Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

Το αλάτι της ψυχής

Το αλάτι της ψυχής
Βουτάς την κουτάλα στην κατσαρόλα, γεύεσαι το φαγητό και αισθάνεσαι ότι κάτι σου λείπει. Άλλοι θέλουν περισσότερο, άλλοι θέλουν λιγότερο. Προσθέτεις το αλατάκι σου, περιμένεις λίγο να πάρει μια βράση, βουτάς την κουτάλα πάλι μέσα στην κατσαρόλα, δοκιμάζεις. «Μμμμ, τέλειο» και κλείνεις το μάτι της κουζίνας αφήνοντας τη ζεστασιά του να κάνει τη δουλειά της. Λίγοι κόκκοι είναι αρκετοί για να αλλάξουν όλη του τη γεύση.
Αυτοί οι κόκκοι κουβαλούν μέσα τους όλη τη μυρωδιά, τη νοστιμιά και την ουσία από τους πάγους που λιώνουν ψηλά στις κορυφές των βουνών, που γίνονται νερό και ρέουν, περνάνε μέσα από τα δάση, γίνονται ποτάμι και καταλήγουν στη θάλασσα αγκαλιάζοντας ανάλαφρα τον πάτο της.
Ύστερα οι κόκκοι θα μαζευτούν, θα ξεραθούν, και θα φτάσουν στην κατσαρόλα με το φαγητό αφήνοντας εκεί μέσα όλη την ιστορία που κουβαλήσανε από την αρχή του ταξιδιού τους.
Αυτό ήταν ο Αλέξης για την Ειρήνη. Οι κόκκοι αλατιού που νοστίμιζαν την ψυχή της, τη γλύκαιναν, της έδιναν ουσία και γεύση. Ήταν λίγο καιρό μαζί αλλά έδεναν πολύ όμορφα οι δυο τους κι αυτό το παραδέχονταν όλοι.
Η Ειρήνη ένιωθε ότι είχε βρει στον Αλέξη ό,τι ζητούσε και αντικαθιστούσε στην ψυχή της τον πατέρα που δεν γνώρισε καθώς είχε χαθεί πολύ νωρίς από τη ζωή της σε κάποιο αυτοκινητιστικό ατύχημα. Μεγαλώνοντας με την μητέρα της, δίχως αντρικό πρότυπο, είχε πλάσει μια εξιδανικευμένη εικόνα στο μυαλό της για τους άντρες που μόνο ο Αλέξης είχε καταφέρει να της ικανοποιήσει.
Ο Αλέξης αναζητούσε στην Ειρήνη το κοριτσάκι του. Με δέκα χρόνια διαφορά ηλικίας, δίπλα στην Ειρήνη έβρισκε τη χαμένη παιδικότητα του. Συνήθιζε να την πιάνει αγκαλιά και να της κρατάει το χέρι σε μεγάλους περιπάτους. Το αλάτι της ψυχής του ήταν οι κουβέντες τους, και η ανάσα της πάνω στη δική του. «Σ’αγαπώ. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. Θέλω να σ’έχω πάντα δίπλα μου μόνο δική μου», της έλεγε.
Έτσι ξεκίνησε η σχέση τους και έτσι συνεχίστηκε για αρκετούς μήνες ώσπου οι ώρες που περνούσαν χωριστά ήταν μαρτυρικές και για τους δύο. Ήταν έξι μήνες μαζί, Φθινόπωρο 2011 όταν αποφάσισαν να μετακομίσουν στο δικό τους χώρο για να λείπει ο ένας από τον άλλον όσο γίνεται λιγότερο.
Τώρα, οι κούτες στέκονταν θεόρατο βουνό μπροστά στην είσοδο του διαμερίσματος τους, στους διαδρόμους και στα δωμάτια. Ο Αλέξης δούλευε ως αργά, είχε ιατρείο και ως εκ τούτου η Ειρήνη είχε επωμιστεί όλο το βάρος της τακτοποίησης του σπιτιού μιας και είχε περισσότερο χρόνο από εκείνον.
Ένα ένα τα πράγματα έμπαιναν στη θέση τους και η καινούρια ζωή που ξεκινούσε άλλαζε σχήματα, όγκους και χρώματα. Η τελευταία κούτα βρισκόταν δυο μέτρα μακριά της και της έκλεινε πονηρά το μάτι. «Θα τα καταφέρεις;» έμοιαζε να τη ρωτά. Η Ειρήνη επιστράτευσε όλες της τις δυνάμεις για να τη φτάσει και να την τραβήξει κοντά της.
Την άνοιξε κόβοντας με το μαχαίρι τη ζελατίνα που την κρατούσε κλειστή. «Κι άλλα βιβλία; Άραγε, να τα έχει διαβάσει όλα αυτά τα βιβλία;». Άρχισε να τα βγάζει ένα - ένα και να τα τοποθετεί στη μεγάλη βιβλιοθήκη της εισόδου.         
Μια φωτογραφία γλίστρησε απαλά μέσα από τις σελίδες του βιβλίου που κρατούσε. Προσπάθησε να κρυφτεί κάτω από το χαλάκι του διαδρόμου αλλά δεν τα κατάφερε. Προσγειώθηκε πάνω στα γκρι παντοφλάκια της και την κοιτούσε αδιάφορα. Η Ειρήνη στην αρχή δεν της έδωσε καμία σημασία, έπειτα έσκυψε και τη σήκωσε δισταχτικά με τη ματιά της να αιωρείται ανάμεσα στην αδιακρισία και στην περιέργεια.
Αποφάσισε να την  κοιτάξει  και εστίασε πάνω της με απορία. Στη φωτογραφία ήταν ο Αλέξης αγκαλιά με μια κοπέλα και η ημερομηνία που αναγραφόταν στην κάτω δεξιά γωνία της ήταν 27 Αυγούστου 2011. Τότε δεν ήταν που είχε πάει στη μάνα της στο χωριό; Γύρισε τη φωτογραφία από την ανάποδη, δεν έγραφε τίποτα. Ξανακοίταξε τη φωτογραφία προσπαθώντας να θυμηθεί μήπως ξέρει την κοπέλα από κάπου αλλά δεν της θύμιζε κάτι. Ήταν μια νεαρή κοπέλα, με ξανθά, ίσια, μακριά, μαλλιά, όχι πολύ ψηλή, σχετικά αδύνατη και ντυμένη πολύ προσεγμένα.
Το αλάτι της ψυχής της που άλλοτε τη γλύκαινε έμοιαζε τώρα με το αλάτι που πέφτει πάνω στην πληγή.   
Σε τσούζει, σε τρώει, μορφάζεις και θέλεις να ουρλιάξεις. Θέλεις να ξύσεις την πληγή, να το βγάλεις από μέσα της, να βγάλεις όλο σου το δέρμα. Στριφογυρνάς, προσπαθείς να το ξεχάσεις και ξαφνικά όλες σου οι αντιστάσεις πέφτουν κι αρχίζεις και τρίβεις, και τρίβεις, και τρίβεις την πληγή, και όσο τρίβεις και ψάχνεις να βρεις τη λύτρωση, τόσο η πληγή μεγαλώνει, αιμορραγεί και το αλάτι προχωράει ακόμα πιο βαθιά. Ώσπου διαλύεται μέσα στο αίμα, απορροφάται και χάνεται. Και ξαφνικά δεν αισθάνεσαι τίποτα.
Έβαλε το βιβλίο στη βιβλιοθήκη και έκρυψε τη φωτογραφία στο συρτάρι του κομοδίνου της. Τι ειρωνεία! «Απρόβλεπτες καταστάσεις και πώς να τις αντιμετωπίσετε» ήταν ο τίτλος του βιβλίου που κρατούσε πριν από λίγο στα χέρια της.
Έκατσε στον καναπέ και προσπάθησε να αδιαφορήσει για το συμβάν. Η ώρα ήταν 9. Τον πήρε τηλέφωνο αλλά είχε ακόμα πολύ δουλειά στο ιατρείο. Σε λιγότερο από μία ώρα αποκλείεται να ήταν πίσω της είπε. Σηκώθηκε από τον καναπέ και πήγε στο υπνοδωμάτιο. Άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου και πήρε πάλι τη φωτογραφία στα χέρια της. «Που να είχε τραβηχτεί;» αναρωτήθηκε. Προσπάθησε να βρει κάτι διακριτικό, ένα στοιχείο που να μαρτυρά την τοποθεσία. Ήταν μια απλή φωτογραφία τραβηγμένη σε ένα δρόμο, τίποτα το ιδιαίτερο.
Η Ειρήνη σκάλιζε την πληγή πιστεύοντας ότι μια απάντηση θα την ηρεμούσε αλλά το αλάτι έμπαινε πιο βαθιά στην πληγή και την έτσουζε ακόμα περισσότερο.
Και γιατί να βγάλει μια φωτογραφία με αυτή την κοπέλα; Γιατί; Τι ήταν αυτή η κοπέλα για τον Αλέξη; Ξανακοίταξε τη φωτογραφία πιο προσεχτικά. Ο Αλέξης την κρατούσε από τη μέση αλλά δεν φαινόταν να την αγκαλιάζει με τον τρόπο που αγκαλιάζει την ίδια. Πίσω από το ζευγάρι διακρίνεται μια καφετέρια. Ίσως να είχαν συναντηθεί εκεί για καφέ αλλά ποιός να τους τράβηξε φωτογραφία; Κάποιος περαστικός στο δρόμο ή κάποιος γνωστός τους;
Ποιος άλλος γνωστός τους να ήξερε άραγε για την ύπαρξη αυτής της κοπέλας; Οι ερωτήσεις κυνηγούσαν η μία την άλλη και η Ειρήνη έτριβε την πληγή, την έτριβε όλο και περισσότερο κι αυτή τώρα αιμορραγούσε. Το μυαλό της γύριζε με χίλιες στροφές και σκεφτόταν ένα και μόνο πράγμα. Ποια να είναι αυτή η κοπέλα;
Πήρε τη μητέρα του τηλέφωνο αλλά δεν ήξερε τι να της πει. Τελικά τη ρώτησε ευθέως για την κοπέλα και τι έκανε ο Αλέξης τις μέρες του καλοκαιριού που εκείνη έλειπε; Η μητέρα του σάστισε. Αυτό ήταν κάτι που δεν το περίμενε η Ειρήνη. «Καλύτερα να μιλήσετε οι δυο σας για αυτό το θέμα, δεν θα ήθελα να ανακατευτώ» της είπε και της έκλεισε το τηλέφωνο.
Τώρα η πληγή αιμορραγούσε περισσότερο και το αίμα έρρεε ποτάμι. Η Ειρήνη πήρε αμέσως τηλέφωνο τον καλύτερο του φίλο.  Άραγε να ήξερε κι αυτός την ύπαρξη αυτής της κοπέλας και να μην της είχε πει τίποτα; Η Ειρήνη έλαβε την ίδια απάντηση. «Δεν θα ήθελα να ανακατευτώ, αυτά είναι προσωπικά δικά σας, εσένα και του Αλέξη». Μα, ποια δικά μας; Εγώ δεν ξέρω τίποτα! Τι υπάρχει που είναι δικό μου και δεν το γνωρίζω;
Δεν άντεξε και πήρε την κολλητή της τηλέφωνο, μόνο και μόνο για να μιλήσει σε έναν δικό της άνθρωπο και να ξεσκάσει. Για κακή της τύχη δεν ήταν εκεί. Τώρα της έμενε μονάχα μία επιλογή, να περιμένει τον Αλέξη να γυρίσει ή να τον πάρει τηλέφωνο.
Μάζεψε όλες της τις δυνάμεις και προσπάθησε να αντισταθεί να ξύσει την πληγή ακόμα λίγο. Πήρε βαθιές ανάσες. Κοίταξε το μεγάλο ρολόι στο σαλόνι και η ώρα ήταν 9 και τέταρτο. Το αλάτι σε λίγο θα διαλυόταν μέσα στο αίμα και όλα θα τελείωναν. Ξεφύσησε δυνατά κι έβαλε ένα ουισκάκι, σκέτο χωρίς πάγο για να χαλαρώσει αν και δεν έπινε ποτέ. Σκεφτόταν τι έπρεπε να του πει και πώς να του το πει. Από τη μια ο θυμός για κάτι που της είχε κρύψει. Από την άλλη η απόγνωση ότι κι αυτός είναι σαν όλους τους άλλους που είχε γνωρίσει μέσα στο ψέμα και στην υποκρισία. Προσπαθούσε να βρει μια λογική εξήγηση σε όλο αυτό αλλά δεν μπορούσε. Αισθανόταν λύπη για τη ζωή της και για μια ακόμα σχέση που έφτανε στο τέλος της. Η αγάπη της όμως για τον Αλέξη δεν μπορούσε να εξαφανιστεί από τη μια στιγμή στην άλλη όποια κι αν ήταν η κοπέλα σε αυτή τη φωτογραφία και ο φόβος μήπως τον χάσει για μια ασήμαντη αφορμή μεγάλωνε.
Ευτυχώς, η πόρτα άνοιξε για να διακόψει τις σκέψεις της και τα συναισθήματα της που είχαν μπει σε μια μαύρη τρύπα και στριφογύριζαν αέναα δίχως διέξοδο. Η λύτρωση ήταν κοντά. Δεν κουνήθηκε από τη θέση της όπως άλλοτε για να τον καλησπερίσει και αυτό ήταν ένα σημάδι για τον Αλέξη ότι κάτι είχε συμβεί. Σαν από ένστικτο άφησε την τσάντα του στο διάδρομο και δεν την πλησίασε αλλά προτίμησε να κάτσει στην πολυθρόνα απέναντι της και να  περιμένει από την Ειρήνη να βρει το χρόνο και τις κατάλληλες λέξεις για να ξεκινήσει.
Τότε παρατήρησε τη φωτογραφία πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού και κατάλαβε τι ήταν όλο αυτό που αντιμετώπιζε έτσι ξαφνικά. Δεν μπορούσε να θυμηθεί που είχε βάλει τη συγκεκριμένη φωτογραφία καθώς ήταν πολύ προσεχτικός με αυτά τα πράγματα. Δεν είχε σημασία όμως πια διότι κάποια στιγμή θα έπρεπε να το ομολογήσει και στην ίδια. Και αυτή η στιγμή είχε έρθει.
Η πληγή αιμορραγούσε περισσότερο από ποτέ και σε λίγο δεν θα της έμενε σταγόνα αίμα στο κορμί της. Ο Αλέξης το είδε αυτό κι αποφάσισε να της λύσει τις απορίες όσο γρηγορότερα κι ανώδυνα γινόταν δίχως να μπορεί να προβλέψει την αντίδραση της.
«Είναι η κόρη μου» της είπε αποφασιστικά και έκανε μια παύση περιμένοντας από την Ειρήνη μια αντίδραση. Η Ειρήνη δεν κουνήθηκε, δεν τον κοίταξε καν. Είχε καρφώσει το βλέμμα της στο χαλί, άκαμπτο. Δεν το πίστευε; Δεν το περίμενε; Περίμενε να ακούσει κάτι άλλο; Να ακούσει κι άλλο; Ο Αλέξης μπερδεύτηκε αλλά αποφάσισε να συνεχίσει.
«Συνέβη πριν από πολλά χρόνια, με μία μεγαλύτερη κοπέλα όταν ακόμα ήμουν στο σχολείο. Οι γονείς της δεν ήθελαν να κάνει έκτρωση κι έτσι αποφάσισαν να το μεγαλώσουν σαν δικό τους παιδί. Το παιδί δεν βρίσκεται στην Ελλάδα, βρίσκεται στο εξωτερικό με τη μητέρα της και τον πατριό της και είχε έρθει για καλοκαιρινές διακοπές. Εσύ έλειπες εκείνο τον καιρό και δεν ήθελα να σε αναστατώσω με την επίσκεψη της. Είναι παιδί μου αλλά δεν το μεγάλωσα εγώ. Είμαι απλά ο βιολογικός της πατέρας. Οι γονείς της είναι άλλοι. Όλοι το γνωρίζουμε αυτό και το έχουμε αποδεχτεί. Είμαι περισσότερο σαν ένας θείος που την αγαπάει πολύ. Δεν ήξερα και πώς να σου το πω. Φοβόμουν την αντίδραση σου, μήπως σε χάσω. Περίμενα την κατάλληλη στιγμή αλλά αυτή δεν ερχόταν και όλο το ανέβαλα. Υπήρχε και κατάλληλη στιγμή; Όσο περνούσε ο καιρός και ήμασταν μαζί τόσο αυτή η κατάλληλη στιγμή απομακρυνόταν και ...»
Η Ειρήνη με μία κίνηση του χεριού της του ζήτησε να σταματήσει. Αυτή ήταν μια αντίδραση που ο Αλέξης δεν είχε προβλέψει, περίμενε θυμό, νεύρα, ερωτήσεις, εξηγήσεις, χωρισμό αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβη. Η Ειρήνη σηκώθηκε, τον αγκάλιασε με τρυφερότητα και του έκλεισε το στόμα με ένα φιλί. Αυτά που είχε ακούσει της ήταν αρκετά. Η πληγή στην ψυχή της δεν αιμορραγούσε πια και το αλάτι είχε διαλυθεί στο αίμα της.
Ο Αλέξης είχε γίνει πάλι το αλάτι της ψυχής της και η νοστιμιά του είχε επιστρέψει στα χείλη της που του την χάριζαν απλόχερα.      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου