Γεννιέσαι αθώος, γυμνός, δεν ξέρεις τι σε περιμένει και τι έχεις να αντιμετωπίσεις έξω από τη μήτρα που σε φιλοξενούσε για 9 μήνες. Το μόνο που σε νοιάζει είναι να μπορείς να αναπνέεις και να τρέφεσαι. Το ένστικτο της επιβίωσης. Ένα ένστικτο που χαρακτηρίζει όλα τα ζώα του βασιλείου της γης.
Κι όμως τα κατάφερες, εκείνο το πρώτο βράδυ σου που βγήκες στη ζωή. Ανέπνευσες, τράφηκες, αναπτύχτηκες, μεγάλωσες, έμαθες καινούρια πράγματα και ξέχασες τα άλλα, τα παλιά. Περάσανε κι άλλα χρόνια, προχώρησες στη ζωή σου και τώρα ψάχνεις, ψάχνεις το κλειδί της πόρτας που θα σε οδηγήσει πάλι πίσω, εκεί στη χαμένη σου αθωότητα που ίσως να μην ήταν και τόσο αθώα τελικά. Πότε την έχασες ακριβώς δεν ξέρεις. Πότε να ήταν;
Όταν η μάνα σου, ο Θεός να την κάνει, σε παράτησε στα σκαλοπάτια του ορφανοτροφείου και σε βρήκανε να σπαράζεις από το κλάμα σαν γατάκι; Ευτυχώς ήταν καλοκαίρι, ζέστη, σουρούπωνε και δεν κρύωνες. Κανείς δεν αντιλήφθηκε το παραμικρό σε εκείνη την ερημιά. Ένα μικροσκοπικό κορμί τυλιγμένο σε ένα σεντόνι δίχως τίποτα να το συνοδεύει, να το ακολουθεί. Με μόνο του όπλο το ένστικτο της επιβίωσης, η αναπνοή, η πείνα, ο κίνδυνος, η αναζήτηση της αίσθησης προστασίας και θαλπωρής.
Μήπως να την έχασες όταν συνειδητοποίησες ότι είσαι ένα διαφορετικό παιδί; Όταν τα περισσότερα παιδιά έρχονται στον κόσμο από μια μοναδική μάνα, σε ένα σπίτι, με έναν πατέρα, εσύ ζεις και μεγαλώνεις σε ένα μεγάλο κτίριο με ασπροντυμένες γυναίκες που τις φωνάζουν όλες ανεξαιρέτως «μητέρα» ή «προϊσταμένη»;
Ίσως πάλι να την έχασες όταν μεγαλώνοντας θέλησες να φύγεις από εκείνο το σπίτι αλλά δεν είχες κανένα συγγενή που θα μπορούσες να επισκεφτείς, αδερφό ή αδερφή, παππού ή γιαγιά.
Έτσι σε οδήγησε ο δρόμος σε εκείνη την αποβάθρα του τρένου μιας επαρχιακής πόλης δίχως να γνωρίζεις σε ποιό βαγόνι πρέπει να μπεις και ποιά κατεύθυνση πρέπει να ακολουθήσεις. Μόνο που αυτή τη φορά δεν είσαι μόνος όπως εκείνη την πρώτη μέρα που βγήκες στη ζωή. Σήμερα βγαίνεις σε μια άλλη ζωή αλλά έχεις ένα σύμμαχο στο πλάι σου, έναν συνοδοιπόρο.
Ο Μιχάλης συνέχισε να κάθεται αδιάφορος στην γωνία της αίθουσας αναμονής του σταθμού αν και βούλιαζε στις σκέψεις που βάραιναν το μυαλό του τα τελευταία χρόνια. Βλέμμα σκοτεινό και κρύο, ατάραχο αλλά μέσα στην ψυχή του γινόταν πάρτι. Την προηγούμενη μέρα είχε τα γενέθλια του. Παράξενο. Δεν είναι σίγουρος καν πότε είναι τα γενέθλια του στην πραγματικότητα. Δεν τον είχαν δηλώσει σε κάποιο μαιευτήριο ή κάπου αλλού όσο κι αν έψαξαν οι υπεύθυνοι του ορφανοτροφείου. Δεν τον συνόδευε κανένα χαρτί όταν τον βρήκαν στα σκαλοπάτια του ορφανοτροφείου τυλιγμένο μόνο με ένα γαλάζιο σεντονάκι. Ένα σώμα χωρίς προέλευση με μόνο εφόδιο το ένστικτο της επιβίωσης. Το προσωπικό και οι γιατροί υπολόγισαν ότι θα έπρεπε να είχε γεννηθεί μερικές μέρες νωρίτερα, κι έτσι δήλωσαν την ημερομηνία γέννησης του μερικές μέρες πριν από την ημερομηνία που τον βρήκαν, στο περίπου. Πότε πρόλαβε αυτή η μάνα και τον αγάπησε και τον απέρριψε ταυτόχρονα ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει. Τι την ώθησε να τον αφήσει τόσο νωρίς και να τον αποχωριστεί; Ακόμα κι ένα σκυλί το κρατάς περισσότερο κοντά σου μέχρι να βεβαιωθείς ότι δεν το θέλεις ή ότι δεν το αντέχεις. Που να βρίσκεται αυτή η μάνα άραγε τώρα; Πώς να είναι; Να ζει; Να υπάρχει πατέρας; Βιολογικός σίγουρα, πως αλλιώς να γεννήθηκε, με τον κρίνο; Να τον έχει αναζητήσει άραγε ο πατέρας του ποτέ;
«Μπορεί να είναι και σήμερα τα γενέθλια μου», σκεφτόταν, «Μία καινούρια αρχή, λοιπόν. Αλλιώτικη. Μία αρχή που έχω επιλέξει εγώ αυτή τη φορά. Θα είναι πιο σωστή από την άλλη; Την πρώτη. Ποιος να ξέρει; Τουλάχιστον αυτή τη φορά θα είναι διαφορετικά. Δεν θα είναι το ένστικτο που θα δουλεύει αλλά η λογική και το μυαλό μου».
Η Άννα κουλουριάστηκε δίπλα του σαν να κατάλαβε τις σκέψεις του και ήθελε να του δηλώσει «Αυτή τη φορά δεν είσαι μόνος, είσαι δύο, είμαστε μαζί».
Με το ένα χέρι την κρατούσε αγκαλιά και με το άλλο χέρι έβγαλε το πακέτο τα τσιγάρα από την τσέπη του μπουφάν. Πήρε ένα τσιγάρο με το στόμα και ξαναέβαλε το πακέτο στην τσέπη. Δεν ήθελε να την ξυπνήσει. Είχαν ακόμα πολύ ώρα στη διάθεση τους μέχρι την αναχώρηση του τρένου τους.
Έβγαλε τον αναπτήρα, άναψε το τσιγάρο και τράβηξε μια γερή τζούρα. Ο καπνός κινήθηκε αργά προς τα πάνω. Η Άννα ξύπνησε από τη μυρωδιά του, νωχελικά σηκώθηκε από την αγκαλιά του και με γατίσιες κινήσεις τράβηξε πίσω την πλάτη της να την ισιώσει από την παράδοξη θέση που βρισκόταν ξαπλωμένη πρωτύτερα.
- Θες; Της είπε
- Θέλω αλλά μαζί με καφέ, του απάντησε. Πάω να πάρω έναν. Έναν στα δύο;
- Ναι.
Ο καφές τους ήταν πάντα ένας στα δύο. Το τσιγάρο, το φαγητό, η κουβέρτα, το μαξιλάρι. Ένα στα δύο. Ήταν πάντα ο Μιχάλης και η Άννα, η Άννα και ο Μιχάλης. Ένα.
-------------------------------
Η Άννα είχε φτάσει στο ορφανοτροφείο πολύ αργότερα από τον Μιχάλη. Ήταν 6 χρονών όταν την άφησε εκεί η μητέρα της, η οποία πάλευε με τον καρκίνο, μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία για θεραπείες κάθε τρεις και λίγο, και δεν είχε κανέναν να φροντίσει το παιδί της. Συγγενείς και αδέρφια, όλοι φτωχοί, βιοπαλαιστές του μεροκάματου, δεν μπορούσαν να αναλάβουν να θρέψουν άλλο ένα στόμα. Βάρος τους ήταν η Αννούλα κι η μάνα της Άννας ήταν περήφανη, δεν ήθελε να είναι υποχρεωμένη, ούτε να κακοπεράσει το παιδί της. Μια ζωή τα έβγαζε πέρα μόνη της, ακόμα κι όταν πέθανε ο πατέρας της, σε εργατικό ατύχημα στο αμπάρι ενός πλοίου, η μαμά της Άννας δεν ζήτησε από κανέναν βοήθεια. Έσκυψε το κεφάλι κι αναγκάστηκε να κάνει δυο και τρεις δουλειές για να τα βγάλει πέρα και να μεγαλώσει την δίχρονη, τότε, κόρη της. Την έπαιρνε την Άννα παντού μαζί της σε κάθε της δουλειά. Τι να έκανε κι αυτή η μάνα; Πάλεψε, πάλεψε πολύ, και τώρα που δεν μπορεί να παλέψει άλλο γι’αυτό το παιδί, αυτή τη λύση σκέφτηκε σαν καλύτερη.
Η Άννα ήξερε τι γινόταν, ήταν έξυπνο παιδί, και η μαμά της της είχε εξηγήσει τι θα γινόταν εκείνη τη μέρα στο σπίτι που είχαν πάει. Όση ώρα η μαμά της μιλούσε με την προϊσταμένη για να κανονίσουν τις λεπτομέρειες, η Άννα φοβισμένη, κρατούσε τη μάνα της από το χέρι και με το άλλο χέρι βαστούσε μια μικροσκοπική βαλιτσούλα που είχε στριμώξει τα λιγοστά της ρούχα και παιχνίδια. Σε μια απέλπιδα προσπάθεια της να μην κλάψει, έτσι είχε υποσχεθεί στη μαμά της νωρίτερα, διέκρινε τον Μιχάλη να στέκεται μισοκρυμμένος πίσω από την κάσα της πόρτας, να την κοιτάζει επίμονα κι εκείνη ενστικτωδώς έσφιξε με αγωνία το χέρι της μητέρας της διαισθανόμενη ότι μάλλον αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που την έβλεπε.
Ο Μιχάλης, δύο χρόνια μεγαλύτερος της, της έτεινε το χέρι του που κρατούσε μια καραμέλα και της έκανε νόημα να πάει κοντά του. Την είχε ξαναδεί πολλές φορές αυτή τη σκηνή στο σπίτι. Παιδιά να έρχονται με τη μάνα τους και να απομένουν εκεί. Οι περισσότερες μάνες δεν ξανάρχονταν ποτέ, άλλες ερχόντουσαν κάπου κάπου, έφερναν μερικά πραγματάκια για το παιδί κι εξαφανίζονταν και πάλι. Άλλες, οι πιο λίγες, έρχονταν και τα έπαιρναν πίσω μαζί τους τα παιδιά μόλις έλυναν τα προβλήματα που τους είχαν αναγκάσει να τα αφήσουν εκεί. Αλλά αυτές ήταν η εξαίρεση, μια θλιβερή μειοψηφία.
Τα μάτια της Άννας γυάλισαν στη θέα της καραμέλας. Είχε μέρες να φάει φυσιολογικά πόσο μάλλον να διασκεδάσει το στόμα της με ένα γλυκό. Άφησε το χέρι της μητέρας της και τον πλησίασε.
«Μη φοβάσαι, είναι καλά εδώ», της είπε, και της έδωσε την καραμέλα. Η Άννα την έβαλε βιαστικά στο στόμα μην και τη χάσει. «Έχει φαί εδώ;» τον ρώτησε. «Και φαί και παιχνίδια» της είπε ο Μιχάλης και της έδειξε με το χέρι του την κουζίνα και το σαλόνι στο τέλος του διαδρόμου. Η Άννα του χαμογέλασε και ένας αναστεναγμός ανακούφισης γλίστρησε από τα χείλια της, εκείνα τα πανέμορφα, ροζ, ζουμερά χείλη που τον είχαν συναρπάσει από την πρώτη στιγμή που την αντίκρισε. Ο Μιχάλης κόλλησε το βλέμμα του πάνω της με περισσή αδιακρισία για άλλη μια φορά.
Λίγες μέρες αφού την άφησε στο σπίτι, άφησε κι η ίδια τον κόσμο. Ήταν Χριστούγεννα. Η Άννα πόνεσε πολύ, πάρα πολύ, αλλά ο Μιχάλης στάθηκε δίπλα της σαν αδερφός και καλύτερα. Αν δεν ήταν ο Μιχάλης, η Άννα θα είχε φύγει από το σπίτι και θα την είχαν βρει παγωμένη πάνω από τον τάφο της μητέρας της με τα δάκρυα κρυσταλλωμένα στα μάτια και στα χείλια της.
Έπειτα από το θάνατο της μητέρας της, ο Μιχάλης έγινε για την Άννα ο φύλακας άγγελος της και τίποτα δεν ήταν ικανό να τους χωρίσει μέχρις ακόμα που μεγάλωσαν.
-------------------------------
Σαν να ξύπνησε ο Μιχάλης από ένα λήθαργο, τινάχτηκε και … «Πρέπει να σηκωνόμαστε σιγά σιγά» της είπε, «Όπου να’ναι θα έρθει το επόμενο τρένο. Που πάμε πρώτα;»
«Στην αδερφή της μητέρας μου. Οδός Αντιμάχου 15, στη Νίκαια» του απάντησε η Άννα.
Έσβησε το τσιγάρο στο πάτωμα, δευτερόλεπτα πριν ακουστεί ο θόρυβος από το τρένο που τσουλάει πάνω στις ράγες, φορτώθηκε το σακίδιο του, πήρε και το δικό της στον άλλον ώμο όπως τότε που της σήκωνε τη σχολική τσάντα, και βγήκαν βιαστικά από την αίθουσα αναμονής. Ενώ χανόντουσαν μέσα στο πλήθος, μια εφημερίδα έπεσε από τα χέρια ενός περαστικού.
Το πρωτοσέλιδο έγραφε «Αγνοούνται δύο παιδιά, ένα αγόρι ηλικίας 18 ετών και ένα κορίτσι 16 ετών, από το ορφανοτροφείο Βόλου «Η Ελπίδα» Πληροφορίες θέλουν να είναι μαζί και κατευθύνονται κατά πάσα πιθανότητα προς την Αθήνα…»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου