοτήτων, πως είμαι ίσως κάποιος βαριά άρρωστος άνθρωπος, ένας άστεγος, ένας κατάδικος, ένα παιδάκι που λιμοκτονεί. Εγώ, με την εγωπάθειά μου, τον εγωκεντρισμό μου τον τρομακτικό, κλέβω λαίμαργα ένα κομμάτι από την πίτα της δυστυχίας, από τη δυστυχία των άλλων. Εγώ, που δεν δικαιούμαι να νιώθω τέτοια δυστυχία, με περισσή λαχτάρα, κλέβω λίγη από τους άλλους, προσπαθώ να συναγωνιστώ με επιτυχία τους τιτάνες, τους γίγαντες της δυστυχίας, τα πιο δυστυχισμένα πλάσματα της γης.

Η ανικανότητά μου να νιώσω ζωηρή χαρά, ευχαρίστηση, με σχεδόν οτιδήποτε πλέον, είναι δεδομένη. Οι αισθήσεις μου έχουν νεκρωθεί. Το μόνο συναίσθημα που το νιώθω πλέον πολύ έντονο, ατόφιο, πιο ζωντανό από ποτέ, σαν χορτάρι που έχει βραχεί από καταιγίδα και μετά αναδεικνύεται πιο έντονο, πιο ζωντανό, πιο λαμπερό, πιο πράσινο από πριν, παρότι αυτό είναι αδύνατον, να βάλεις σύγκριση στα χρώματα, είναι η θλίψη. Μιλάμε λοιπόν, για να επανέλθει στη γλώσσα των οικονομολόγων, για ένα μονοπώλιο συναισθημάτων. Ή μήπως μονοψώνιο; Ας με διορθώσουν οι ειδικοί. Μία μονοκρατορία έχει εγκαθιδρυθεί στον εσωτερικό μου κόσμο. Το μόνο συναίσθημα που εδράζεται μέσα μου είναι η θλίψη, αν αρνηθούμε να θεωρήσουμε τη δυστυχία ως συναίσθημα και την εντάξουμε περισσότερο σε μία υπαρξιακή κατάσταση.

Δεν ήμουν ποτέ ένα ιδιαίτερο χαρούμενο παιδί. Ούτε και αμιγώς θλιμμένο όμως, αν και θυμάμαι πάντα μια-δυο μέρες τον χρόνο που βίωνα μία ελαφριά μελαγχολία. Στα δεκατρία μου συνειδητοποίησα ή τουλάχιστον σκέφτηκα συνειδητά, ίσως και αυθυποβλήθηκα κιόλας, πως πλέον δεν ένιωθα ευτυχισμένος – ή αν θεωρήσουμε έναν τέτοιο όρο χαζό, που είναι κιόλας, ικανοποιημένος, ευχαριστημένος με τη ζωή. Βέβαια θεωρώ πως αυτή είναι και η ηλικία πάνω-κάτω που η πλειοψηφία των ανθρώπων παύει να νιώθει τη μαγεία της παιδικής ηλικίας.

Έκτοτε έχουν ξεκινήσει οι κρίσεις μελαγχολίας. Οι κύκλοι σιγά σιγά στενεύουν, γίνονται συχνότεροι. Η δυστυχία μεγαλώνει – εκτός από όταν απασχολούμαι φυσικά με κάτι, κάποια δουλειά, κάποια αγγαρεία, αν και δεν ήμουν ιδιαίτερα καλός ούτε ολότελα δοσμένος ούτε σε δουλειές ούτε σε αγγαρείες οιονδήποτε είδους.

Όταν ήμουν μικρός μου είπαν πως όταν μεγαλώσω θα είμαι ευτυχισμένος, επιτυχημένος, φοβερός. Πως όλες οι πόρτες θα ανοίξουν για μένα. Πως θα ζήσω γενικά σαν καμιά χαζοχαρούμενη χολιγουντιανή ταινία. Αυτό δεν έγινε ποτέ.

Περιμένω ακόμα να υλοποιηθεί η υπόσχεσή τους.

Τους μισώ λίγο όλους που δεν έγινε πραγματικότητα αυτή η υπόσχεση. Όταν ήμουν ένα μικρό αγόρι είχα πολλά όνειρα για τον κόσμο, για τη ζωή μου. Ήμουν σίγουρος πως θα γίνω μεγάλος, τρανός, παράδειγμα προς μίμηση. Πως θα άλλαζα τον ρου της ιστορίας.

Αρχικά ήθελα να γίνω μία κοσμοϊστορική προσωπικότητα, εφάμιλλη του Ιούλιου Καίσαρα.

Μετά τα δεκαεφτά, άρχισα λίγο να νερώνω το κρασί μου. Είπα ότι θα γίνω επιτυχημένος και διάσημος και σίγουρα λήμμα στην εγκυκλοπαίδεια, αλλά εντάξει, δεν χρειαζόταν να αγγίξω το επίπεδο αναγνωρισιμότητας του Καίσαρα – δεν θα με πείραζε να γίνω τόσο διάσημος όσο και η σαλάτα του Καίσαρα.

Μετά τα είκοσι ένα, είπα, εντάξει, δεν χρειάζεται να γίνω σπουδαίος διεθνώς. Θα παράξω σημαντικό έργο στη χώρα μου, θα τα καταφέρω, εγώ δεν ήμουν πριν λίγα χρόνια που άκουσον άκουσον ήμουν ένα παιδί θαύμα, που θα διέπρεπα χωρίς μεγάλη δυσκολία, που θα ανυψωνόμουν στις θείες σφαίρες;

Μετά τα είκοσι τρία άρχισα να καταλαβαίνω πως δεν ήμουν ποτέ το παιδί θαύμα. Και κυρίως ούτε ο ενήλικος θαύμα.

Στα δέκα μου ήθελα να γίνω ο Ιούλιος Καίσαρας.

Στα δεκαεφτά, ήθελα να γίνω ο Σάμιουελ Μπέκετ.

Στα είκοσι τρία, ήθελα να γίνω απλά κάποιος, με μια περιορισμένη αλλά διακριτή σφαίρα επιρροής.

Στα είκοσι έξι θέλω απλά να γίνω άνθρωπος. Γιατί μετά από δύο δεκαετίες και κάτι ούτε αυτό δεν έχω καταφέρει πραγματικά.

Βλέπω παντού γύρω μου ανθρώπους να συμπεριφέρονται φυσιολογικά, σαν να μην τρέχει τίποτα. Σαν οι ζωές τους, με όλα τα προβλήματά τους, να είναι σημαντικές, σαν οι ίδιοι να είναι σημαντικοί.

Δεν μπορώ να νιώσω σημαντικός. Ούτε κατά διάνοια. Μερικές φορές δεν μπορώ να νιώσω πιο σημαντικός ούτε από ένα μηρμύγκι. Μερικές φορές νιώθω πως δεν έχω καν δικαίωμα να ζω, τόσο τραγική αποτυχία ανθρώπου είμαι.

Αναρωτιέμαι μερικές φορές τι μηχανισμούς αυθυποβολής ή αυτοπροστασίας ή αυταπάτης έχουν αναπτύξει οι περισσότεροι άνθρωποι. Όλοι μοιάζουν τόσο ικανοποιημένοι με το πώς είναι, λες και είναι το άλας της γης, τόσο ικανοποιημένοι με το μυαλό τους και την ψυχή τους και τη μόρφωσή τους και το πρόσωπό τους και το σώμα τους. Φυσικά μπορεί πλέον να έχουν εξοικειωθεί με το πώς είναι, να έχουν αγαπήσει τον εαυτό τους, να μην μπλοκάρονται από θέματα χαμηλής αυτοεκτίμησης. Μα ναι φυσικά, Σέρλοκ, πώς δεν το σκέφτηκα πιο πριν. Μόνο που ποτέ σου δεν μου είπες: πώς στο διάολο το κατάφεραν αυτό;

Βλέπω γύρω μου μετριότητες, απίθανες μετριότητες, και αναρωτιέμαι αμέσως πως καταφέρνουν και ζουν και τραβάνε αναπνοές κάθε μέρα. Εγώ, μία ακόμα μετριότητα, αγωνίζομαι, αγωνίζομαι να δεχτώ πως είμαι ακόμα μία κουράδα όπως όλοι μας. Δεν είμαστε παρά κρέατα που κουνιούνται και πάλλονται και έχουν σπασμωδικές, βιοχημικές αντιδράσεις. Κρέατα με κοστούμια, κρέατα που φοράνε γραβάτες και κρατάνε χαρτοφύλακες, κρέατα που χορεύουν και τραγουδάνε και υποκρίνονται πως είναι άλλοι πάνω σε σκηνές, ενώ άλλα κρέατα χειροκροτούν από κάτω. Αν κάποια ανώτερη μορφή ζωής μας παρατηρεί κρυφά, θα πρέπει να γελάει με το πόσο γελοία κρέατα είμαστε όλοι. Το αντίστοιχο του να βλέπουμε εμείς κοτόπουλα να κακαρίζουν ενώ φοράνε κοστούμια και δίνουν φτεραψίες ή φωτογραφίζουν το ένα το άλλο. Γελοία κοτόπουλα όλοι. Πρέπει να δώσω κάποια παραπάνω αξία σε εμένα ή σε κάποιο άλλο από το κοτόπουλα;

Άρα, για να νιώθω τέτοια τρομερή απέχθεια για εμένα και για τους άλλους, το συμπέρασμα είναι πως πρέπει να ανήκω στους κατώτερους. Τότε είναι που σμπαραλιάζομαι. Θυμάμαι τον εαυτό μου μικρό αγόρι να ονειρεύομαι το μέλλον, λαμπερό, ο ήρωας του παραμυθιού, ο πρωταγωνιστής της ταινίας. Μόνο που μεγαλώνοντας έχω γίνει ο κακός της ταινίας. Όχι ο κουλ, στυλάτος κακός. Ο βδελυρός, γλοιώδης κακός, ο αξιοθρήνητος.

Πίστευα πως μεγαλώνοντας θα ήμουν ένας τύπος κουλ, ισχυρός, γοητευτικός, έξυπνος, όμορφος, καλλιεργημένος, ικανός, θαρραλέος, ταλαντούχος, καλόψυχος. Ήταν τόσες πολλές οι κατηγορίες και όμως απέτυχα σε όλες. Ούτε σε μία δεν έπεσα διάνα.

Βέβαια δεν είμαι και ο χειρότερος. Είμαι απλά μία μετριότητα, από όλες τις απόψεις. Και αυτό είναι το χειρότερο. Από αυτήν την άποψη είμαι πιο αξιοθρήνητο πλάσμα από κάποιον που θα πρώτευε από την ανάποδη, που θα ήταν ο χειρότερος σε κάποια από τις άνωθι κατηγορίες. Κοντολογής, είμαι μία πλήρης ανθρώπινη αποτυχία. Έχω αποτύχει κοινωνικά, επαγγελματικά, πνευματικά, σωματικά, υπαρξιακά.

Όχι, όχι, μην προεξοφλείς, κραυγάζουν οι αμφισβητίες, οι αντιρρησίες, έχεις πολύ χρόνο μπροστά σου. Αρχίδια, θα ανταπαντήσω λακωνικά, με κομψότητα και ευγλωττία. Ένας άνθρωπος που έχει καταρρεύσει μέσα του, που δεν έχει να δώσει τίποτα, το καταλαβαίνει. Το γνωρίζει. Έχω σπάσει μέσα μου. Αυτά τα θραύσματα δεν ξανακολλάνε. Ό,τι και να γίνει, δεν θα διορθωθώ ποτέ. Θα είμαι πάντα αυτός, έτσι, με αυτά τα χαρακτηριστικά. Με τρελαίνει αυτό, αλλά είναι η αλήθεια.

Όχι, όχι, αυτό είναι παραίτηση, μεμψιμοιρείς, δηλώνουν κάποιοι. Μα φυσικά και μεμψιμοιρώ. Η κατάθλιψη, το αυτομαστίγωμα, είναι ανακούφιση, διεστραμμένη απόλαυση. Ίσως η μόνη πραγματική απόλαυση που μου έχει μείνει. Υπάρχει ανακούφιση στην αυτοτιμωρία. Πλέον η θλίψη έρχεται κάθε εβδομάδα, τι εβδομάδα, σχεδόν κάθε μέρα. Μερικές φορές με αγγίζει πιο διακριτικά, θροϊζει λίγο το φόρεμά της καθώς ελάχιστα εφάπτεται πάνω στο μπράτσο μου και απομακρύνεται, σαν διακριτικό φάντασμα.

Και άλλες φορές, απλά στουκάρει πάνω μου, δίχως ντροπή, δίχως προκαλύμματα. Μπαμ. Τσακίζεται πάνω μου όταν με βάζει στόχο, σαν αυτοκίνητο που συγκρούεται πάνω σε δέντρο. Και τότε με μελανιάζει παντού, με μωλωπίζει.

Το σώμα μου πλέον αντιδρά σπαστικά, αυτοματικά. Αυτοματοποιούμαι νομίζω, η παραμικρή αφορμή μου δημιουργεί θλίψη, τα μάτια μου βουρκώνουν με τα παραμικρό, σχεδόν με δική τους ζωή εκχύνονται δάκρυα από τα μάτια μου. Νιώθω ότι κουβαλάω όλη τη θλίψη του κόσμου στους ώμους μου. Έχω γίνει empathic, όπως λένε και οι Άγγλοι, σαν μαγνήτης τραβώ τον πόνο και τη θλίψη των άλλων, όλων των άλλων γύρω μου. Είμαι σαν αλεξικέραυνο που τραβάω πάνω του τον πόνο όλων των ανθρώπων που συναναστρέφομαι και φανταστικών ανθρώπων που διαβάζω σε βιβλία και ανθρώπων στην άλλη άκρη της γης που μαθαίνω τις ιστορίες τους. Φορτίζομαι, κουρδίζομαι, με τρέφει η δυστυχία. Σοκάρομαι για μένα, σοκάρομαι για τους άλλους, γιατί υποφέρω, γιατί υποφέρουν, γιατί ο τάδε ή η δείνα να πονάνε τόσο, να υποφέρουν τόσο, το νιώθω, όσο και να το κρύβουν, το μυρίζομαι;

Βέβαια αυτά έρχονται σε τρομερή αντίφαση με τα όσα ανέφερα πιο πριν, ότι είμαστε απλά γελοία κοτόπουλα με κοστούμια ή ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους. Οι αντιφάσεις είναι μέσα στο παιχνίδι, είναι η αμφιθύμια γνώρισμα των απελπισμένων, των πιο δυστυχισμένων ανάμεσα στους δυστυχισμένους. Όπως αμφιθυμία είναι από τη μια η επιθυμία μου να πεθάνω, να αφανιστώ, και από τον άλλη ο τρομακτικός φόβος του θάνατου που έχω. Με προκαλεί απέχθεια η ιδέα της ανυπαρξίας, ότι θα πάψω να έχω νόηση, να υπάρχω, να σκέφτομαι, ακόμα και αυτές τις σκατοσκέψεις που κάνω. Ακόμα και με αυτή τη σκατοψυχή μου θα προτιμούσα να συνεχίσω να υπάρχω, έστω και να κατοικώ σε μία πέτρα, σε μία αμοιβάδα, παρά αυτό το τρομερό κενό, το τρομερό τίποτα που μας περιμένει όλους.

Με πιάνει φρίκη, τρέλα σε αυτόν τον παραλογισμό. Ποιο το νόημα της ζωής αφού είναι απλά ένα διάλειμμα από την ανυπαρξία; Όλα έρχονται από το τίποτα και καταλήγουν εκεί. Βλέπω παντού ανθρώπους γύρω μου και σκέφτομαι πόσο πόνο και δοκιμασίες έχουν γευτεί στις ζωές τους, τι άσχημα πράγματα έχει υποφέρει εκείνος, πόσο έχει πληγωθεί και όμως ακόμα περπατάει εκείνη, αναρωτιέμαι για όλα τα φρικτά που σίγουρα έχουν πάθει. Και γιατί; Για να γίνουν στο τέλος σκόνη και καύκαλα. Για κανέναν happy end. Όπως έλεγε και ο Πασκάλ Μπρικνέρ σε ένα βιβλίο του, το μόνο που μειώνει κάπως το σκάνδαλο του θανάτου είναι πως ισχύει ανεξαιρέτως για όλους. Κάπως σαν το σκάνδαλο της αφόδευσης. Αφού όλοι το παθαίνουν, ε δεν βαριέσαι, συμβαίνει.

Αναρωτιέμαι μήπως ο μηδενισμός είναι όντως η μόνη λογική, υγιής στάση. Αφού τίποτα δεν έχει καθορισμένο νόημα, η ίδια η ζωή είναι απλώς μηχανισμοί που τίθενται σε λειτουργία χωρίς κάποιον σαφή σκοπό ή νόημα, τότε λογικό είναι να θεωρήσεις πως τίποτα δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως κάτι ιδιαίτερο ή σημαντικό, ευχάριστο ή δυσάρεστο. Οι τέχνες και τα γράμματα, που κάποτε μου πρόσφεραν τέρψη και τα ένιωθα ως το μόνο πράγμα που θεωρούσα σημαντικό και ζωογόνο στη ζωή μου, μπαίνουν και αυτά στο ράφι των αχρήστων, αξιοθρήνητες προσπάθειες των ανθρώπων να δώσουν κάποιο νόημα στις ασήμαντες, θλιβερές, πολύ σύντομες και χωρίς νόημα υπάρξεις τους, χέρι-χέρι με τις θλιβερές προσπάθειες να υποκριθούμε πως γνωρίζουμε, κατανοούμε και αγαπούμε ορισμένους ανθρώπους στη ζωή μας και αυτό ελαττώνει κάπως το βάρος της ύπαρξης, που από μόνη της είναι κενή νοήματος ή σημασίας – τη στιγμή που πολλοί από εμάς δεν μπορούμε να γνωρίσουμε, να κατανοήσουμε ή να αγαπήσουμε τον εαυτό μας καλά-καλά, πώς μπορούμε να πιστεύουμε πως θα το καταφέρουμε με τους άλλους; Οι τέχνες και η μυθοπλασία είναι πολύ πιο εύκολα τερέν στα οποία μπορούμε να κινηθούμε και να ποντάρουμε τις ελπίδες μας από ό,τι οι διαπροσωπικές σχέσεις, και αυτά όμως απογοητεύουν τελικά. Όλα επαναλαμβάνονται, οι δημιουργικές εμπνεύσεις νεκρώνονται. Η γνώση μου πως δεν είμαι ιδιαίτερα ξεχωριστός, ούτε έξυπνος ούτε καλόψυχος ούτε όμορφος ούτε ταλαντούχος ακυρώνει τα πάντα. Κάποτε με κρατούσε η ψευδαίσθηση πως θα καταφέρω να παράξω πνευματικό έργο, πως θα επηρεάσω τον κόσμο, θα αποδείξω ότι έχω ταλέντο. Είχα ποντάρει στο γράψιμο, τη δημιουργική τέχνη του δειλού, αυτή με τη μικρότερη άμεση έκθεση (γιατί έμμεσα είναι φυσικά η πιο τρομερή έκθεση σε σχέση με όλες τις άλλες δημιουργικές μορφές). Η συνειδητοποίηση της έλλειψης ήταν το τελευταίο προπύργιο ίσως που έπεσε. Δεν έχω κάτι να πω. Δεν έχω κάτι να προσθέσω στην πανανθρώπινη δεξαμενή του πνεύματος ή της ανθρώπινης σκέψης. Δεν έχω κάτι καινούριο να πω ή να γράψω. Είμαι μία μετριότητα. Είμαι κουράδα, όπως δισεκατομμύρια άλλες. Και πασχίζω κι εγώ να διακριθώ να ξεχωρίσω, όπως και εκατομμύρια άλλες, σαν ποντίκια όλα μαζί παγιδευμένα στο κλουβί που κάποια προσπαθούν να σκαρφαλώσουν πάνω στα άλλα και να ξεχωρίσουν. Το θέαμα είναι λυπηρό, γελοίο, γραφικό. Κι όμως έτσι είναι. Πώς μπορείς να πορευθείς όταν ξέρεις ότι είναι μία ασημαντότητα, μία απόλυτη μετριότητα, ένα τίποτα, μία απροσμέτρητη ποσότητα συμπυκνωμένου τίποτα; Ήρθες στον κόσμο μέσα από το τίποτα, ελάχιστοι άνθρωποι θα σε υπολογίσουν και θα νοιαστούν για εσένα πραγματικά κατά τη διάρκεια της ζωής σου, οι πιθανότητες να αφήσεις κάτι που θα αντέξει μετά τον θάνατό σου και θα έχει σημασία για αρκετούς ανθρώπους είναι απειροελάχιστες. Και όταν πεθάνεις, επιστρέφεις στο κενό και κανείς δεν θα σε ξαναθυμηθεί. Ποτέ. Ξανά. Δεν θα υπάρχεις καν αναμνησιακά, λεκτικά, γλωσσικά. Ακόμα και η ιδέα της ύπαρξής σου θα διαλύθει. Ποιο είναι λοιπόν το νόημα σε αυτό; Μα να περάσεις καλά τη ζωή σου λένε κάποιοι. Λοιπόν έχω να απαντήσω σε αυτό: όσοι είναι αρκετά επιδέξιοι ή αναίσθητοι ή καθυστερημένοι ώστε να το καταφέρουν. Γιατί η δύναμη και η επιδεξιότητα που χρειάζεται στο να κλείσεις αυτά τα διακοπτάκια των σκέψεων είναι τρομαχτική. Εγώ δεν την έχω. Έχω αποτύχει και σε αυτόν τον τομέα. Είμαι ανίκανος να διαχειριστώ όλα αυτά τα πράγματα, που άλλοι άνθρωποι φαίνονται να μην έχουν πρόβλημα να τα διαχειριστούν ή τουλάχιστον το προσποιούνται καλά ότι τα έχουν λύσει ή μπορεί να μην τα σκέφτηκαν ποτέ πραγματικά.

Βέβαια, δεν είμαι ο μόνος που δυσκολεύεται. Περιτριγυρισμένος από ανθρώπους που φαίνονται να είναι μια χαρά, ανθρώπους που φαίνονται να έχουν ενσυνείδητα υιοθετήσει για τον εαυτό τους έναν ρόλο, μία ταυτότητα και να έχουν αυταξία, ανθρώπους που συνήθως κινούνται προς τους δύο ασφαλείς πόλους, ή τελείως mainstream στα πάντα στις επιλογές τους, το στήσιμό τους, πλήρως ευθυγραμμισμένοι με τη νόρμα, ή τεχνηέντως «εναλλακτικοί», σε βαθμό που αυτό, ο αυτοσκοπός και ο ψυχαναγκασμός μίας εξαναγκασμένης εναλλακτικότητας, καθορίζει τα πάντα πάνω τους σε βαθμό εξίσου δυναστικό και θλιβερό με τους mainstream, νιώθω ότι υπάρχουν μερικοί άνθρωποι σαν εμάς, που δεν βαδίζουν σε αυτά τα ασφαλή μονοπάτια, είτε επειδή δεν το επιλέγουν, είτε επειδή δεν μπορούν, είτε επειδή κάποτε πάσχισαν τόσο πολύ να μην αφομοιωθούν με τη μάζα που το κατάφεραν να μην ανήκουν πουθενά. Και τώρα αιωρούνται στο κενό, μετεωρίζονται και δεν μπορούν να πάρουν ανάσα.

Εμείς, αυτή η κατηγορία των ενδιάμεσων, δεν είμαστε ξεχωριστοί. Δεν νιώθουμε ξεχωριστοί ούτε και θα νιώσουμε ποτέ. Αυτό που μπορούμε να πω είναι πως είμαστε σπασμένοι, τραυματισμένοι, σακαταμένοι άνθρωποι. Άνθρωποι που είναι και λίγο νεκροζώντανοι, ημίβιοι όπως έλεγε σε ένα μυθιστόρημά του ο Φίλιπ Κ. Ντικ, κάπου μεταξύ ζωής και θανάτου. Περιμένουμε να ξεκινήσει η ζωή μας – δεν μπορεί αυτό που βιώνουμε τώρα να είναι η πραγματική ζωή, είναι μία επίφαση, ο προθάλαμος, όχι. Μπουσουλάμε στα τυφλά και απελπιζόμαστε και βυθιζόμαστε. Και μερικές φορές τρεφόμαστε από τη μαυρίλα μας, το μόνο μας κομμάτι ίσως που θεωρούμε κάπως ξεχωριστό, κάπως πολύτιμο. Γιατί όλα τα άλλα πάνω μας και μέσα μας τα θεωρούμε σκατά, σκουπίδια που σαπίζουν στον ήλιο.

Έχω δει τέτοιους ανθρώπους. Τους αναγνωρίζω, τους μυρίζομαι γιατί είμαστε όμοιοι. Τους έχω δει στον δρόμο, στο μετρό. Ίσως να έχω δει κανά δυο και σε αυτήν εδώ την αίθουσα. Τους καταλαβαίνω πάντοτε αυτούς τους ανθρώπους τους σπασμένους. Τους καταλαβαίνω από τα μάτια τους.

Όταν ήμουν ένα αγόρι δέκα χρονώ ήθελα να γίνω ο Ιούλιος Καίσαρας.

Τώρα θέλω απλά να γίνω άνθρωπος, αυτός που αναπηδά προς τα πάνω.

Το Πέμπτο Στοιχείο



Αν ήμουν αεράκι,
θα φυσούσα απαλά στο πρόσωπό σου
να μπω μες τα λακκάκια σου.
Στα ρουθούνια σου θα τρύπωνα
να συναντήσω την ανάσα σου
σε μιαν αιθέρια συνουσία.
Μα δεν είμαι αεράκι,
και τα λακκάκια σου
δεν τα ρώτησα αν με θέλουν-
Το είπε άλλωστε και η ΕΜΥ
 Άπνοια προβλέπεται για απόψε.  

Αν ήμουνα νεράκι,
θα έρεα πάνω σου στο μπάνιο,
στα σοκάκια του στήθους σου
να κατρακυλήσω
στον κάθε πόρο σου να ανακαλύψω
την εν δυνάμει Ατλαντίδα μας.
Μα νερό δεν είμαι, μάτια μου,
και το στήθος σου, ως φαίνεται
δεν είναι πια υδρόφιλο μαζί μου. 
Σοφότερο μου φαίνεται
στον καθρέφτη σου να εξατμιστώ.

Φωτιά αν ήμουν παιχνιδιάρα,
τ’ άστρα που καπνίζεις θ’ άναβα,
θα ζέσταινα τις ανατολές που πίνεις
μονορούφι όταν διψάς.
Μα μ’ έχουν κλείσει  ισόβια
για εμπρησμό υψίστης τάξης,
κι’ ας ήταν εν βρασμώ ψυχής.

Χαλίκι αν ήμουνα της γης,  
μες τα πέδιλά σου θα σφήνωνα αιώνια
χαρτογραφώντας την πορεία σου
κι ενόχληση δε θα ένιωθες καμία. 
Εσύ όμως αγάπη μου,
-πιστό παιδί της φύσης-
ξυπόλυτη γυρνάς τον κόσμο
και ‘γω πού να σφηνώσω;

Πόθος είμαι ,                                                                                
τρέφομαι 
από τα τέσσερα στοιχεία                                                          
Ρευστή η σύστασή μου,                      Αέ
πολύχρωμη η καρδιά μου.                  ρας γη
Μελωδία σου χαρίζω                          φω
με τις τέσσερις μου νότες                    τιά νε ρό      στο πέμπτο να σε βρω.