Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

Ο Ρομπέν της Απουσίας (Part I)



 Η μέρα που το βαθούλωμα στο άδειο μαξιλάρι δίπλα μου αποκρυσταλλώθηκε, ήταν και η μέρα που μου χτύπησε την πόρτα η Ρομπέν και Σία ΟΕ.

«Είμαστε στη διάθεσή σας, δεσποινίς. Ονομάζομαι Λόξλεϊ. Το συνεργείο μου και εγώ θα καθαρίσουμε το σπίτι σας από κάθε μικρόβιο της λιγδερής απουσίας που σας τρώει σαν το σαράκι. Η Ρομπέν και Σία θα αφαιρέσουν για εσάς αυτό που δεν είναι πια εδώ».

Πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα μέχρι να μετατρέψω σε μιαν αντιληπτή μορφή τα ντανταϊστικά ηχητικά κύματα που έφταναν κατά πάνω μου. Μπροστά μου στεκόταν ένας άνδρας που θα μπορούσε να ήταν ο Σάκης ο υδραυλικός της γειτονιάς, από τον τρόπο που μύριζε- προπολεμική κολώνια με μία εσάνς eau de βαρβατίλα- μέχρι την ενδυμασία του, φαρδιά σκισμένη σαλοπέτα με το επάνω μέρος κατεβασμένο, αναδεικνύοντας για μπλούζα έναν άλλοτε λευκό καμβά, μουντή εκδοχή του πώς θα ήταν οι πίνακες του Μιρό αν διέθετε στο χρωματολόγιό του αποκλειστικά το μαύρο, το γκρι και το καφέ. Το πρόσωπό του, σκαμμένο και μελαχρινό, διαφωνούσε αρμονικά με τα ξανθά γένια και φρύδια που φύτρωναν επάνω του σαν υστερικά περιποιημένο γκαζόν. Στα χέρια του κρατούσε ένα ασημί βαλιτσάκι με το λόγκο της εταιρείας στα πλάγια: ένα τόξο τεντωμένο με μια σκούπα στη θέση του βέλους, στραμμένη προς μια καρδιά ραγισμένη στα δύο. Από πίσω από τον Σάκη- Λόξλεϊ,  στέκονταν δύο κλωνοποιημένες παραλλαγές του νεότερες σε ηλικία, μασώντας τσίχλα και ρίχνοντάς μου κουταβίσια βλέμματα γεμάτα διαθεσιμότητα. Το συνεργείο.

«Συγγνώμη», του απάντησα, προσπαθώντας να καταπνίξω το γελάκι που ετοιμαζόταν για αναρρόφηση, «είστε ο ποιός από πού και θα κάνετε τι ακριβώς για εμένα;»

Ο Λόξλεϊ με κοίταξε σχεδόν προσβεβλημένος πίσω από τα τοξωτά του φρύδια και ίσιωσε το υπερρεαλιστικό του μπλουζάκι - ή τουλάχιστον, το τελευταίο εκατοστό από αυτό που μπορούσε πια να ισιωθεί. «Δεσποινίς μου, δε νομίζω πως χρειάζονται και πολλές διευκρινήσεις, άλλα επειδή δεν σας κόβω και πολύ της πιάτσας, θα κάνω μια εξαίρεση και θα σας εξηγήσω. Είναι φως φανάρι η κατάσταση στην οποία έχετε επέλθει. Είστε πλέον ένας τόσο πλούσιος από απουσία άνθρωπος, που είναι ντροπή και όνειδος. Είμαι σίγουρος ότι δεν ξέρετε καν πόση απουσία έχετε στοιβαγμένη στη ζωή σας. Την έχετε ιδιοποιηθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό, που φαίνεται στα μάτια σας, στο ατημέλητο ντύσιμό σας, στο χολ από πίσω σας, χωρίς να τολμήσω να αναφερθώ στο υπόλοιπο σπίτι που φαντάζομαι ότι δεν σφύζει ακριβώς από παρουσία. Η δικιά μας δουλειά εδώ είναι να σας απαλλάξουμε από αυτό το αφόρητο βάρος που κοντεύει να σας πνίξει, - να το κλέψουμε, για να μιλήσω πιο ντόμπρα- και να το χαρίσουμε σε κάποιον άλλο που ίσως το έχει περισσότερη ανάγκη. Όλα αυτά αφιλοκερδώς, φυσικά. Σκεφτείτε το λίγο…. Έχετε πονέσει τόσο πολύ, έχετε κλάψει τόσο,  που αν δεν ήξερα θα έλεγα ότι σας τσίμπησε σφίγγα στα βλέφαρα. Η σημασία που έχετε προσδώσει στον πρόσφατο χωρισμό σας είναι τόσο βαριά, που η απουσία, από εκεί που κανονικά σημαίνει έλλειψη και κενό, για εσάς έχει αποκτήσει σάρκα και οστά, όπως ένα κατοικίδιο που τριγυρνά με τη γλώσσα απ’ έξω, σαλιαρίζοντας το παρκέ σας.  Αρκετά υποφέρατε εσείς, όπως και κάθε πολυαπουσιούχος στον οποίον έχουμε προσφέρει τις υπηρεσίες μας. Τώρα ήρθε η ώρα να χαρίσουμε απουσία σε κάποιον φτωχό στην καρδιά συνάνθρωπό μας που δε ξέρει τι θα πει πονάω, που δεν έχει νιώσει ποτέ τσίμπιμα στα βλέφαρα από τη σφίγγα του ληγμένου έρωτα».


Καθώς ο Λόξλεϊ ολοκλήρωνε το λογύδριό του, αναδύθηκες εσύ στο μυαλό μου. Περίεργο, ήταν η πρώτη φορά μετά από εβδομάδες που πέρασαν δέκα ολόκληρα λεπτά χωρίς να σε σκεφτώ. Και ήταν επίσης η πρώτη φορά που εμφανίστηκες όχι ως ο άνθρωπος που είσαι, αλλά ως τσιμπούρι επάνω σε ένα σαλιάρικο σκυλάκι που πηδούσε επάνω μου επίμονα ζητώντας βόλτα. Ναι, αυτό μου έμοιαζες τώρα, ένα τσιμπούρι που τρέφεται με αίμα. Αίμα απ’ το μαξιλάρι που δεν τολμούσα μέχρι τώρα να μετακινήσω, μην τυχόν χαλάσω το αποτύπωμα προσώπου σου. Αίμα απ’ τη λεπίδα του ξυραφιού σου που σκούριαζε στο μπάνιο. Αίμα από την ομπρέλα που επέμενες να αφήνεις ανοιχτή στο χολ για να στεγνώσει, παρά την γρουσουζιά που ήξερες ότι φέρνει. Ακόμη δεν είχα καταφέρει να την κλείσω. Αίμα απ’ το πάζλ που είχαμε φτιάξει, όπου η συμβολή σου περιορίστηκε στο να βρεις τις τέσσερις γωνίες.  Αίμα απ’ τα ξεραμένα τριαντάφυλλα περασμένων επετείων μας που είχα φυλάξει στην κατάψυξη και έβλεπα κάθε φορά που ήθελα να ξεπαγώσω λίγο κιμά. Κι εγώ απορούσα που όσα μπαχαρικά και να έβαζα, δεν μπορούσα να ξορκίσω από τα μπιφτέκια τη γεύση κρεατίλας. Το αίμα που έπινες θα έφταιγε.

Με τη σκέψη αυτή, και χωρίς να αναλωθώ σε περαιτέρω αναλύσεις για το πώς με βρήκε αυτό το υβριδικό συνεργείο του σύγχρονου μεσαίωνα, ανασκουμπώθηκα και έπιασα τον Λόξλεϊ από τον ώμο. «Περάστε, παρακαλώ», έγνεψα προς τα μέσα σ’ αυτόν και τους κλώνους του.  Το συνεργείο πέρασε μέσα σχεδόν πετώντας από τη χαρά του, σιγοτραγουδώντας έναν σκοπό που μάλλον είχε υποστεί κάποιες παραλλαγές από τότε που τραγουδήθηκε για πρώτη φορά στο δάσος του Σέργουντ. ..Ρομπέν και Σία, εξπέρ στην απουσία, διαπρέπουν στην κλεψιά περ’ από κάθε φαντασία!

Ο Λόξλεϊ κορδώθηκε από περηφάνια. «Ξέχασα να σας συστήσω τους γιούς μου: από δω ο ο Λιτλ Τζον και ο Μπιγκ Τζόνι, επαγγελματίες στη δουλειά τους. Δεινοί κλέφτες απουσίας, χρυσοί στην καρδιά. Λοιπόν, ας μην χάνουμε άλλο χρόνο, ξεκινάμε από την κρεβατοκάμαρα, δεν πιστεύω να θέλετε εξηγήσεις και γι’ αυτό» μισογέλασε, ανοίγοντας το βαλιτσάκι του στο πάτωμα δίπλα στο κρεβάτι. Έριξα μια κλεφτή ματιά απ’ την πόρτα όπου στεκόμουν για να δω το περιεχόμενό του. Αέρας. Κενό. Ο Λόξλεϊ με πρόλαβε διαβάζοντας της σκέψεις μου. «Εδώ θα μπει η μπάζα μας, την οποία και θα μεταφέρουμε απευθείας στον επόμενο υποψήφιο φτωχό που έχει ραντεβού μαζί μας χωρίς να το ξέρει». Μάλιστα. Να και κάποιος που κλέβει αέρα αντί να τον πουλάει, σκέφτηκα. 

«Θεέ και Κύριε, τι ειν’ αυτό που βλέπουν τα μάτια μου;», αναφώνησε γεμάτος απελπισία, σηκώνοντας από το προσκεφάλι του κρεβατιού το μαξιλάρι με το απολιθωμένο βαθούλωμα. «Παιδιά, λίγο καυτό νερό, και γρήγορα!». Οι Τζόνηδες βρίσκονταν ήδη στην κουζίνα ανακατεύοντας τα κατσαρολικά, και στιγμιαία ένιωσα μια μικρή παραβίαση. Αναρωτήθηκα αν η απελπισία των τελευταίων ημερών είχε λειτουργήσει ως παραισθησιογόνο πάνω μου, με αποτέλεσμα να έχω παραδοθεί τώρα σ’ αυτή την εκούσια διάρρηξη. Αμέσως όμως θυμήθηκα το πάζλ και τα εννέα χιλιάδες εννιακόσια ενενήντα έξι κομματάκια που ένωσα μόνη μου, ενώ εσύ διέλυες την ψυχή μου σε άλλα τόσα, και αποφάσισα έτσι ν’ αφήσω τη Ρομπέν και Σία να κάνει τη δουλειά της.

Ο Λιτλ Τζον γύρισε με μια μεγάλη κατσαρόλα βραστό νερό και, χωρίς να περιμένει εντολή απ’ το αφεντικό του, την αναποδογύρισε μονομιάς επάνω στο μαξιλάρι όπου κάποτε αναποδογύριζες την ανάσα σου για να μου ψιθυρίσεις γλυκόλογα στον ύπνο μου. Η αντίδραση που προκλήθηκε ήταν βίαιη, τραβήχτηκα αυτόματα ένα βήμα πίσω κι αμέσως ένα μπροστά, ήθελα να είμαι αυτόπτης μάρτυρας αυτής της παράδοξης απολύμανσης του εσωτερικού μου κόσμου. Το μαξιλάρι άρχισε να αναβλύζει ένα σύννεφο υδρατμών, γκρίζο σαν τα σκόρπια μόρια του προσώπου σου που στροβιλίζονταν μαζί του και αλμυρό από το μούστο του ιδρώτα που είχαν τρυγήσει τα κορμιά μας νύχτες αμέτρητες.  Αγνοώντας την ομπρέλα σωτηρίας που βρίσκονταν στο χολ, μετακινήθηκα ακριβώς κάτω από το σύννεφο και περίμενα. Η καταιγίδα δεν άργησε να έρθει, ήταν ζήτημα λίγων δευτερολέπτων, μπορεί και ωρών, δεν είμαι σίγουρη, ο χρόνος βρισκόταν σε άδεια μετ’ αποδοχών και με είχε αφήσει ως μοναδική του εκκρεμότητα. Ο ιδρώτας παραχώρησε τη θέση του στα αδέλφια του, τα δάκρυα, κι αυτά ξεκίνησαν την ελεύθερη πτώση τους επάνω μου, στην τελευταία- και επιτυχής- απόπειρα αυτοκτονίας τους έπειτα από τόσα μερόνυχτα ανακύκλωσης στα σύνορα των ματιών μου. Έπεφταν τα δάκρυα, έπεφτες κι εσύ, το πρόσωπό σου σε όλες του τις μορφές ναυαγούσε μέσα στις σταγόνες, πέφτατε μαζί και μόλις ακουμπούσατε το δέρμα μου, στεγνώνατε. Δεν προλάβαινε να βραχεί ούτε σπιθαμή μου.  Περίμενα μέχρι να πέσει και η τελευταία σταγόνα, έπειτα κοίταξα το μαξιλάρι που βρισκόταν στα πόδια μου. Το βαθούλωμα είχε φύγει. Η πρώτη μεγάλη μπόρα είχε περάσει.

Κοίταξα τριγύρω μου στο δωμάτιο και συνειδητοποίησα πως ήμουν μόνη. Ο χρόνος είχε πιάσει ξανά δουλειά και ήμουν το πρώτο πράγμα που ανέλαβε μετά τις διακοπές του. Θυμήθηκα το φιλανθρωπικό συνεργείο που είχε μπουκάρει σπίτι μου και κατευθύνθηκα προς το μπάνιο,  απ’ όπου ακούγονταν φωνές να διαπληκτίζονται.

«Λιτλ Τζον, πόσες φορές θα σου το πω; Αφήνουμε τη λεπίδα ως έχει, αν βάλουμε καινούριο ανταλλακτικό δε θα πιάσει!». Ο Μπιγκ Τζόνι κρατούσε σφιχτά το ξυραφάκι σου στη γροθιά του. «Μα η νέα σχολή το επιτρέπει και μάλιστα το ενθαρρύνει», επέμενε ο Λιτλ Τζον. «Η αλλαγή λεπίδας φέρει πιο γρήγορα αποτελέσματα, έτσι έδειξαν οι νέες έρευνες», είπε με στόμφο κοιτάζοντας τον Λόξλεϊ για επιβεβαίωση, ο οποίος απολάμβανε ένα πούρο ακουμπισμένος στο μπιντέ. «Καλώς την!» αναφώνησε, γυρίζοντας προς το μέρος μου. «Δε θέλω να μάθω λεπτομέρειες, πες μου μόνο, το μαξιλάρι επανήλθε;». Δεν ήμουν σε θέση να μιλήσω ακόμη, οπότε του έριξα ένα χαμόγελο γεμάτο νόημα και από την έκφρασή του κατάλαβα πως κατάλαβε. «Πολύ ωραία λοιπόν, ήρθε η ώρα του μπάνιου. Όσο για την λεπίδα», είπε κοιτάζοντας τους Τζόνηδες, «ας αφήσουμε την κοπέλα να διαλέξει μόνη της. Και οι δύο μέθοδοι, παλιά και νέα λεπίδα, είναι θεμιτές, απλά η δεύτερη είναι λιγότερο δοκιμασμένη και για πολλούς παραείναι ριζοσπαστική. Εσύ αποφασίζεις.»

«Ε…χμ…. μπορείτε να μου πείτε τι ακριβώς καλούμαι να κάνω με το ξυράφι;» ρώτησα όσο πιο επιστημονικά μπορούσα, ενώ μια φωνούλα μέσα μου την ίδια στιγμή χαρακτήριζε την ερώτησή μου μάταιη, αν όχι ηλίθια,  μπροστά στο μεσαιωνικό κλίμα το οποίο επικρατούσε μέσα στο σπίτι μου εδώ και κάμποση ώρα. Πίστευε και μη ερεύνα, κατέληξε η φωνούλα. Το συνεργείο, εν τω μεταξύ, είχε μπήξει τα γέλια με την απορία μου. Ο Λόξλεϊ συμμαζεύτηκε εγκαίρως και τίναξε τη στάχτη του πούρου του στον μπιντέ σαν ιδιόρρυθμος τζέντλεμαν. «Με συγχωρείτε, δεσποινίς μου, καμιά φορά ξεχνάω ότι ο κόσμος δεν είναι εξοικειωμένος με την επαναστατική μας μέθοδο. Καλείστε να κάνετε το πιο απλό πράγμα, να ξυριστείτε.  Δεν ξέρω πόσο καιρό έχετε να κοιταχτείτε, αλλά έχω την αίσθηση ότι ολόκληρο το δάσος του Σέργουντ έχει ευδοκιμίσει επάνω στο σώμα σας». Έριξα μια γρήγορη ματιά κάτω απ’ το μπατζάκι του παντελονιού μου και κάτω απ’ τη μασχάλη μου και όντως, ο συνωστισμός που επικρατούσε σ’ εκείνα τα σημεία θα έκανε μέχρι και τις φεμινίστριες του ’68 να ματαιώσουν ολόκληρο το κίνημά τους. Και ακόμη δεν είχα ελέγξει την ηβική περιοχή. «Δώστε μου το ξυραφάκι με την παλιά λεπίδα», είπα αποφασιστικά. «Συγγνώμη, Λιτλ Τζον, αλλά νομίζω ότι οι τρίχες μου δεν είναι τόσο ριζοσπαστικές όσο η νέα σου μέθοδος». Ο Μπιγκ Τζόνι μου έδωσε το ξυράφι με θριαμβευτικό ύφος, ακουμπώντας δίπλα μου και μια φιάλη με αφρό ξυρίσματος ανώνυμης μάρκας. «Αυτόν τον αφρό θα χρησιμοποιήσετε. Είναι δικής μας παραγωγής.» Ο Λόξλεϊ μου έκλεισε το μάτι συνωμοτικά και οι τρεις άνδρες αποχώρησαν από το μπάνιο κλείνοντας την πόρτα.

Ξεντύθηκα τελετουργικά και μπήκα στην μπανιέρα, ενώ λίγο έλειψε να σκοντάψω από το σοκ στην πρώτη θέαση της ηβικής μου περιοχής. Είχα δουλειά μπροστά μου. Ανακίνησα καλά την φιάλη και πίεσα το στόμιο, μισοπεριμένοντας να εμφανιστεί ένα περιεχόμενο χρώματος παρδαλού ή τουλάχιστον φωσοφιζέ. Αυτό που βγήκε ήταν ένας φαινομενικά κοινός, άσπρος αφρός. Ένας θεός ξέρει τι μαντζούνια είχαν ανακατέψει εκεί μέσα. Άρχισα να αλείφω τα πόδια μου σχολαστικά, προσέχοντας μη μου ξεφύγει εκατοστό ακάλυπτου δέρματος. Έβαλα ζεστό νερό να τρέχει, και μέχρι να γυρίσω να πιάσω το ξυραφάκι από πίσω μου, το τοπίο των ποδιών μου είχε αλλάξει άρδην. Ο χρόνος είχε πεταχτεί για ένα τσιγάρο στο διάδρομο, μόνο που ο καπνός που φούμαρε ήταν αργόσυρτος και αρμένικος, θα κρατούσε αναμφίβολα παραπάνω απ’ τα συνηθισμένα πέντε λεπτά ενός τσιγάρου.
Προσγειώθηκα ξαφνικά σε ένα χιονισμένο τοπίο, εκείνο της σπάνιας μέρας του Φλεβάρη όταν είχαμε γνωριστεί στον κόρφο μιας αγνώριστης Αθήνας ντυμένης στα λευκά. Σκούπισες το παγκάκι απ’ τις νιφάδες και κάθισες δίπλα μου. Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να μιλήσουμε, αρκούμασταν στο να κοιταζόμαστε μόνο, ανταλλάσοντας τους αχνούς που έβγαιναν απ ΄ τα στόματά μας. Πήρες το γυμνό μου χέρι και το τύλιξες ανάμεσα στα γάντια σου, σαν μια σιωπηλή υπόσχεση ότι το ζεστό μας χιόνι δε θα έλιωνε ποτέ.

Υπνωτισμένη τώρα από τη λευκή κρεμώδη ανάμνηση που απλωνόταν στα πόδια μου, άρπαξα το σκουριασμένο εκχιονιστικό μηχάνημα που μου είχες αφήσει για ενθύμιο, λες και ήξερες απ ‘ την αρχή ότι κάποια στιγμή θα μου ήταν χρήσιμο. Βάλθηκα να σκουπίσω το χιόνι, με μια επείγουσα επιθυμία να ξεριζώσω τα αγριόχορτα που είχαν φυτρώσει από κάτω, αχρείαστα πια λόγια και υποσχέσεις που ευδοκίμησαν στη στέπα όπου αυτοεξοριστήκαμε μαζί, με την κοινή πλάνη ότι δε χρειαζόμασταν τίποτ’ άλλο για να ζήσουμε. Αντιτασσόμενο στο νόμο της βαρύτητας, το χιόνι ανέβηκε και στην ήβη μου. Εκεί έπρεπε να καταβάλλω διπλή προσπάθεια, τα αγριόχορτα είχαν πιο σθεναρές ρίζες, ∙ μέσα τους κουβαλούσαν πράξεις, πράξεις που ποτίσαμε ευλαβικά κάτω από ένα σεντόνι, περιμένοντας με αγωνία έναν σπόρο που δεν εμφανίστηκε ποτέ, και που ήταν αδύνατον άλλωστε να αναπτυχθεί σύμφωνα με τους νόμους της φύσης μας. Συνεχίζοντας την ανοδική του πορεία, το λιγοστό πια χιόνι απλώθηκε στις μασχάλες μου, όπου κατά κάποιον περίεργο τρόπο, η μυρωδιά σου είχε λειτουργήσει ως λίπασμα για τα ανεπιθύμητα χόρτα. Είχα χάσει τη δική μου οσμή, την ταυτότητά μου, η δικιά σου είχε καταλάβει ολοκληρωτικά τους λεμφαδένες μου. Για πρώτη φορά, το άλλοτε ευωδιαστό σου λίπασμα έζεχνε βασανιστικά επάνω μου. Με δυο γρήγορες κινήσεις του ξυραφιού καυτηρίασα το τελευταίο απομεινάρι χιονιού, αγριόχορτου και λιπάσματος. Ξεπλύθηκα, τυλίχτηκα στο μπουρνούζι μου και η ανακούφιση δεν άργησε να στεγνώσει το κορμί μου. Ο χρόνος πέταξε τη γόπα του στο πάτωμα και επέστρεψε στο γραφείο του.

Ο Λόξλεϊ πήρε είδηση πως είχα τελειώσει με το μπάνιο και με φώναξε στην κουζίνα, όπου περίμεναν οι τρεις τους ανυπόμονα να δούνε τα αποτελέσματα της βιοψίας. «Έξοχα», μου έκανε, αγγίζοντας εξεταστικά τα λεία μου πόδια. Παρατήρησα ότι η βαλίτσα του, που με συνόδεψε στο ντους, είχε μετακινηθεί μυστηριωδώς τώρα κάτω από το τραπέζι της κουζίνας. «Δεν ξέρω για εσάς», συνέχισε, αλλά εμείς πεινάσαμε. Τι θα λέγατε για λίγο μπιφτεκάκι;», μου έγνεψε προς τον κιμά στο νεροχύτη, τον οποίον οι Τζόνηδες ήδη είχαν βγάλει να ξεπαγώνει. «Τι στο καλό είχε μέσα αυτός ο αφρός σας;», άλλαξα συζήτηση, με το μυαλό μου ακόμη στο χειμωνιάτικο μπάνιο μου. «Αυτό, μικρή μου, θα το καταλάβετε όταν θα έχουμε ολοκληρώσει τις υπηρεσίες μας. Μη γίνεστε ανυπόμονη, έχουμε άλλη μια πεισματάρα απουσία μπροστά μας να αφαιρέσουμε και τα καιρικά φαινόμενα θα αλλάξουν ραγδαία. Α, και για το μπιφτέκι που λέγαμε…. στην οικογένειά μας εμείς το τρώμε παραδοσιακά με λίγο ξύσμα τριαντάφυλλου, δεν πιστεύω να έχετε καθόλου πρόχειρο;». Τον άτιμο… είχε βαλθεί να με ξεζουμίσει σήμερα. «Μάλιστα», αναστέναξα κι άνοιξα την κατάψυξη, ενώ η κούραση πλέον διαγραφόταν σε κάθε μου κίνηση. «Και να υποθέσω πως εγώ θα το μαγειρέψω αυτό το ρόδινο έδεσμα, έτσι δεν είναι;». «Ακριβώς», μου απάντησε, νίβοντας τα χέρια του περιπαιχτικά.

Ξεκίνησα με τη δουλειά που πάντα σιχαινόμουν, το κόψιμο του κρεμμυδιού. Προς μεγάλη μου χαρά, αυτή τη φορά δεν δυσκολεύτηκα καθόλου, καθώς τα δάκρυα είχαν στεγνώσει μαζί με την περασμένη μπόρα στην κρεβατοκάμαρα. Το γεγονός αυτό με τη σειρά του παρουσίασε και ένα πρόβλημα: είχε εξατμιστεί και ο τελευταίος κόκκος άλατος που θα μπορούσα να ρίξω στα μπιφτέκια. Δεν πειράζει, σκέφτηκα, το αλάτι είναι το πιο τετριμμένο και δεδομένο συστατικό ενός φαγητού, το άλλο άκρο δηλαδή των συναισθημάτων που γεύομαι σήμερα, τα οποία μόνο τετριμμένα δεν είναι. Θα αυτοσχεδιάσω χωρίς αυτό. Πέταξα τα κρεμμύδια στον κιμά, ακολούθησε το πιπέρι, η ρίγανη, ο μαϊντανός και η φρυγανιά, και με τη βοήθεια του Λιτλ Τζον μάδησα τα παγωμένα τριαντάφυλλα που είχα απεγκλωβίσει επιτέλους από τη Σιβηρία τους. Έπλασα όλα τα υλικά με τον κιμά, φροντίζοντας να καταμερίσω με ακρίβεια τα πέταλα του λουλουδιού σε κάθε μπιφτέκι, άναψα το μάτι της κουζίνας και περίμενα να αρπάξει λίγο το λάδι. Το τηγάνι άρχισε σύντομα να τσουρουφλίζει με ευχαρίστηση, προσκαλώντας με σαγηνευτικά σε ένα ερωτικό τρίγωνο με τα μπιφτέκια. Ξαναμμένη, τα έριξα όπως- όπως στο τηγάνι και περίμενα να δω πού θα με πήγαινε αυτή η δοκιμασία. Ο χρόνος αυτή τη φορά διέκοψε την εργασία του για
-τι άλλο;- το μεσημεριανό του γεύμα, και στρογγυλοκάθισε ανάμεσα στις οπές του απορροφητήρα ανοιγοκλείνοντας τα ρουθούνια του.

Από την πρώτη κιόλας πιτσιλιά λαδιού που πετάχτηκε στη μύτη μου, κατάλαβα πως δε θα τη γλίτωνα τόσο εύκολα αυτή τη φορά. Τα μπιφτέκια είχαν ανοίξει διάπλατα τον κάθε ελεύθερό τους πόρο που δεν σκεπαζόταν από τριαντάφυλλο, και από τις χαραμάδες προβαλλόταν σε πρώτη μετάδοση μια πολύ γνώριμη για εμένα σκηνή: το φινάλε του τελευταίου μας καυγά. Δεν είχα παρά να παρακολουθήσω μέσα από ένα ρόδινο φίλτρο τις ερμηνείες εκείνης της βραδιάς, πραγματικά άξιες όσκαρ α’ γυναικείου ρόλου.

Ο αυγουστιάτικος καύσωνας είχε σκαρφαλώσει στο σπίτι σαν νέφος από το οδόστρωμα, σημαδεύοντας τα κούτελά μας με συσσωρευμένο ιδρώτα που σιγόβραζε υπόκωφα εδώ και καιρό. Ο σκηνοθέτης επέμενε να κρατάω ένα βάζο στο χέρι που θα εκτοξευόταν προς το μέρος σου∙ βρήκα την ιδέα του πολύ μπανάλ και προτίμησα το πάζλ με το τελάρο του, το οποίο και κορνίζωσα επάνω σου με την ανεξήγητη δύναμη που ξαφνικά με διαπέρασε. Στάθηκες για μια στιγμή με τα κομμάτια του πάζλ να σε λούζουν, ενώ εγώ έψαχνα μανιασμένα στο πάτωμα τις τέσσερις γωνίες, σαν να ήθελα με αυτόν τον παιδικό τρόπο να σου τις αφαιρέσω για εκδίκηση. Έσκυψες κάτω και μ’ έπιασες από τους ώμους, ξεφουρνίζοντάς μου την τελευταία σου κουβέντα πριν εξαφανιστείς οριστικά από τη ζωή μου. «Πίστεψα πώς ήμασταν δυο σκαλισμένα κομμάτια που έψαχναν την ένωση. Δυστυχώς η αλήθεια μας δεν είναι αυτή, μάτια μου».
Η φωνή του Λόξλεϊ με συνέφερε βίαια απ’ το όραμα. «Ε, δεσποινίς, τα μπιφτέκια θα σας καούνε!». Εστίασα στο τηγάνι σαν να το’ βλεπα για πρώτη φορά και, χωρίς να του απαντήσω,  γύρισα μηχανικά τα μπιφτέκια απ’ την ανάποδη. Από πάνω μου, ο χρόνος συνέχιζε να απολαμβάνει το γεύμα του κρεμασμένος απ’ τον απορροφητήρα, γνέφοντάς μου παραινετικά να συνεχίσω την ιστορία. Τι να συνεχίσω όμως; Η ιστορία είχε τελειώσει με εκείνη την αινιγματική σου φράση ανάμεσα σε ξεχαρβαλωμένα κομματάκια παζλ, τα οποία κείτονταν ακόμη σωριασμένα στη μοκέτα του σαλονιού. Οι αναθυμιάσεις από τα τριαντάφυλλα που ανέβαιναν απ’ το τηγάνι άρχισαν ξαφνικά να με πνίγουν. Παρατώντας κουτάλα και μπιφτέκια, έτρεξα προς το σαλόνι σαν μοναδική επιλογή που είχα εκείνη τη στιγμή∙  από την μπαλκονόπορτα, ο φθινοπωρινός άνεμος όρμησε μέσα μαζί μου. Τα παρατημένα κομματάκια ξεσηκώθηκαν από το πάτωμα σε έναν ζαλισμένο χορό, σαν να με περίμεναν για να σκηνοθετήσω την τελευταία σκηνή του έργου.


To be continued….

1 σχόλιο: