“«Το παιδί της πληγής» στην πόλη μας μόνο για λίγες μέρες!” ακούστηκε η φωνή του τελάλη που τριγυρνούσε στα σοκάκια, κρατώντας παραμάσχαλα μερικές παλιοφυλλάδες ψάχνοντας μάταια για υποψήφιους αγοραστές ανάμεσα στους αγράμματους κατά πλειοψηφία κατοίκους του χωριού.
Δεν ήταν δα και ασήμαντο το γεγονός ότι «Το παιδί της πληγής» βρισκόταν στην πόλη τους που πιο πολύ έμοιαζε με χωριό από την ακινησία των στιγμών που διαδραματίζονταν, μια μικρή πόλη, στριμωγμένη στην έρημο, χαμένη μέσα στους αμμόλοφους της Merguza, όπου τίποτα συνταρακτικό δεν συμβαίνει και κανένας τουρίστας δεν επιλέγει να επισκεφτεί.
- Το άκουσες αυτό; Ψιθύρισε η μαυροντυμένη γυναίκα, αγνώστων χαρακτηριστικών και ηλικίας κάτω από τη σαρία της. «Το παιδί της πληγής» είναι στην πόλη μας. Δηλαδή είναι αλήθεια;
- Πρέπει να πάμε οπωσδήποτε να το δούμε, απάντησε η διπλανή της, επίσης μαυροφορεμένη γυναίκα και, επίσης, αγνώστων λοιπών χαρακτηριστικών εκτός ίσως από το ύψος της, όπου ήταν ξεκάθαρα πιο κοντή από την πρώτη και τα μάτια της συγκριτικά με αυτήν δεν πετούσαν μαύρες σπίθες.
Με μια πιο προσεκτική παρατήρηση μπορούσες να διακρίνεις κάποιες διαφορές ανάμεσα στις δύο γυναίκες, όπως ποια είναι πιο παχουλή, αλλά η παραμονή του βλέμματος σου επάνω τους πέρα από μερικά δευτερόλεπτα μπορούσε να αποτελέσει ποινικό αδίκημα με ολέθριες συνέπειες μονάχα για την ίδια.
Ο τελάλης τώρα ακουγόταν από πολύ μακριά και οι λιγοστές πληροφορίες που έδινε ήταν ικανές να σου εξιτάρουν την περιέργεια σχετικά με το πότε θα μπορούσες να θαυμάσεις «Το παιδί της πληγής» στο τοπικό Μουσείο, ο Αλλάχ να το κάνει. Ίσως αυτό να ήταν και το μοναδικό σημαντικό έκθεμα του Μουσείου από την εποχή που κατασκευάστηκε, καθώς η πλειοψηφία των αντικειμένων που περιλαμβάνονταν στη λίστα των εκθεμάτων του ήταν κάτι σκοροφαγωμένα σεντόνια, τσακισμένα κατσαρολικά, μισοσπασμένα πιθάρια και κάμποσα μπαλωμένα ρούχα, ό,τι δηλαδή μπορούσαν να αρπάξουν οι ιδιοκτήτες του από το σπίτι κάποιου που πέθανε μονάχος του δίχως συγγενείς.
Οι δύο μαυροφορούσες διέκοψαν την άκρως ενδιαφέρουσα συζήτηση τους με το φόβο ότι είχαν μείνει για πολύ ώρα εκτεθειμένες στο ίδιο σημείο προκαλώντας δυσαρέσκεια στον αντρικό πληθυσμό που περιφερόταν βιαστικά γύρω τους πουλώντας την πραμάτεια τους στην κεντρική αγορά. Διόρθωσαν τη σαρία τους σφίγγοντας την γερά στο λαιμό και γύρω από το πρόσωπο τους, κοίταξαν τριγύρω τους για να βεβαιωθούν ότι δεν έβλεπαν κάποιο μέλος της οικογένειας τους, το οποίο θα είχαν ντροπιάσει με την παραμονή τους στο χώρο άνευ συνοδείας, και με ταχύ βήμα επέστρεψαν στα σπίτια τους για να μοιραστούν τα αναπάντεχα νέα με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας τους.
«Το παιδί της πληγής», ‘ένα χρυσοποίκιλτο χαλί, ήταν σχεδόν μυθικό για όλους τους κατοίκους του μικρού χωριού και κανείς δεν πίστευε ότι υπήρχε στην πραγματικότητα καθώς κανείς δεν είχε καταφέρει να το δει ή να το βρει. Είχε εξαφανιστεί πριν από εκατοντάδες χρόνια από την πόλη τους μαζί με την κοπέλα που το είχε υφάνει και με τα χρόνια όλοι είχαν πιστέψει ότι αποτελούσε περισσότερο έναν μύθο για τις νεαρές κοπέλες όπου έτρεφαν την προσδοκία για μια καλύτερη, πιο αξιόλογη ζωή, με έναν άντρα που πραγματικά αγαπούσαν, παρά την αναπόφευκτη και οδυνηρή πολλές φορές πραγματικότητα τους με έναν άντρα μεγαλύτερο τους στα χρόνια, ο οποίος δεν τρέφει συναισθήματα για αυτές, δεν τις αντιμετωπίζει ως νοήμον ον και τις αντιμετωπίζει περισσότερο σαν ένα προϊόν από ένα αλισβερίσι.
Ο μύθος που κάλυπτε «Το παιδί της πληγής» είχε μεταφερθεί από στόμα σε στόμα μια και κανείς δεν είχε ενδιαφερθεί να τον γράψει ποτέ, καθώς η έννοια της γραφής σε ένα μικρό χωριό του Μαρόκου μέσα στην έρημο ήταν άγνωστη για εκείνα τα χρόνια ακόμα και για τα νεότερα. Ως εκ τούτου ήταν αναμενόμενο να έχουν υπάρξει προσωπικές παρεμβάσεις στην ιστορία τις οποίες προσέθετε ο εκάστοτε αφηγητής με άλλοτε ζωηρότερη και άλλοτε λιγότερο ζωηρή φαντασία.
Η Λάιλα πέρασε το κατώφλι του σπιτιού της αφού πρώτα έβγαλε τα παπούτσια της και τα άφησε στο σκαλοπάτι. Τα παχιά χαλιά έλιωναν κάτω από τα πόδια της με τη ζέστη, ενώ ο ανεμιστήρας της οροφής δούλευε ασταμάτητα νύχτα μέρα δροσίζοντας με ευχαρίστηση τα πρόσωπα της οικογένειας που μοιράζονταν την ίδια στέγη. Η γιαγιά ήταν όπως πάντα στην κουζίνα να επιβλέπει το καθημερινό φαγητό και να δίνει οδηγίες στα μικρότερα κορίτσια για τη συμπεριφορά τους και για τη στάση τους στην οικογένεια και στον ευρύτερο κοινωνικό τους κύκλο.
Πλησίασε τη μητέρα της, της φίλησε το χέρι και της ανακοίνωσε τα απροσδόκητα νέα για την έλευση του «Παιδιού της πληγής» στην πόλη τους.
- Τα μάθατε τα νέα, μητέρα; «Το παιδί της πληγής» βρίσκεται εδώ. Τελικά είναι αλήθεια.
- Που το άκουσες, εσύ;
- Στην αγορά, το διαλαλούσε ο τελάλης.
- Πόσες φορές σου έχουμε πει Λάιλα να μην πηγαίνεις στην αγορά μόνη σου; Για μια κοπέλα σαν και σένα, δεν επιτρέπεται να τριγυρνάς σε αυτούς τους χώρους δίχως την αντρική συνοδεία κάποιου μέλους της οικογένειας σου. Το ξέρεις καλά αυτό. Και ειδικά τώρα που γίνονται οι διαπραγματεύσεις για το γάμο σου. Τι χαρακτήρα θα δείξεις στον μελλοντικό σύζυγο σου;
- Μα, δεν τον γνωρίζω καν τον μελλοντικό σύζυγο μου, ψιθύρισε η Λάιλα, πώς να προσέξω το χαρακτήρα μου απέναντι του; Κι αμέσως μετάνιωσε για τον τρόπο που μίλησε στη μητέρα της.
- Ένας λόγος παραπάνω για να είσαι περισσότερο προσεκτική, διότι αυτός σε γνωρίζει και μπορεί να παρακολουθεί τη συμπεριφορά σου έξω από το σπίτι, κι αν υπάρχει κάτι που δεν τον ικανοποιήσει θα αυξήσει την τιμή της προίκας και θα δυσκολευτούμε πολύ να σε παντρέψουμε μαζί του. Κι όπως καταλαβαίνεις κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφή για την οικογένεια μας. Ήδη έχει συμβεί μία φορά και αναγκαστήκαμε να στείλουμε την αδερφή σου στη Ραμπάτ κοντά στο θείο και στη θεία σας ώστε να μπορέσει να παντρευτεί, δεν θα θέλαμε να συμβεί και σε σένα. Ποια θα υπάρχει μετά στο σπίτι για να με βοηθάει; Οι δίδυμες αδερφές σου είναι πολύ μικρές ακόμα για παντρειά, δεν έχουν φτάσει καν τα 10 και η γιαγιά σου κάθε χρόνο δυσκολεύεται όλο και περισσότερο με το περπάτημα της.
Η Λάιλα συνειδητοποίησε ότι δεν θα μπορούσε να μάθει κάτι από τη μητέρα της σχετικά με «Το παιδί της πληγής» και έτσι αποχώρησε κατευθυνόμενη προς την κουζίνα με την ελπίδα ότι η γιαγιά της θα μπορούσε να τη διαφωτίσει περισσότερο.
- Γιαγιά, «Το παιδί της πληγής» έρχεται στο Μουσείο σε λίγες μέρες. Εσύ το έχεις δει ποτέ;
- Δεν είμαι δα και τόσο γριά κόρη μου για να έχω καταφέρει να το δω. «Το παιδί της πληγής» εξαφανίστηκε από τον τόπο μας πριν από πάρα πολλά χρόνια, όταν σε αυτό το σπίτι ζούσαν οι παππούδες, των παππούδων, των παππούδων μου.
- Και τι ξέρεις εσύ γι’αυτό γιαγιά;
Η γιαγιά την περιεργάστηκε με τη ματιά της και είδε στα βαθιά μαύρα μάτια της την περιέργεια για ένα γεγονός που θα προσδοκούσε κάθε κοπέλα με την ομορφιά της από τη θέση που βρισκόταν η εγγονή της.
Ο πατέρας της Λάιλα ετοιμαζόταν να την παντρέψει με έναν άντρα από το χωριό που είχε τα διπλά της χρόνια μόνο και μόνο για μερικές καμήλες παραπάνω, κάμποσα κιλά παστουρμά και μια πηγή με νερό. Κι αν αυτό φάνταζε εξαιρετική ευκαιρία στα μάτια του πατέρα της, στο μυαλό της Λάιλα δεν έπαιρνε τις ίδιες γοητευτικές διαστάσεις. Στο κοριτσίστικο μυαλό της των 16 χρόνων, η έλευση του «Παιδιού της Πληγής» ακριβώς αυτή τη χρονική στιγμή που ετοιμαζόταν να παντρευτεί φάνταζε ότι θα μπορούσε να ήταν η ίδια η νέα ενσάρκωση του μύθου.
Η γιαγιά της δεν θέλησε να παρατείνει άλλο την αγωνία της και την πήρε στα γόνατα της όπως έκανε όταν ήταν μικρή.
- Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα μικρό κορίτσι, περίπου στην ηλικία σου, τόσο όμορφο όσο εσύ, που ζούσε σε ένα φτωχικό σπίτι στην άκρη του χωριού μας. Μία μέρα, σταμάτησε στην πόρτα του σπιτιού τους ένας ταξιδιώτης, ο οποίος ερχόταν από την έρημο, και καθώς του είχε σωθεί το νερό, τους χτύπησε την πόρτα του σπιτιού για να τους ζητήσει λίγο νερό για την καμήλα του κι αυτόν. Το κορίτσι ήταν μόνο του στο σπίτι εκείνη τη στιγμή και, όπως γνωρίζεις, από εκείνα τα χρόνια δεν επιτρεπόταν να βρεθεί κάποιος άντρας μόνος του σε ένα δωμάτιο με ένα κορίτσι. Αρχικά, το κορίτσι δίστασε να ανοίξει την πόρτα, όταν άκουσε όμως τον άντρα να σωριάζεται κάτω αφήνοντας έναν φοβερό γδούπο, άνοιξε την πόρτα, τον έβαλε να ξαπλώσει και του έδωσε νερό. Όταν ο άντρας συνήλθε αντίκρισε όλη την οικογένεια της από πάνω του να τον κοιτάει απειλητικά. Το μόνο που κατάφερε να ψελλίσει μέσα στην αδυναμία του προκειμένου να σώσει την τιμή και την υπόληψη του σωτήρα του και να αποτρέψει τον διωγμό της κοπέλας στην έρημο, ο οποίος θα κατέληγε σε μαρτυρικό και βέβαιο θάνατο, ήταν ότι θα την παντρευτεί. Για να την παντρευτεί όμως θα έπρεπε να του δοθεί και κάποια προίκα την οποία η οικογένεια δεν διέθετε. Τότε το μικρό κορίτσι πρότεινε να υφάνει ένα χαλί που όμοιο του δεν θα έχει υπάρξει σε ολόκληρο το Μαρόκο, ένα χαλί από χρυσή, μεταξωτή κλωστή με περίτεχνους κόμπους και μοναδικό σχέδιο. Το κορίτσι, που είχε αγαπήσει τον άντρα από την πρώτη στιγμή που τον είδε στην πόρτα του σπιτιού της - και ξέρεις ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στα μέρη μας να αγαπάει η γυναίκα πρώτη τον άντρα που επιλέγει να την παντρευτεί - ξεκίνησε να υφαίνει το χαλί και όσο προσπαθούσε να το κάνει όλο και πιο όμορφο τόσο το ξήλωνε και το ξαναέδενε πληγιάζοντας τα χέρια της, τα οποία έσταζαν αίμα πάνω στη χρυσή κλωστή και την πότιζαν. Όταν μετά από δύο χρόνια το κορίτσι τελείωσε να υφαίνει το χαλί, το χαλί απεικόνιζε έναν χρυσό ήλιο που έλουζε με κόκκινες αχτίδες τη χρυσαφένια έρημο με ένα μοναδικό τρόπο. Για αυτό το λόγο και το ονόμασαν αυτό το χαλί «Το παιδί της πληγής», από το αίμα των πληγιασμένων χεριών του παιδιού που είχε στάξει πάνω του.
- Και γιατί γιαγιά λένε ότι αυτό το χαλί δεν υπήρξε ποτέ και όλο αυτό είναι ένας μύθος;
- Γιατί κόρη μου πολλές κοπέλες προσπάθησαν από τότε να υφάνουν χαλί με χρυσή κλωστή για να έχουν την τύχη του κοριτσιού, δηλαδή να παντρευτούν τον άντρα που αγάπησαν, αλλά καμία δεν το κατάφερε. Ακόμα κι εγώ προσπάθησα, είπε η γιαγιά, κάνοντας μια παύση, κι ένας ελαφρύς αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της, και ξέρεις πόσο επιδέξια ήμουν με την ύφανση, αλλά είναι τόσο λεπτή η χρυσή κλωστή που σπάει από τον πρώτο κόμπο.
- Και πως χάθηκε γιαγιά αυτό το χαλί από το χωριό μας;
- Κανείς δεν ξέρει ακριβώς. Άλλοι λένε ότι η κοπέλα πέταξε πάνω στο χαλί για να βρει τον αγαπημένο της όταν εκείνος έλειπε στην έρημο για πάρα πολλές μέρες και εκείνη είχε ανησυχήσει και φοβόταν ότι είχε πάθει κάτι κακό. Άλλοι λένε ότι την τύλιξαν σε αυτό σαν πέθανε και την έθαψαν μαζί του. Άλλοι πάλι ότι το έδωσε στην κόρη της σαν προίκα κι αυτή στη δική της και …
- Ναι, αλλά τώρα είναι εδώ, έτσι δεν είναι;
Η Λάιλα εγκατέλειψε τη γιαγιά της μέσα στις σκέψεις της μόλις είδε το βλέμμα της να πλανάται στο άπειρο χωρίς προορισμό και γρήγορη επιστροφή και αποσύρθηκε στο δωμάτιο της στον επάνω όροφο του σπιτιού. Ξάπλωσε στο κρεβάτι της και με κλειστά μάτια άρχισε να συνθέτει την εικόνα του άντρα που ήθελε να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Τη Λάιλα δεν την ενδιέφεραν οι καμήλες, ο παστουρμάς και το νερό, αλλά την ενδιέφεραν τα μάτια του άντρας της να είναι σαν την νύχτα, το δέρμα του μελαχρινό σαν το χρώμα της άμμου της ερήμου, η κορμοστασιά του γερή και δυνατή σαν το άλογο και τα λόγια του γλυκά και ζουμερά σαν την καλύτερη καρύδα. Και πάνω από όλα να τον αγαπάει και να την αγαπάει. Με αυτές τις σκέψεις αποκοιμήθηκε και δεν ξύπνησε παρά μόνο όταν άκουσε τη φωνή της μητέρας της να την φωνάζει ότι είχε παραμελήσει τα καθήκοντα της στο νοικοκυριό του σπιτιού πράγμα που θα είχε άσχημο αντίκτυπο πάνω της αν αυτό το επαναλάμβανε και μελλοντικά στο δικό της σπίτι.
Μια εβδομάδα μετά, η Λάιλα, στεκόμενη όρθια συνοδεία της οικογένειας της έξω από την πόρτα του Μουσείου, αποτελούσε έναν από τους κρίκους μιας ατελείωτης ανθρώπινης αλυσίδας που είχε δημιουργηθεί για «Το παιδί της πληγής» και χανόταν σαν πολύχρωμο χορτασμένο φίδι στα στενά σοκάκια του χωριού. Στεκόταν ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, προσεκτικά περιτριγυρισμένη από τη μητέρα, τον πατέρα και τα αδέρφια της στην προσπάθεια τους να προστατέψουν την τιμή της και την υπόληψη της . Το βλέμμα της δεν έπρεπε να ξεπερνά μερικά εκατοστά από το έδαφος και αυτό είχε ως συνέπεια για τη Λάιλα να έχει εξασκηθεί κατ΄λα τη διάρκεια της οικογενειακής βόλτας στην αξιολόγηση των ανθρώπων γύρω της από το είδος και την ποιότητα των παπουτσιών τους.
Το πολύχρωμο φίδι προχώρησε σερνόμενο, το χρώμα του άλλαξε λίγο τη σύνθεση του και μία νέα παλέτα δημιουργήθηκε στο βλέμμα της Λάιλα. Ανάμεσα στις πλαστικές σαγιονάρες, τις μαυρισμένες φτέρνες, τα κακοφορμισμένα νύχια και τα τρύπια δερμάτινα μοκασίνια, ένα καινούριο ζευγάρι παπούτσια μπήκε στο οπτικό της πεδίο, λευκό, καθαρό, μοντέρνο, περιποιημένο, ένα ζευγάρι που δεν είχε δει ποτέ ξανά ως τώρα και ήταν σαφώς διαφορετικό από αυτά που είχε συνηθίσει να βλέπει στον περίγυρο της. Η Λάιλα άφησε να της ξεφύγει ένας ελαφρύς αναστεναγμός όμοιος με αυτόν της γιαγιάς της όταν της εξιστορούσε την ιστορία του «Παιδιού της πληγής» και απόρησε κι η ίδια με το τρέμουλο που ένιωσε στο στήθος της καθώς δεν το είχε ξανανιώσει ποτέ. Ίσως, μόνο μια φορά, όταν ήταν 6 χρονών να το είχε νιώσει για τον μεγαλύτερο ξάδερφο της αλλά μάλλον ήταν κάτι περισσότερο σε θαυμασμό για το κατόρθωμα τους να σκαρφαλώνει στο δέντρο της αυλής με περισσή ευκολία παρά … έρωτας.
Η Λάιλα τρομοκρατήθηκε μόνο και στην σκέψη αυτού του συναισθήματος που αποτελούσε αμαρτία για τα δεδομένα του χωριού, της οικογένειας, του φύλλου και της ηλικίας της. Το φιδίσιο σώμα σύρθηκε ξανά και τα χρώματα του ανασυντάχθηκαν για άλλη μια φορά παίρνοντας τώρα μια πιο μουντή απόχρωση ενώ το λευκό ζευγάρι παπούτσια έφυγε από το οπτικό της πεδίο και όσο κι αν προσπάθησε η Λάιλα να το ξανασυναντήσει, δεν τα κατάφερε, κι η προσδοκία έδωσε τη θέση της στην απογοήτευση για την απώλεια του.
Τώρα βρισκόταν μπροστά στο «Παιδί της πληγής» κι αυτό που αντίκρυζε ήταν πραγματικά υπέροχο. Το φως του ήλιου έμπαινε από την οροφή του κτιρίου και έπεφτε πάνω στο «Παιδί της πληγής», γυμνό, που με τη σειρά του αντανακλούσε τις χρυσαφένιες του ακτίνες λούζοντας τους τοίχους του δωματίου του Μουσείου όπου βρισκόταν κρεμασμένο, καθώς και το στριμωγμένο πλήθος που το θαύμαζε εκστασιασμένο.
Μια ευχή δεν πρόλαβε να βγει από τα χείλη της Λάιλα αντικρίζοντας κι αυτή με τη σειρά της «Το παιδί της πληγής» αλλά πνίγηκε από φόβο μήπως θεωρηθεί βλασφημία και ασέβεια. Η ευχή να έχει την τύχη της κοπέλας που ύφανε «Το παιδί της πληγής» φάνηκε τώρα να βρίσκει το δρόμο για το μυαλό της την ίδια στιγμή που το λευκό ζευγάρι παπούτσια στεκόταν λίγο πιο πίσω της δίχως να της δίνει τη δυνατότητα να το δει.
Το φίδι σύρθηκε κουρασμένο και νωχελικό για άλλη μια φορά και πέταξε έξω από την αίθουσα του Μουσείου τη Λάιλα οδηγώντας αυτήν και την οικογένεια της πίσω στο σπίτι τους.
Μέρες αργότερα, ο πατέρας της Λάιλα ανακοίνωσε στην οικογένεια τα ευχάριστα νέα, ότι η συμφωνία του γάμου είχε κλείσει και ο γαμπρός με την οικογένεια του θα τους επισκεπτόταν προκειμένου να ορίσουν την ημερομηνία τέλεσης του μυστηρίου.
Μυστήριο ήταν αυτός ο γάμος για τη Λάιλα κυριολεκτικά. Όσο κι αν είχε προσπαθήσει η Λάιλα σαν πιστό σκυλί που κουνά την ουρά του χαριτωμένα ελπίζοντας ότι το αφεντικό του θα του πετάξει ένα μπισκοτάκι, να επιδείξει περισσή προθυμία στις ετοιμασίες της επίσκεψης με την ελπίδα ότι θα έπαιρνε κάποιες κουβέντες και λέξεις από τη μητέρα της για την όψη του μέλλοντα γαμπρού, το χαρακτήρα του, την ηλικία του και την οικογένεια του, όσο κι αν προσπαθούσε ήταν σαν να μιλούσε σε τοίχο. Στην πραγματικότητα, η μητέρα της δεν έδινε καμία σημασία σε αυτές τις λεπτομέρειες από τη στιγμή που ο σύζυγος της ήταν ικανοποιημένος και ευχαριστημένος με τη συμφωνία αυτή και έτσι θα έπρεπε να κάνει και η Λάιλα σύμφωνα με τα λεγόμενα της, πράγμα που έκανε τη Λάιλα να αναρωτιέται αν τελικά η μητέρα της γνώριζε κι η ίδια κάτι παραπάνω.
Η μέρα της γνωριμίας είχε φθάσει αργότερα από ό,τι θα ήθελε η Λάιλα και νωρίτερα από ό,τι θα επιθυμούσε. Από τη μια πλευρά η αγωνία για το άγνωστο και από την άλλη η αποδοχή του μοιραίου και αναπόφευκτου. Δεν ήταν στο χέρι της εξάλλου να κάνει κάτι διαφορετικό για να προκαλέσει τη μοίρα της όπως τα είχε καταφέρει «Το παιδί της πληγής».
Κατέβηκε τη μεγάλη σκάλα, ακολουθώντας τη φωνή του πατέρα της που την προσκαλούσε, με τα μάτια της να δυσκολεύονται να κοιτάξουν οπουδήποτε αλλού πέρα από τα σκαλοπάτια με κίνδυνο να πέσει από τη μεγάλη σκάλα και μόνο όταν κατέβηκε και το τελευταίο σκαλοπάτι μπόρεσε να ρίξει κλεφτές ματιές στο πάτωμα γύρω της προσπαθώντας να αναγνωρίσει τη θέση που κάθονταν ο πατέρας της και να σταθεί δίπλα του.
Το λευκό ζευγάρι παπούτσια απέναντι της, καθαρό και μοντέρνο, ακουμπούσε ελαφρά πάνω στο βαθυκόκκινο χαλί, σε εκείνο το σημείο ακριβώς που είχε πέσει και είχε χτυπήσει η Λάιλα όταν ήταν μικρή και ένα δάκρυ για μια σταγόνα αίμα είχαν κυλήσει και είχαν απορροφηθεί αμέσως από το παχύ πέλος του χαλιού δίχως να το αντιληφθεί κανείς.
Με κοφτά βήματα πλησίασε τον πατέρα της μακαρίζοντας την τύχη της που το λευκό ζευγάρι παπούτσια βρισκόταν σπίτι της και όταν ο πατέρας της ανακοίνωνε ότι αυτός θα ήταν ο σύζυγός της, η Λάιλα κατόρθωσε να πνίξει το χαμόγελο της κάτω από τη σαρία και να αποδώσει την ανέλπιστη τύχη της στον ερχομό του «Παιδιού της πληγής» στην πόλη τους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου