Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011

Η φαντασίωση της ημέρας

Είναι πάντα η ίδια μέρα που φαντασιώνομαι, σε διαφορετικές παραλλαγές. Δεν έχει σημασία αν είναι μέρα ή νύχτα – συνήθως είναι μέρα, υπάρχει φως έξω. Είναι η μέρα του θανάτου μου. Το μόρσιμον ήμαρ. Ή αν θέλετε το νόστιμον ήμαρ, η ημέρα της επιστροφής μου στην ανυπαρξία, από την οποία κάνω ένα σύντομο διάλειμμα, όπως όλοι οι ζωντανοί.

Συνήθως φαντασιώνομαι απότομες προσκρούσεις πάνω σε σκληρές επιφάνειες. Η πιο διαδεδομένη μου φαντασίωση, αυτή με τη μεγαλύτερη επιτυχία, με τοποθετεί σκηνικά στο μπαλκόνι του δωματίου μου, από το οποίο βουτάω. Όπως στα όνειρά μου όταν πέφτω, έτσι και στη φαντασίωση νιώθω την πίεση της πτώσης, που ολοένα αυξάνεται καθώς επιταχύνεται ραγδαία η μάζα μου. Η στιγμή της πρόσκρουσης φαντάζομαι ότι είναι μία στιγμή οριακή, στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου. Ζεις και δεν ζεις για μια στιγμή. Είσαι στο ενδιάμεσο, μεταξύ πόνου και έλλειψης πόνου. Περισσότερο φαντάζεσαι τον απερίγραπτο πόνο και τον απερίγραπτο γδούπο που πυροδότησε η πτώση του σώματός σου πάνω στο τσιμέντο, παρά προλαβαίνεις να το βιώσεις.

Τώρα τελευταία άρχισα να οραματίζομαι κι άλλους θανάτους. Καμιά φορά σκέφτομαι να γλιστράω στις ράγες του ηλεκτρικού και να νιώθω ξανά αυτή τη στιγμή/μη στιγμή της ζωής/μη ζωής καθώς γίνομαι κομμάτια πάνω στο εισβάλλον βαγόνι, σαν σπερματοζωάριο που ρέει παχύρευστο γύρω από το βαγόνι-πέος το οποίο εφορμά εκστατικά μέσα στη σήραγγα-ωάριο. Άλλες φορές φαντασιώνομαι πως την τελευταία στιγμή, σαν σε μία έκρηξη αυθορμητισμού (αλλά φυσικά ποτέ δεν είναι αυθόρμητη κίνηση, είναι πάντα μία τρελά προγραμματισμένη κίνηση, μία προγραμματική δήλωση που αποσκοπεί σε κάτι) τρέχω μέσα στη μέση του δρόμου και ένα διερχόμενο αυτοκίνητο με σμπαραλιάζει. Αναρωτιέμαι αν ίσως στο τελευταίο αυτό σενάριο θα προλάβω να έχω στιγμιαία συνείδηση του θανάτου, του πόνου μου καθώς θα δω πίδακες αίματος να εκτοξεύονται, ίσως και κάποιο μέλος μου να υψώνεται στον αέρα. Αναρωτιέμαι αν στο νεκρωμένο μου μυαλό, που θα τα παρακολουθεί όλα αυτά αποστασιοποιημένα, θα προλάβω ίσως και να μετανιώσω και για την απόφασή μου αυτή να αυτοκτονήσω.

Πιο φρέσκο ακόμα σενάριο με θέλει να ανοίγω το μπάνιο και να ξαπλώνω μέσα στην μπανιέρα και κατόπιν να κόβω τις φλέβες μου. Ίσως να πάρω και τα απαραίτητα υπνωτικά για έξτρα συμπλήρωμα. Θα νιώσω μία γλυκειά ζαλάδα και μετά θα κοιμηθώ τον ύπνο του Σωκράτη. Βέβαια, εδώ υπάρχει και μία επιπλέον λεπτομέρεια, ότι συνήθως με σώζουν όπως συμβαίνει συνήθως σε όσους επιχειρούν να αυτοχειριαστούν με αυτόν τον τρόπο. Γι’αυτό και είναι συνήθως η πιο ελκυστική από τις φαντασιώσεις μου. Φαντάζομαι τους φίλους μου να μου χτυπάνε το κουδούνι τυχαία, επίμονα, και εγώ να σηκώνομαι τελικά και να τους ανοίγω, οι φλέβες μου να στάζουν αίμα. Θα βάλω βέβαια ένα παντελόνι από κάτω, ας είμαστε κόσμιοι, αλλά θα μείνω γυμνόστηθος. Ίσως και να τυλίξω πρόχειρα τους καρπούς μου με κάποιες γάζες, σε μία δήθεν προσπάθεια να φανεί πως όλα είναι καλά, είμαι καλά, μην ανησυχείτε, δεν έκανα κακό στον εαυτό μου, ο Κώστας είναι καλά, οι συνηθισμένες του εκκεντρικότητες, αλλά κατά βάθος ΟΧΙ, ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ, ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ, ΣΩΣΤΕ ΜΕ ΜΑΛΑΚΕΣ, ΔΕΝ ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΤΕ, ΠΕΘΑΙΝΩ ΕΔΩ ΠΕΡΑ, δεν αστειευόμαστε με αυτά τα πράγματα άλλωστε. Μία γελοία προσπάθεια να στρέψω το ενδιαφέρον πάνω μου.

Κάθε μέρα νιώθω δυστυχία, όλο και περισσότερη δυστυχία να προστίθεται μέσα μου. Νιώθω πως έχω ένα πλεόνασμα δυστυχίας, θέλω να πάρουν και οι άλλοι λίγο από τη δική μου, ειλικρινά. Νιώθω σαν κάποια πολύ πλούσια χώρα, που έχει περισσότερα λεφτά (αν η δυστυχία ήταν νομισματική μονάδα) από όσο δικαιούται να έχει, σε σχέση με όσα παράγει και όσα εξάγει, η Ελβετία της δυστυχίας, ο Καναδάς της δυστυχίας. Σίγουρα όχι η Ελλάδα της δυστυχίας, η μεταφορά θα ήταν τραγική αν χρησιμοποιούσαμε την Ελλάδα για να δείξουμε αυτή την αναλογία με οικονομικούς όρους, όπως καταλαβαίνετε.

Αναρωτιέται κανείς γιατί νιώθω τόση δυστυχία, τόση πολλή που σχεδόν χάνει το νόημά της, ακυρώνεται ως νόημα, τη νιώθω στα βλέφαρά μου, στα χέρια μου, τα πόδια μου, την πλάτη μου, σχεδόν κάθε στιγμή, όχι κάθε στιγμή, αλλά σχεδόν, κάποτε ξεχνιέμαι βλέπετε, το καταφέρνω κι αυτό, καταφέρνω να απασχοληθώ με κάτι και οι σκέψεις παύουν να με κλωθογυρίζουν, τα σατανικά διακοπτάκια που ανάβουν και σε καταδικάζουν, όπως έλεγε και ένας φίλος μου. Θεωρητικά είμαι αχάριστος. Πρέπει να είμαι αχάριστος. Θέλω να πω, γιατί να είμαι δυστυχισμένος; Έχω σοβαρό λόγο να είμαι δυστυχισμένος; Εντάξει, μιλώντας με απόλυτους όρους, έχω τα προβλήματά μου, δεν έχω ίσως το καλύτερο οικογενειακό περιβάλλον, δεν έχω οικονομική άνεση. Αλλά δεν είναι ότι πεθαίνω στον δρόμο. Δεν είμαι βλήμα ούτε τέρας ούτε δεν ξέρω τι. Έχω φίλους. Έχω ερωτική ζωή. Τότε τι; Αφού δεν υπάρχει πρόβλημα υγείας ή άλλο τερατώδες, επείγον πρόβλημα, τότε τι; Γιατί τυραννιέσαι; Γιατί υποφέρεις; Προς τι η δυστυχία; Πώς έχεις δικαίωμα να καρπωθείς τη δυστυχία, να την ιδιοποιηθείς δικαιωματικά και εκ πεποιθήσεως, εξ επιλογής, τη στιγμή που σε άλλους προσφέρεται σαν δώρο, στο πιάτο, στο τραπέζι, ανεπιθύμητο πεσκέσι σε ανθρώπους που ποτέ δεν διανοήθηκαν καν να τη γευτούν;

Αυτά θα συνέβαιναν σε έναν κόσμο που όλα κινούνται με απόλυτες αναλογίες, με απόλυτη δικαιοσύνη. Δεν είναι ένας τέτοιος κόσμος εδώ.

Η δυστυχία που νιώθει κανείς δεν είναι πάντα ανάλογη ή αντίστροφως ανάλογη του ατόμου που είναι, της ζωής που διάγει. Αν μπορούσε κάποιος να ποσοτικοποιήσει τη δυστυχία που νιώθω σε κάποιο φανταστικό, φουτουριστικό μηχάνημα, χωρίς να ξέρει τη ζωή μου, θα υπέθετε, βάσει στατιστικών πιθανοτήτων, πως είμαι ίσως κάποιος βαριά άρρωστος άνθρωπος, ένας άστεγος, ένας κατάδικος, ένα παιδάκι που λιμοκτονεί. Εγώ, με την εγωπάθειά μου, τον εγωκεντρισμό μου τον τρομακτικό, κλέβω λαίμαργα ένα κομμάτι από την πίτα της δυστυχίας, από τη δυστυχία των άλλων. Εγώ, που δεν δικαιούμαι να νιώθω τέτοια δυστυχία, με περισσή λαχτάρα, κλέβω λίγη από τους άλλους, προσπαθώ να συναγωνιστώ με επιτυχία τους τιτάνες, τους γίγαντες της δυστυχίας, τα πιο δυστυχισμένα πλάσματα της γης.

Η ανικανότητά μου να νιώσω ζωηρή χαρά, ευχαρίστηση, με σχεδόν οτιδήποτε πλέον, είναι δεδομένη. Οι αισθήσεις μου έχουν νεκρωθεί. Το μόνο συναίσθημα που το νιώθω πλέον πολύ έντονο, ατόφιο, πιο ζωντανό από ποτέ, σαν χορτάρι που έχει βραχεί από καταιγίδα και μετά αναδεικνύεται πιο έντονο, πιο ζωντανό, πιο λαμπερό, πιο πράσινο από πριν, παρότι αυτό είναι αδύνατον, να βάλεις σύγκριση στα χρώματα, είναι η θλίψη. Μιλάμε λοιπόν, για να επανέλθει στη γλώσσα των οικονομολόγων, για ένα μονοπώλιο συναισθημάτων. Ή μήπως μονοψώνιο; Ας με διορθώσουν οι ειδικοί. Μία μονοκρατορία έχει εγκαθιδρυθεί στον εσωτερικό μου κόσμο. Το μόνο συναίσθημα που εδράζεται μέσα μου είναι η θλίψη, αν αρνηθούμε να θεωρήσουμε τη δυστυχία ως συναίσθημα και την εντάξουμε περισσότερο σε μία υπαρξιακή κατάσταση.

Δεν ήμουν ποτέ ένα ιδιαίτερο χαρούμενο παιδί. Ούτε και αμιγώς θλιμμένο όμως, αν και θυμάμαι πάντα μια-δυο μέρες τον χρόνο που βίωνα μία ελαφριά μελαγχολία. Στα δεκατρία μου συνειδητοποίησα ή τουλάχιστον σκέφτηκα συνειδητά, ίσως και αυθυποβλήθηκα κιόλας, πως πλέον δεν ένιωθα ευτυχισμένος – ή αν θεωρήσουμε έναν τέτοιο όρο χαζό, που είναι κιόλας, ικανοποιημένος, ευχαριστημένος με τη ζωή. Βέβαια θεωρώ πως αυτή είναι και η ηλικία πάνω-κάτω που η πλειοψηφία των ανθρώπων παύει να νιώθει τη μαγεία της παιδικής ηλικίας.

Έκτοτε έχουν ξεκινήσει οι κρίσεις μελαγχολίας. Οι κύκλοι σιγά σιγά στενεύουν, γίνονται συχνότεροι. Η δυστυχία μεγαλώνει – εκτός από όταν απασχολούμαι φυσικά με κάτι, κάποια δουλειά, κάποια αγγαρεία, αν και δεν ήμουν ιδιαίτερα καλός ούτε ολότελα δοσμένος ούτε σε δουλειές ούτε σε αγγαρείες οιονδήποτε είδους.

Όταν ήμουν μικρός μου είπαν πως όταν μεγαλώσω θα είμαι ευτυχισμένος, επιτυχημένος, φοβερός. Πως όλες οι πόρτες θα ανοίξουν για μένα. Πως θα ζήσω γενικά σαν καμιά χαζοχαρούμενη χολιγουντιανή ταινία. Αυτό δεν έγινε ποτέ.

Περιμένω ακόμα να υλοποιηθεί η υπόσχεσή τους.

Τους μισώ λίγο όλους που δεν έγινε πραγματικότητα αυτή η υπόσχεση. Όταν ήμουν ένα μικρό αγόρι είχα πολλά όνειρα για τον κόσμο, για τη ζωή μου. Ήμουν σίγουρος πως θα γίνω μεγάλος, τρανός, παράδειγμα προς μίμηση. Πως θα άλλαζα τον ρου της ιστορίας.

Αρχικά ήθελα να γίνω μία κοσμοϊστορική προσωπικότητα, εφάμιλλη του Ιούλιου Καίσαρα.

Μετά τα δεκαεφτά, άρχισα λίγο να νερώνω το κρασί μου. Είπα ότι θα γίνω επιτυχημένος και διάσημος και σίγουρα λήμμα στην εγκυκλοπαίδεια, αλλά εντάξει, δεν χρειαζόταν να αγγίξω το επίπεδο αναγνωρισιμότητας του Καίσαρα – δεν θα με πείραζε να γίνω τόσο διάσημος όσο και η σαλάτα του Καίσαρα.

Μετά τα είκοσι ένα, είπα, εντάξει, δεν χρειάζεται να γίνω σπουδαίος διεθνώς. Θα παράξω σημαντικό έργο στη χώρα μου, θα τα καταφέρω, εγώ δεν ήμουν πριν λίγα χρόνια που άκουσον άκουσον ήμουν ένα παιδί θαύμα, που θα διέπρεπα χωρίς μεγάλη δυσκολία, που θα ανυψωνόμουν στις θείες σφαίρες;

Μετά τα είκοσι τρία άρχισα να καταλαβαίνω πως δεν ήμουν ποτέ το παιδί θαύμα. Και κυρίως ούτε ο ενήλικος θαύμα.

Στα δέκα μου ήθελα να γίνω ο Ιούλιος Καίσαρας.

Στα δεκαεφτά, ήθελα να γίνω ο Σάμιουελ Μπέκετ.

Στα είκοσι τρία, ήθελα να γίνω απλά κάποιος, με μια περιορισμένη αλλά διακριτή σφαίρα επιρροής.

Στα είκοσι έξι θέλω απλά να γίνω άνθρωπος. Γιατί μετά από δύο δεκαετίες και κάτι ούτε αυτό δεν έχω καταφέρει πραγματικά.

Βλέπω παντού γύρω μου ανθρώπους να συμπεριφέρονται φυσιολογικά, σαν να μην τρέχει τίποτα. Σαν οι ζωές τους, με όλα τα προβλήματά τους, να είναι σημαντικές, σαν οι ίδιοι να είναι σημαντικοί.

Δεν μπορώ να νιώσω σημαντικός. Ούτε κατά διάνοια. Μερικές φορές δεν μπορώ να νιώσω πιο σημαντικός ούτε από ένα μηρμύγκι. Μερικές φορές νιώθω πως δεν έχω καν δικαίωμα να ζω, τόσο τραγική αποτυχία ανθρώπου είμαι.

Αναρωτιέμαι μερικές φορές τι μηχανισμούς αυθυποβολής ή αυτοπροστασίας ή αυταπάτης έχουν αναπτύξει οι περισσότεροι άνθρωποι. Όλοι μοιάζουν τόσο ικανοποιημένοι με το πώς είναι, λες και είναι το άλας της γης, τόσο ικανοποιημένοι με το μυαλό τους και την ψυχή τους και τη μόρφωσή τους και το πρόσωπό τους και το σώμα τους. Φυσικά μπορεί πλέον να έχουν εξοικειωθεί με το πώς είναι, να έχουν αγαπήσει τον εαυτό τους, να μην μπλοκάρονται από θέματα χαμηλής αυτοεκτίμησης. Μα ναι φυσικά, Σέρλοκ, πώς δεν το σκέφτηκα πιο πριν. Μόνο που ποτέ σου δεν μου είπες: πώς στο διάολο το κατάφεραν αυτό;

Βλέπω γύρω μου μετριότητες, απίθανες μετριότητες, και αναρωτιέμαι αμέσως πως καταφέρνουν και ζουν και τραβάνε αναπνοές κάθε μέρα. Εγώ, μία ακόμα μετριότητα, αγωνίζομαι, αγωνίζομαι να δεχτώ πως είμαι ακόμα μία κουράδα όπως όλοι μας. Δεν είμαστε παρά κρέατα που κουνιούνται και πάλλονται και έχουν σπασμωδικές, βιοχημικές αντιδράσεις. Κρέατα με κοστούμια, κρέατα που φοράνε γραβάτες και κρατάνε χαρτοφύλακες, κρέατα που χορεύουν και τραγουδάνε και υποκρίνονται πως είναι άλλοι πάνω σε σκηνές, ενώ άλλα κρέατα χειροκροτούν από κάτω. Αν κάποια ανώτερη μορφή ζωής μας παρατηρεί κρυφά, θα πρέπει να γελάει με το πόσο γελοία κρέατα είμαστε όλοι. Το αντίστοιχο του να βλέπουμε εμείς κοτόπουλα να κακαρίζουν ενώ φοράνε κοστούμια και δίνουν φτεραψίες ή φωτογραφίζουν το ένα το άλλο. Γελοία κοτόπουλα όλοι. Πρέπει να δώσω κάποια παραπάνω αξία σε εμένα ή σε κάποιο άλλο από το κοτόπουλα;

Άρα, για να νιώθω τέτοια τρομερή απέχθεια για εμένα και για τους άλλους, το συμπέρασμα είναι πως πρέπει να ανήκω στους κατώτερους. Τότε είναι που σμπαραλιάζομαι. Θυμάμαι τον εαυτό μου μικρό αγόρι να ονειρεύομαι το μέλλον, λαμπερό, ο ήρωας του παραμυθιού, ο πρωταγωνιστής της ταινίας. Μόνο που μεγαλώνοντας έχω γίνει ο κακός της ταινίας. Όχι ο κουλ, στυλάτος κακός. Ο βδελυρός, γλοιώδης κακός, ο αξιοθρήνητος.

Πίστευα πως μεγαλώνοντας θα ήμουν ένας τύπος κουλ, ισχυρός, γοητευτικός, έξυπνος, όμορφος, καλλιεργημένος, ικανός, θαρραλέος, ταλαντούχος, καλόψυχος. Ήταν τόσες πολλές οι κατηγορίες και όμως απέτυχα σε όλες. Ούτε σε μία δεν έπεσα διάνα.

Βέβαια δεν είμαι και ο χειρότερος. Είμαι απλά μία μετριότητα, από όλες τις απόψεις. Και αυτό είναι το χειρότερο. Από αυτήν την άποψη είμαι πιο αξιοθρήνητο πλάσμα από κάποιον που θα πρώτευε από την ανάποδη, που θα ήταν ο χειρότερος σε κάποια από τις άνωθι κατηγορίες. Κοντολογής, είμαι μία πλήρης ανθρώπινη αποτυχία. Έχω αποτύχει κοινωνικά, επαγγελματικά, πνευματικά, σωματικά, υπαρξιακά.

Όχι, όχι, μην προεξοφλείς, κραυγάζουν οι αμφισβητίες, οι αντιρρησίες, έχεις πολύ χρόνο μπροστά σου. Αρχίδια, θα ανταπαντήσω λακωνικά, με κομψότητα και ευγλωττία. Ένας άνθρωπος που έχει καταρρεύσει μέσα του, που δεν έχει να δώσει τίποτα, το καταλαβαίνει. Το γνωρίζει. Έχω σπάσει μέσα μου. Αυτά τα θραύσματα δεν ξανακολλάνε. Ό,τι και να γίνει, δεν θα διορθωθώ ποτέ. Θα είμαι πάντα αυτός, έτσι, με αυτά τα χαρακτηριστικά. Με τρελαίνει αυτό, αλλά είναι η αλήθεια.

Όχι, όχι, αυτό είναι παραίτηση, μεμψιμοιρείς, δηλώνουν κάποιοι. Μα φυσικά και μεμψιμοιρώ. Η κατάθλιψη, το αυτομαστίγωμα, είναι ανακούφιση, διεστραμμένη απόλαυση. Ίσως η μόνη πραγματική απόλαυση που μου έχει μείνει. Υπάρχει ανακούφιση στην αυτοτιμωρία. Πλέον η θλίψη έρχεται κάθε εβδομάδα, τι εβδομάδα, σχεδόν κάθε μέρα. Μερικές φορές με αγγίζει πιο διακριτικά, θροϊζει λίγο το φόρεμά της καθώς ελάχιστα εφάπτεται πάνω στο μπράτσο μου και απομακρύνεται, σαν διακριτικό φάντασμα.

Και άλλες φορές, απλά στουκάρει πάνω μου, δίχως ντροπή, δίχως προκαλύμματα. Μπαμ. Τσακίζεται πάνω μου όταν με βάζει στόχο, σαν αυτοκίνητο που συγκρούεται πάνω σε δέντρο. Και τότε με μελανιάζει παντού, με μωλωπίζει.

Το σώμα μου πλέον αντιδρά σπαστικά, αυτοματικά. Αυτοματοποιούμαι νομίζω, η παραμικρή αφορμή μου δημιουργεί θλίψη, τα μάτια μου βουρκώνουν με τα παραμικρό, σχεδόν με δική τους ζωή εκχύνονται δάκρυα από τα μάτια μου. Νιώθω ότι κουβαλάω όλη τη θλίψη του κόσμου στους ώμους μου. Έχω γίνει empathic, όπως λένε και οι Άγγλοι, σαν μαγνήτης τραβώ τον πόνο και τη θλίψη των άλλων, όλων των άλλων γύρω μου. Είμαι σαν αλεξικέραυνο που τραβάω πάνω του τον πόνο όλων των ανθρώπων που συναναστρέφομαι και φανταστικών ανθρώπων που διαβάζω σε βιβλία και ανθρώπων στην άλλη άκρη της γης που μαθαίνω τις ιστορίες τους. Φορτίζομαι, κουρδίζομαι, με τρέφει η δυστυχία. Σοκάρομαι για μένα, σοκάρομαι για τους άλλους, γιατί υποφέρω, γιατί υποφέρουν, γιατί ο τάδε ή η δείνα να πονάνε τόσο, να υποφέρουν τόσο, το νιώθω, όσο και να το κρύβουν, το μυρίζομαι;

Βέβαια αυτά έρχονται σε τρομερή αντίφαση με τα όσα ανέφερα πιο πριν, ότι είμαστε απλά γελοία κοτόπουλα με κοστούμια ή ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους. Οι αντιφάσεις είναι μέσα στο παιχνίδι, είναι η αμφιθύμια γνώρισμα των απελπισμένων, των πιο δυστυχισμένων ανάμεσα στους δυστυχισμένους. Όπως αμφιθυμία είναι από τη μια η επιθυμία μου να πεθάνω, να αφανιστώ, και από τον άλλη ο τρομακτικός φόβος του θάνατου που έχω. Με προκαλεί απέχθεια η ιδέα της ανυπαρξίας, ότι θα πάψω να έχω νόηση, να υπάρχω, να σκέφτομαι, ακόμα και αυτές τις σκατοσκέψεις που κάνω. Ακόμα και με αυτή τη σκατοψυχή μου θα προτιμούσα να συνεχίσω να υπάρχω, έστω και να κατοικώ σε μία πέτρα, σε μία αμοιβάδα, παρά αυτό το τρομερό κενό, το τρομερό τίποτα που μας περιμένει όλους.

Με πιάνει φρίκη, τρέλα σε αυτόν τον παραλογισμό. Ποιο το νόημα της ζωής αφού είναι απλά ένα διάλειμμα από την ανυπαρξία; Όλα έρχονται από το τίποτα και καταλήγουν εκεί. Βλέπω παντού ανθρώπους γύρω μου και σκέφτομαι πόσο πόνο και δοκιμασίες έχουν γευτεί στις ζωές τους, τι άσχημα πράγματα έχει υποφέρει εκείνος, πόσο έχει πληγωθεί και όμως ακόμα περπατάει εκείνη, αναρωτιέμαι για όλα τα φρικτά που σίγουρα έχουν πάθει. Και γιατί; Για να γίνουν στο τέλος σκόνη και καύκαλα. Για κανέναν happy end. Όπως έλεγε και ο Πασκάλ Μπρικνέρ σε ένα βιβλίο του, το μόνο που μειώνει κάπως το σκάνδαλο του θανάτου είναι πως ισχύει ανεξαιρέτως για όλους. Κάπως σαν το σκάνδαλο της αφόδευσης. Αφού όλοι το παθαίνουν, ε δεν βαριέσαι, συμβαίνει.

Αναρωτιέμαι μήπως ο μηδενισμός είναι όντως η μόνη λογική, υγιής στάση. Αφού τίποτα δεν έχει καθορισμένο νόημα, η ίδια η ζωή είναι απλώς μηχανισμοί που τίθενται σε λειτουργία χωρίς κάποιον σαφή σκοπό ή νόημα, τότε λογικό είναι να θεωρήσεις πως τίποτα δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως κάτι ιδιαίτερο ή σημαντικό, ευχάριστο ή δυσάρεστο. Οι τέχνες και τα γράμματα, που κάποτε μου πρόσφεραν τέρψη και τα ένιωθα ως το μόνο πράγμα που θεωρούσα σημαντικό και ζωογόνο στη ζωή μου, μπαίνουν και αυτά στο ράφι των αχρήστων, αξιοθρήνητες προσπάθειες των ανθρώπων να δώσουν κάποιο νόημα στις ασήμαντες, θλιβερές, πολύ σύντομες και χωρίς νόημα υπάρξεις τους, χέρι-χέρι με τις θλιβερές προσπάθειες να υποκριθούμε πως γνωρίζουμε, κατανοούμε και αγαπούμε ορισμένους ανθρώπους στη ζωή μας και αυτό ελαττώνει κάπως το βάρος της ύπαρξης, που από μόνη της είναι κενή νοήματος ή σημασίας – τη στιγμή που πολλοί από εμάς δεν μπορούμε να γνωρίσουμε, να κατανοήσουμε ή να αγαπήσουμε τον εαυτό μας καλά-καλά, πώς μπορούμε να πιστεύουμε πως θα το καταφέρουμε με τους άλλους; Οι τέχνες και η μυθοπλασία είναι πολύ πιο εύκολα τερέν στα οποία μπορούμε να κινηθούμε και να ποντάρουμε τις ελπίδες μας από ό,τι οι διαπροσωπικές σχέσεις, και αυτά όμως απογοητεύουν τελικά. Όλα επαναλαμβάνονται, οι δημιουργικές εμπνεύσεις νεκρώνονται. Η γνώση μου πως δεν είμαι ιδιαίτερα ξεχωριστός, ούτε έξυπνος ούτε καλόψυχος ούτε όμορφος ούτε ταλαντούχος ακυρώνει τα πάντα. Κάποτε με κρατούσε η ψευδαίσθηση πως θα καταφέρω να παράξω πνευματικό έργο, πως θα επηρεάσω τον κόσμο, θα αποδείξω ότι έχω ταλέντο. Είχα ποντάρει στο γράψιμο, τη δημιουργική τέχνη του δειλού, αυτή με τη μικρότερη άμεση έκθεση (γιατί έμμεσα είναι φυσικά η πιο τρομερή έκθεση σε σχέση με όλες τις άλλες δημιουργικές μορφές). Η συνειδητοποίηση της έλλειψης ήταν το τελευταίο προπύργιο ίσως που έπεσε. Δεν έχω κάτι να πω. Δεν έχω κάτι να προσθέσω στην πανανθρώπινη δεξαμενή του πνεύματος ή της ανθρώπινης σκέψης. Δεν έχω κάτι καινούριο να πω ή να γράψω. Είμαι μία μετριότητα. Είμαι κουράδα, όπως δισεκατομμύρια άλλες. Και πασχίζω κι εγώ να διακριθώ να ξεχωρίσω, όπως και εκατομμύρια άλλες, σαν ποντίκια όλα μαζί παγιδευμένα στο κλουβί που κάποια προσπαθούν να σκαρφαλώσουν πάνω στα άλλα και να ξεχωρίσουν. Το θέαμα είναι λυπηρό, γελοίο, γραφικό. Κι όμως έτσι είναι. Πώς μπορείς να πορευθείς όταν ξέρεις ότι είναι μία ασημαντότητα, μία απόλυτη μετριότητα, ένα τίποτα, μία απροσμέτρητη ποσότητα συμπυκνωμένου τίποτα; Ήρθες στον κόσμο μέσα από το τίποτα, ελάχιστοι άνθρωποι θα σε υπολογίσουν και θα νοιαστούν για εσένα πραγματικά κατά τη διάρκεια της ζωής σου, οι πιθανότητες να αφήσεις κάτι που θα αντέξει μετά τον θάνατό σου και θα έχει σημασία για αρκετούς ανθρώπους είναι απειροελάχιστες. Και όταν πεθάνεις, επιστρέφεις στο κενό και κανείς δεν θα σε ξαναθυμηθεί. Ποτέ. Ξανά. Δεν θα υπάρχεις καν αναμνησιακά, λεκτικά, γλωσσικά. Ακόμα και η ιδέα της ύπαρξής σου θα διαλύθει. Ποιο είναι λοιπόν το νόημα σε αυτό; Μα να περάσεις καλά τη ζωή σου λένε κάποιοι. Λοιπόν έχω να απαντήσω σε αυτό: όσοι είναι αρκετά επιδέξιοι ή αναίσθητοι ή καθυστερημένοι ώστε να το καταφέρουν. Γιατί η δύναμη και η επιδεξιότητα που χρειάζεται στο να κλείσεις αυτά τα διακοπτάκια των σκέψεων είναι τρομαχτική. Εγώ δεν την έχω. Έχω αποτύχει και σε αυτόν τον τομέα. Είμαι ανίκανος να διαχειριστώ όλα αυτά τα πράγματα, που άλλοι άνθρωποι φαίνονται να μην έχουν πρόβλημα να τα διαχειριστούν ή τουλάχιστον το προσποιούνται καλά ότι τα έχουν λύσει ή μπορεί να μην τα σκέφτηκαν ποτέ πραγματικά.

Βέβαια, δεν είμαι ο μόνος που δυσκολεύεται. Περιτριγυρισμένος από ανθρώπους που φαίνονται να είναι μια χαρά, ανθρώπους που φαίνονται να έχουν ενσυνείδητα υιοθετήσει για τον εαυτό τους έναν ρόλο, μία ταυτότητα και να έχουν αυταξία, ανθρώπους που συνήθως κινούνται προς τους δύο ασφαλείς πόλους, ή τελείως mainstream στα πάντα στις επιλογές τους, το στήσιμό τους, πλήρως ευθυγραμμισμένοι με τη νόρμα, ή τεχνηέντως «εναλλακτικοί», σε βαθμό που αυτό, ο αυτοσκοπός και ο ψυχαναγκασμός μίας εξαναγκασμένης εναλλακτικότητας, καθορίζει τα πάντα πάνω τους σε βαθμό εξίσου δυναστικό και θλιβερό με τους mainstream, νιώθω ότι υπάρχουν μερικοί άνθρωποι σαν εμάς, που δεν βαδίζουν σε αυτά τα ασφαλή μονοπάτια, είτε επειδή δεν το επιλέγουν, είτε επειδή δεν μπορούν, είτε επειδή κάποτε πάσχισαν τόσο πολύ να μην αφομοιωθούν με τη μάζα που το κατάφεραν να μην ανήκουν πουθενά. Και τώρα αιωρούνται στο κενό, μετεωρίζονται και δεν μπορούν να πάρουν ανάσα.

Εμείς, αυτή η κατηγορία των ενδιάμεσων, δεν είμαστε ξεχωριστοί. Δεν νιώθουμε ξεχωριστοί ούτε και θα νιώσουμε ποτέ. Αυτό που μπορούμε να πω είναι πως είμαστε σπασμένοι, τραυματισμένοι, σακαταμένοι άνθρωποι. Άνθρωποι που είναι και λίγο νεκροζώντανοι, ημίβιοι όπως έλεγε σε ένα μυθιστόρημά του ο Φίλιπ Κ. Ντικ, κάπου μεταξύ ζωής και θανάτου. Περιμένουμε να ξεκινήσει η ζωή μας – δεν μπορεί αυτό που βιώνουμε τώρα να είναι η πραγματική ζωή, είναι μία επίφαση, ο προθάλαμος, όχι. Μπουσουλάμε στα τυφλά και απελπιζόμαστε και βυθιζόμαστε. Και μερικές φορές τρεφόμαστε από τη μαυρίλα μας, το μόνο μας κομμάτι ίσως που θεωρούμε κάπως ξεχωριστό, κάπως πολύτιμο. Γιατί όλα τα άλλα πάνω μας και μέσα μας τα θεωρούμε σκατά, σκουπίδια που σαπίζουν στον ήλιο.

Έχω δει τέτοιους ανθρώπους. Τους αναγνωρίζω, τους μυρίζομαι γιατί είμαστε όμοιοι. Τους έχω δει στον δρόμο, στο μετρό. Ίσως να έχω δει κανά δυο και σε αυτήν εδώ την αίθουσα. Τους καταλαβαίνω πάντοτε αυτούς τους ανθρώπους τους σπασμένους. Τους καταλαβαίνω από τα μάτια τους.

Όταν ήμουν ένα αγόρι δέκα χρονώ ήθελα να γίνω ο Ιούλιος Καίσαρας.

Τώρα θέλω απλά να γίνω άνθρωπος, αυτός που αναπηδά προς τα πάνω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου