Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

Το νοσοκομείο της μνήμης

Το νοσοκομείο της μνήμης

-          Παππού, γεια σου, τι κάνεις; τον χαιρέτησε από μακριά και συνέχισε το δρόμο του με τ’αμάξι.
-          Γεια σου. Καλά είμαι, απάντησε ο μπάρμπα Θόδωρος γνέφοντας με το χέρι του και τον κοίταξε όσο πιο καλά μπορούσε.
Έπειτα, γύρισε στο διπλανό του και τον ρώτησε,
-          Ποιός είναι αυτός που με χαιρέτησε;
-          Καλά, μπάρμπα Θόδωρε, σου σάλεψε από τις ρακές; Ο εγγονός σου ο Κωστής είναι.
-          Αχ, ναι, μωρέ, μου θόλωσε ο ήλιος τη ματιά και δεν τον θωρούσα, είπε και κατέβασε άλλη μια ρακί. Άντε, να πηγαίνω τώρα. Καλό το καφενείο αλλά η κυρα Λένη στο σπίτι θα μ’αναζητά, είπε. Της είπα ότι δεν θ’αργήσω.
Έκανε ν’αφήσει κάτι ψιλά στο τραπεζάκι για τη ρακί.
-          Άσ’τα, κερασμένα από τον εγγονό σου, φώναξε από μέσα ο κυρ Γιώργης.
Ο μπάρμπα- Θόδωρος, ξανάβαλε τα ψιλά στην τσέπη, πήρε το μπαστουνάκι του και με αργό βήμα κατηφόρισε προς το σπίτι του. Δεν ήταν και πολύ μακριά από το καφενείο, ούτως ή άλλως σε ένα χωριό τίποτε δεν είναι μακριά.
Μπήκε στο σπίτι του και έψαξε να βρει τη γυναίκα του αλλά δεν την βρήκε πουθενά. Έβαλε τις παντούφλες του και χουχούλιασε στην πολυθρόνα. Άνοιξε την τηλεόραση αλλά όλη αυτή η φασαρία τον ζάλιζε, ήταν κι αυτές οι ρακές τώρα τελευταία που του βάρυναν το κεφάλι. Τον πήρε ο ύπνος εκεί στα σκοτεινά φέρνοντας στο νου του τη μορφή του εγγονού του ξανά και ξανά. Του φάνηκε πολύ παράξενο που δεν είχε αναγνωρίσει το παιδί. Ο ήλιος έφταιγε σκεφτόταν.
Η κυρα- Λένη μπήκε μέσα και άνοιξε το φως. Τότε τον είδε να κοιμάται στην πολυθρόνα και τρόμαξε.
-          Είσαι καλά, Θοδωρή μου; Δεν τα συνηθίζεις τούτα απογευματιάτικα.
Ο μπάρμπα Θόδωρος τρεμόπαιξε τα βλέφαρα.
-          Ελένη;
-          Εγώ είμαι χριστιανέ μου. Ιντά‘ παθες;
-          Που ήσουν; Όταν σ’άφηκα έκανες πίτα. Γυρίζω μετά από μια ώρα και λείπεις;
-          Την πίτα την έκανα χτες Θοδωρή μου. Σήμερα σου’πα ότι θα πήγαινα στο παιδί να το βοηθήσω στ’αμπέλι να μαζέψω και κάνα χοχλιό και κάνα χόρτο. Μου είπε κιόλας ότι σε είδε στον καφενέ και δεν το χαιρέτηξες καλά.
Ο μπάρμπα Θόδωρος ανακάθισε στην καρέκλα του. Αυτά τα πράγματα που συνέβαιναν δεν ήταν αστεία. Τώρα τελευταία είχε παρατηρήσει ότι όλο κάτι ξεχνούσε, όλο κάτι μπέρδευε αλλά νόμιζε ότι δεν ήταν κάτι σοβαρό. Κάθε μέρα όμως όλο και χειρότερα. Μα, να μην καταλάβει τον ίδιο του τον εγγονό, αυτό τον τρόμαξε περισσότερο από όλα. Δεν ήθελε να τους στεναχωρήσει κιόλας. Τι να πει;
Την άλλη μέρα κίνησε να πάει στο γιατρό του χωριού να του κάνει μια κουβέντα κι αυτός τον έστειλε στο νοσοκομείο στην πόλη με ένα κατεβατό εξετάσεις. Στην κυρά Λένη δεν είπε τίποτα. Τόσα χρόνια μια κουβέντα πικρή δεν είχαν ανταλλάξει, πώς να της το κάμει αυτό τώρα; Πήρε τον ξάδερφο του που έχει το ταξί του χωριού και του ζήτηξε να τον πάει. Τον όρκισε να μην πει τίποτα κι αυτός το υποσχέθηκε. Τον περίμενε μέχρι να τελειώσει από το νοσοκομείο για να τον γυρίσει πίσω. Ήθελε κι ο μπάρμπα Θόδωρος να υπάρχει ένας άνθρωπος δικός του να τον περιμένει μήπως και συνέβαινε τίποτα. Όταν τελείωσε με τις εξετάσεις, μπήκε πάλι στο ταξί για να επιστρέψουνε στο χωριό.
-          Όλα καλά μπάρμπα Θόδωρε; τον ρώτησε
-          Όλα καλά, παιδί μου, δόξα το Θεό. Όλα καλά, απάντησε.
Μετά από ένα μήνα που βγήκαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων, οι υποψίες του μπάρμπα Θόδωρου είχαν επιβεβαιωθεί. Alzheimer σε προχωρημένο στάδιο και όπως φαινόταν από τις εξετάσεις η εξέλιξη του θα ήταν γρήγορη.
-          Και τώρα τι κάνουμε μπάρμπα Θόδωρε; μονολόγησε σαν τον άφησε πάλι το ταξί έξω από την πόρτα του σπιτιού.
Μπέρδεψε τα πόδια του και δεν έλεγε να ανέβει τα σκαλοπάτια για το σπίτι. Κοντοστάθηκε στην είσοδο της αυλής και κάθισε λίγο στο πεζούλι στην άκρη του κήπου με τις λεμονιές. Βάλθηκε να σκέφτεται και να σκαλίζει τη μνήμη του για να καταλάβει μέχρι που μπορούσε να τη φτάσει.
-          Πρώτα ο πατέρας σου, μετά ο αδερφός σου και τώρα εσύ, ε; Κληρονομικό λένε αλλά ποιος ξέρει. Θα της το πεις της κυρα Λένης ή όχι; Στριφογύριζε η ερώτηση σα σβούρα.
Έπειτα θυμόταν τα λόγια του γιατρού, ευτυχώς ακόμα τα θυμόταν. Του είχε εξηγήσει ότι από εδώ και πέρα θα χρειαζόταν βοήθεια και θα έπρεπε να έχει κάποιον πλάι του για να τον έχει το νου του και να του θυμίζει τα φάρμακα του. Θα έπρεπε να μπει στο νοσοκομείο για λίγο καιρό να κάνουν κάποιες εξετάσεις κι αναλόγως θα ακολουθούσαν την κατάλληλη θεραπεία. Από την άλλη θυμόταν πόσο υπέφερε η καημένη η μάνα του από τα τερτίπια του πατέρα του στο σπίτι και τόσο δεν ήξερε τι να κάνει με την κυρά Λένη και έβαζε πάλι να στεναχωριέται.
Τη μια έλεγε να πάει να δέσει μια πέτρα στο λαιμό του να πέσει μέσα στο ποτάμι και την άλλη σκεφτόταν τη γυναίκα του, τα παιδιά του, τα εγγόνια του και πιο πολύ την δισεγγόνα του που δεν είχε καν προλάβει να το λαχταρήσει το κοπέλι και τις προάλλες σαν να του φάνηκε ότι είχε ξεχάσει το όνομα του κιόλας.
Βρε, μπας και ξέχασα και κάνα εγγόνι και κοροϊδεύω τον εαυτό μου; Μπα, καλά μου βγαίνουν στο μέτρημα, νομίζω, είπε και έκανε να τον πάρουν τα κλάματα.
Για μια στιγμή του φάνηκε να ξέχασε που βρισκόταν και ταράχτηκε, φοβήθηκε αλλά εκείνη τη στιγμή ευτυχώς εμφανίστηκε ο εγγονός του με το μικιό και τον έβγαλε από τις δυσάρεστες σκέψεις.
-          Παππού, ήρθαμε του φώναξε όλο χαρά. Θα μείνω μαζί σου να παίξουμε κάρτες μέχρι να γυρίσει ο μπαμπάς από τα ψώνια με τη γιαγιά.
-          Ποια ψώνια κοπελιά μου; ρώτησε ο μπάρμπα Θόδωρος κι αμέσως σκέφτηκε μήπως ήταν κάτι που έπρεπε να θυμόταν.
-          Τίποτε σπουδαίο, για καμιάν ωρίτσα θα λείψουμε να πάμε εδωνά παρακάτω για κάτι λουλούδια για την αυλή, είπε ο εγγονός του.
Ο μπάρμπα Θόδωρος ήθελε να διαφωνήσει αλλά δεν μπορούσε. Τι να τους πει και με ποιά δικαιολογία; Δεν θα ήταν χειρότερο όμως να συνέβαινε τίποτε δυσάρεστο στο παιδί όσο το είχε κοντά του μόνος του; Μόνο στη σκέψη ότι θα μπορούσε να του κάνει κακό εξαγριώθηκε με τον εαυτό του.
-          Δεν μπορώ, του είπε θυμωμένα, έχω δουλειά.
-          Ίντα δουλειά έχεις, του’ πε η κυρά Λένη σαν πρόβαλλε στο κεφαλόσκαλο μόλις άκουσε τις φωνές τους. Από προχτές που σου είπα ότι θα’ρθει το κοπέλι το περιμένεις πως και πως και τώρα τσινάς;
-          Εγώ θέλω να μείνω με τον παππού, δεν θέλω να έρθω μαζί σας, είπε η μικρή και έβαλε τα κλάματα.
-          Δεν μπορώ!, είπε ο μπάρμπα Θόδωρός και άρπαξε το μπαστούνι του. Τους έκανε νόημα να του κάνουν χώρο να περάσει και πέρασε την πόρτα της αυλής δίχως να κοιτάξει πίσω του. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να εξαφανιστεί γρήγορα πριν τον προλάβουν και τον γυρίσουν πίσω.
Η κυρα Λένη σαστισμένη γύρισε στον εγγονό της και του είπε κουνώντας απορημένη το κεφάλι της.
-          Σύρε, παιδάκι μου, να πας να τον βρεις, τον ξεμωραμένο, στον καφενέ θε να’ναι, του είπε και πήρε αγκαλιά το παιδί που έκλαιγε για να το ηρεμήσει.
Ο μπαρμπα Θοδωρος από τη στιγμή που βρόντηξε την πόρτα πίσω του βάλθηκε να περπατά όσο πιο γρήγορα τον παίρναν τα πόδια του. Φυσικά, δεν ήθελε να μιλήσει έτσι μπροστά στο παιδί αλλά τι να έκανε; Πώς να κρατούσε το παιδί κοντά του και να συνέβαινε κάνα κακό;
Δεν πήγε από τον καφενέ γιατί πρώτα εκεί θα τον ψάχνανε αλλά κατηφόρισε το μεγάλο δρόμο και έκοψε μέσα από το στενό με το μισογκρεμισμένο σπίτι. Ποτέ δεν περνούσε από εκεί γιατί η κατηφόρα του πονούσε τα γόνατα και το σπίτι του θύμιζε... τι του θύμιζε;
Περπατούσε μέσα από τα χωράφια ώσπου έφτασε στο ποτάμι, έκατσε στην άκρη του να πάρει μιαν ανάσα και βάλθηκε να θυμηθεί πως είχε φτάσει ως εκεί. Το μυαλό του ήταν μπερδεμένο και η ώρα έπαιρνε και νύχτωνε και δεν ήξερε τι να κάμει και που να πάει. Δεν μπορούσε να κάτσει άλλο εκεί πέρα, έπρεπε να γυρίσει πίσω στο σπιτικό του, τον είχε πιάσει και μια ζαλάδα άλλο πράμα. Ο μπαρμπα Θόδωρος παίδευε και παίδευε το μυαλό του και όσο το παίδευε τόσο δεν έβγαζε άκρη. Τη μια θυμόταν το όνομα του και την άλλη το ξεχνούσε, ύστερα θυμόταν το σπίτι του αλλά δεν θυμόταν το δρόμο. Τι θα έκανε; Τότε του’ρθε στο νου η μορφή του πατέρα του και του αδερφού του και ήθελε πάλι  να γυρίσει και να δώσει μια να πέσει μέσα στον ποταμό. Κι ύστερις, σα το λυπήθηκε ο Θεός και του έφερε τη θύμηση, ανασκουμπώθηκε ο μπάρμπα Θόδωρος, πήρε τη μαγκουρίτσα του και σάλεψε να γυρίσει πίσω στο σπιτικό του. Μόλις βγήκε από τα χωράφια στο μεγάλο δρόμο φάνηκε ο εγγονός του με το αμάξι και τον έβαλε μέσα.
-          Είσαι καλά, παππού;
-          Καλά, είμαι παιδί μου, και τώρα που σε είδα είμαι ακόμα καλύτερα.
-          Που είχες πάει παππού; Θα μου πεις;
-          Ξια μου εμένα, μη ρωτάς, μόνο τράβα να γυρίσουμε σπίτι στην κυρά Λένη και στο παιδί.
Είχε πάρει κάμποση ώρα για να επιστρέψει ο εγγονός της στο σπίτι και η κυρα Λένη είχε αρχίσει να ανησυχεί. Περίεργα πράγματα συνέβαιναν. Πρώτη φορά έκανε έτσι ο μπάρμπα Θόδωρος.
Η μικρή τώρα κοιμόταν στην ποδιά της κι εκείνη δίπλα στο τζάκι περίμενε να ανοίξει η πόρτα να δει και τους δυο τους ότι είναι καλά για να ησυχάσει.
Η πόρτα άνοιξε και φάνηκε η σκυφτή φιγούρα του μπάρμπα Θόδωρου, πιο γερασμένη και πιο ταλαιπωρημένη από ποτέ και ξοπίσω ο εγγονός της.
Ο μπάρμπα Θόδωρος κάθισε αποκαμωμένος στην πολυθρόνα του και κοιτούσε τη φωτιά να πάρει δύναμη. Είχε δίκιο ο γιατρός πως δεν θα μπορούσε να το περάσει μόνος του όλο αυτό. Έπρεπε να το μοιραστεί με τους ανθρώπους που τον αγαπάνε και τον νοιάζονται, αλλιώς με ποιόν;
-          Ήρθες παππού; είπε η μικρή που ξύπνησε εκείνη τη στιγμή και σηκώθηκε από την ποδιά της γιαγιάς της. Που ήσουν παππού; Γιατί δεν έκατσες να παίξουμε;
-          Το είχα ξεχάσει, παιδί μου ότι θα ερχόσουν.
-          Γιατί παππού το ξέχασες;
-          Γιατί μου χάλασε η θύμηση παιδί μου και θα πρέπει να πάω να μου τη  φτιάξουν.
-          Και που τη φτιάχνουν παππού; Που είναι το συνεργείο;
-          Δεν την πάνε στο συνεργείο τη θύμηση, παιδί μου, γέλασε ο μπάρμπα Θόδωρος. Την πάνε σε ένα μεγάλο νοσοκομείο και της δίνουν φάρμακα για να είναι δυνατή και να μην αρρωστήσει κι άλλο.  Εκεί πάνε όσους ξεχνάνε χωρίς να το θέλουν.
-          Και θα πας κι εσύ παππού εκεί;
-          Που παιδί μου; ρώτηξε ο μπαρμπα Θόδωρος δίχως να καταλαβαίνει τι τον ρωτά η μικρή
-          Στο νοσοκομείο της μνήμης, ντε. Θα πας κι εσύ εκεί παππού; ρώτησε η μικρή με περιέργεια
-          Θα πάω κι εγώ καλό μου, να μου φτιάξουν τη μνήμη γιατί δεν θέλω να σε ξεχάσω ποτέ. Θέλω να σε θυμάμαι και να σε κάνω να χαμογελάς, της είπε, και της χάιδεψε το σγουρό κεφαλάκι της.
-          Και εγώ πότε θα σε βλέπω παππού;
-          Όποτε θες καλό μου θα λες στον μπαμπά να σε φέρνει και να συναντιόμαστε να τα λέμε, να σου λέω τα νέα μου και να μου λες τα δικά σου. Εντάξει;
-          Εντάξει, παππούλη μου. Και θα σου κάνω και μια μεγάλη ζωγραφιά να την έχεις κοντά σου να μου λες καλημέρα κάθε πρωί και καληνύχτα κάθε βράδυ, είπε η μικρούλα και ο μπάρμπα Θόδωρος χαμογέλασε με αισιοδοξία ότι όλα θα πήγαιναν καλά. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου