Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011

Ο Αρθούρος στην πόλη

Ο Αρθούρος Ρεμπό καταφθάνει

Σε μια πόλη αγριεμένη και συγχρόνως ατάραχη

Επελαύνει μάλλον

Παρά καταφθάνει

Λέξη πιο αρμόζουσα για κάποιον δαφνοστεφή

Περίλαμπρο όσο και ο μυθικός του συνονόματος

Ο Αρθούρος Ρεμπό επελαύνει

Σε μία πόλη άχρονη, άοσμη, αδιάφορη

Κάτω από τις ραγισμένες επιφάνειες όμως

Τις πλάκες τις γεωμετρικές

Πλανώνται σκιές και σχήματα

Ο νεαρός Ρεμπό προφέρει το όνομά του παιχνιδιάρικα

Περιπαικτικά σχεδόν

«Ρεμπό,» «Ρεμ-μπο»

Η δεύτερη συλλαβή αστράφτει

Με όλη τη μειλίχια ηδυπάθεια του ομόηχού της

Ο Ρεμπό χαμογελά, αναδιπλώνεται

Μέσα στην καθησυχαστική κούρνια, την ένρινη κουφάλα

Που σχηματίζεται στο μέσον του επωνύμου του

Στρέφει τους αγκώνες στον τοίχο

Τον άσπρο, τον κρύο

Για να κοιτάξει κάτι που φυτρώνει τώρα δα εκεί

Λουλούδια άοσμα, άχρωμα, απαθή μα και παράταιρα

Μέσα στην απάθεια της απάθειάς τους

Κόβει ένα άοσμο άνθος της λήθης

Και από την ανοιχτή πληγή εκπτύσσεται ένας μανδύας αίματος

Ζωντανό, ρέον, παλλόμενο, μυρίζει όζον, γεμίζει η ατμόσφαιρα

Το γεύεται στα χείλη του, τα μάτια του, τα βλέφαρά του

Οι αισθήσεις του διευρύνονται υπό το βάρος του οράματος

Εισπνέουν οι παλάμες του

Εκπνέουν οι μηροί του

Αφουγκράζονται τα ακροδάχτυλά του

Καθώς το αίμα αδειάζει από το κουφάρι

Της δεξαμενής-πόλης, αυτή ξαναγεννιέται

Καθώς αδειάζει από τη σηπτική ζωή.

Ο Ρεμπό περιφέρει το αιματοβαμμένο του σώμα

Ο ποιητής-ταξιδιώτης σφίγγει γύρω του τον άλικο μανδύα

Αρσενική Γκοντάιβα, ιππεύει σε αόρατο άτι

Οι κάτοικοι αμπαρωμένοι στα σπίτια, στα κρεβάτια τους

Για να μην αντικρύσουν τη γύμνια του αλήτη-ευγενούς

Το αιθερικό σώμα της ομίχλης πυκνώνει γύρω του

Σε αυτή την πόλη τη μυστήρια

Και ποια είναι αυτή η πόλη άραγε;

Είναι το Παρίσι του έρωτα;

Είναι οι Βρυξέλλες του πυροβολισμού και της εκπυρσοκρότησης;

Είναι το Λονδίνο της εξαχρειωμένης συμβίωσης;

Οι ονομασίες των πόλεων αναδιπλώνονται κι αυτές

Κρύβονται στον εσωτερικό μηρό των λέξεων

Και τότε επέρχεται η μεγάλη επιφοίτηση

Μόνο μέσα από μία νέα ρήξη με τον χρόνο

Θα αποκτήσει πάλι αυτός ο τόπος χρονικότητα

Διέρρηχθη κάποτε ο χρόνος εδώ

Το «άλλοτε» και το «τώρα» πάφλασαν και εξατμίστηκαν το ένα μέσα στο άλλο

Μόνο μέσα από ένα νέο ρήγμα του χρόνου

Θα ξαναγίνει χρονικό το άχρονο

Ο Ρεμπό σχίζει το στήθος του,

Μέσα από το σχίσμα με το σύμπαν

Βλασταίνουν λουλούδια στο τραύμα του.

Καθώς η ζωή ξαναγυρνά με πυρετώδεις ρυθμούς

Ο Ρεμπό θυσιάζεται

Γίνεται ο ίδιος μία άχρονη ιδέα

Για να βλαστήσει ζωή και χρόνος και υπόσταση σε αυτόν τον άσχημο τόπο

Ο Ρεμπό γίνεται ιδεατός, άγιος-μάρτυρας

Γυμνός ευγενής, ρακένδυτος αλήτης

Καθώς ζωοδοτεί την πόλη γύρω του

Νοηματοδοτεί και χρονοδοτεί

Από το ανοιχτό του τραύμα εκβλύζουν λουλούδια

Ακριβώς όπως απέδιδε αίμα η πληγή των λουλουδιών στον τοίχο

Και ο Ρεμπό περιμένει και περιμένει

Καθώς τα λουλούδια-αίμα ρέουν από μέσα του

Δεν αργεί η μέρα που θα γίνει

Που θα σαρκωθεί ο ίδιος

Σε λουλούδι

Σε τοίχο

Σε πόλη άχρονη

Η μέρα που το σώμα του

Θα διαδεχθεί τη θέση

Της άοσμης, άγευστης, αδιάφορης πόλης

Και θα περπατάνε άνθρωποι

Πάνω στους μηρούς-σοκάκια

Τα μάτια-πλακόστρωτα

Την καρδιά-πλατεία

Το Κατά Αρθούρον Ευαγγέλιον

Τη δεκάτη του περασμένου μηνός, νωρίς το βράδυ, αφήχθη στην πόλη μας ο άγγελος, ο ευγενής, ο ζωοποιός, ο ακλόνητος, ο υπέρλαμπρος, ο σωτήρ και μάρτυς και θεράπων μας, ο φλόγινος άγγελος με το κοσμικό όνομα Αρθούρος Ρεμπό.

Και ο άγγελος περπάτησε και εθεάθη από ελάχιστους πιστούς εις τους δρόμους της πόλεως και τις αλέες και τις πλατείες και τα πλακόστρωτα, να περιδιαβαίνει εν εκστάσει, ανέγγιχτος, ανέπαφος, άυλος όπως επιτάσσει η ουράνια φύση του, και υπεράνω άλλων ανθρώπινων χαρακτηριστικών, πλην φύλου και ηλικίας.

Και ο άγγελος περπάτησε, εις πλήρην γύμνιαν, ατάραχος, το φως από μέσα του ολοένα μεγαλύτερο, οι οφθαλμοί του ομοίως μεγάλωναν και μεγάλωναν και το φως εφάνη να τον καταπίνει.

Και ο άγγελος κοντοστάθηκε και εδίστασε αίφνης, μπροστά σε τοίχο, άσπρο, κενό, σε σημείο άνευ άλλων πραγμάτων.

Και ο άγγελος άπλωσε το χέρι προς τον άδειο τοίχο.

Και ο τοίχος, ω εκ θαύματος, εβλάστησε, και εφύτρωσε ολούθε τριγύρω του αγγέλου δέσμη ανθών.

Και αφού περάτωσε το θαύμα του ο άγγελος, δεύτερο θαύμα συντελέσθη όταν ο άγγελος έκοψε τα άνθη και αίμα ξεπήδησε από μέσα τους, ωσάν να επρόκειτο για ανθρώπινο τραύμα και ανέβλυσε πίδαξ αίματος από ανθρώπινο σώμα.

Και ο άγγελος ηξακολούθη να περιφέρεται, ενδεδυμένος με ιμάτια από αίμα και να φθάνει εκ νέου εν εκστάσει.

Και αίφνης ο άγγελος διέρρηξε το στήθος του και κατάφερε πλήγμα βαρύ εις το στέρνο του.

Και τρίτο θαύμα συντελέσθη καθώς λουλούδια, όμοια με αυτά που εθεάθησαν εις τον τοίχο, εφύοντο ακαταλήπτως μέσα από το τραύμα του στέρνου του αγγέλου, του υπέρλαμπρου, του ακατάλυτου, του θαυματουργού.

Και αίφνης έλαμψαν τα σπίτια και οι άνθρωποι και οι δρόμοι, καθώς τα άνθη εκλύοντο εκ του αγγέλου.

Και άπαντες εξήλθαν από τις οικίες τους, ομοίως εν εκστάσει, και προσκύνησαν τον άγγελο, και κοιτώντας ολούθε προσπαθούσαν να καταλάβουν πια ποίος ήταν ο άγγελος και ποίος η πόλη, και εσάστιζαν, και αδυνατούσαν να καταλάβουν.

Αυτά τα θαυματουργά και μοιραία και ανεξήγητα έχω να δηλώσω εγώ, ταπεινά, ο Μάρκος ο Τρίτος, γεγονότα που συντελέσθησαν τη δεκάτη του περασμένου μηνός, δοξασμένο το όνομα του Κυρίου μας, και μεγάλη η χάρη του, Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου